author-image-26 Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος

Δ/ντης έκδοσης

atc-portal

atc-portal

Top20

Top20

Δημοκρατία & Θεσμοί

Δημοκρατία & Θεσμοί

Στους καιρούς μας η επίκληση της δικαιοσύνης έχει γίνει σχεδόν καθολική. Από τα κοινωνικά κινήματα έως τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, από τις προσωπικές διεκδικήσεις έως τα μεγάλα συλλογικά τραύματα, όλοι μιλούν στο όνομα του δικαίου. Κι όμως, όσο περισσότερο επικαλούμαστε τη δικαιοσύνη, τόσο περισσότερο αλλοιώνουμε το νόημά της.

Συχνά συγχέουμε τρεις διαφορετικές έννοιες που, αν και συγγενικές, δεν ταυτίζονται: το δίκαιο, τη δικαιοσύνη και τη δικαίωση.
-Το δίκαιο δεν αφορά το τι αισθανόμαστε ούτε το ποιος «έχει δίκιο», αλλά το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μέσα σε μια κοινωνία, ορίζοντας δικαιώματα, υποχρεώσεις και όρια συνύπαρξης.
-Η δικαιοσύνη δεν είναι η ικανοποίηση ενός αιτήματος, αλλά η αρχή και η θεσμική διαδικασία με την οποία το δίκαιο εφαρμόζεται και κρίνεται.
-Η δικαίωση, τέλος, δεν είναι θεσμική έννοια αλλά ανθρώπινη εμπειρία: αφορά την ηθική ή ψυχολογική αποκατάσταση, την αναγνώριση του πόνου και, συχνά, την ανάγκη, κατά την κρίση του καθενός, να επιβληθεί αυτό που ο ίδιος θεωρεί δίκαιο.

Όταν αυτές οι έννοιες συγχέονται, διαβρώνεται ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο συγκροτούμε την ηθική και πολιτική μας κρίση. Η διάκριση υποχωρεί μπροστά στο πάθος και το μέτρο αντικαθίσταται από την υπερβολή. Έτσι, η σύγχυση αυτή αποκτά ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μισαλλόδοξες λογικές βρίσκουν έδαφος να αναπτυχθούν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δικαίωση παύει να λειτουργεί ως προσωπική ή συλλογική ίαση και μετατρέπεται σε απαίτηση. Άλλοτε εκφράζεται ως ανάγκη να «πληρώσει κάποιος» για ότι συνέβη, άλλοτε ως αξίωση να επιβληθεί το επιμέρους δίκαιο μιας ομάδας εις βάρος του συνόλου. Και κάπως έτσι, φθείρεται και υπονομεύεται όχι μόνο ο θεσμός, αλλά και το ίδιο το νόημα της δικαιοσύνης.

Το «έχω δίκιο» δεν νομιμοποιεί τα πάντα

Το «έχω δίκιο» είναι μια απολύτως ανθρώπινη αντίδραση· δεν μπορεί όμως να λειτουργεί ως κριτήριο νομιμότητας. Η αίσθηση του δικαίου ενός αιτήματος μπορεί να είναι απολύτως κατανοητή: πηγάζει συχνά από πραγματική δυσκολία, από αδικία, από απώλεια ή από την ανάγκη αναγνώρισης. Όμως η ατομική ή ομαδική πεποίθηση δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε συλλογική υποχρέωση. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με βάση το ποιος νιώθει ή όχι δικαιωμένος, αλλά με βάση το κοινό μέτρο στο οποίο οφείλουν να υπαχθούν όλοι.

Κι εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σύγχυση της εποχής μας. Συχνά, αντιμετωπίζουμε το «δίκαιο» ενός αιτήματος ως ισοδύναμο της δικαιοσύνης, παραβλέποντας ότι η δικαιοσύνη είναι θεσμική και όχι συναισθηματική λειτουργία. Το αίτημα μπορεί να είναι δίκαιο, αλλά η ικανοποίησή του δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι και δίκαιη πράξη κοινής αποδοχής. Το προσωπικό ή ομαδικό βίωμα γίνεται, σχεδόν ανεπαίσθητα, κριτήριο νομιμοποίησης: «αφού έχω δίκιο, δικαιούμαι· αφού δικαιούμαι, μπορώ να παρακάμψω τον κανόνα». Έτσι, η ανθρώπινη ανάγκη για δικαίωση – η ανάγκη να ακουστεί ο πόνος, να αναγνωριστεί μια απώλεια, να επιβληθεί αυτό που ο καθένας θεωρεί σωστό – μετατρέπεται σε μηχανισμό νομιμοποίησης πράξεων και συμπεριφορών που υπερβαίνουν το θεσμικό πλαίσιο.

Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή υποκατάστασης της δικαιοσύνης. Αντί ο θεσμός να λειτουργεί ως ο αμερόληπτος χώρος στον οποίο επιλύονται συγκρούσεις, κρίνεται το δίκαιο και αποδίδονται ευθύνες, το «έχω δίκιο» διεκδικεί να γίνει ο ίδιος κανόνας.
Κάθε επιμέρους δίκιο παρουσιάζεται ως απόλυτο και μη διαπραγματεύσιμο. Η διεκδίκηση μετατρέπεται σε πίεση και η πίεση σε επιβολή. Η κοινωνία χάνει το κοινό της σημείο αναφοράς και ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνιστικών αξιώσεων, όπου το έντονο συναίσθημα υπερισχύει της λογικής, και το επιμέρους δικαίωμα επιχειρεί να υποκαταστήσει τον κοινό κανόνα.

Κι όμως, ο ρόλος του δικαίου – με την έννοια των κανόνων που ορίζουν τη συμβίωση – είναι ακριβώς ο αντίθετος: να συγκρατεί τα επιμέρους «δικαιώματα» από το μετατρέπονται σε αδιαπραγμάτευτες βεβαιότητες, σε πεποιθήσεις χωρίς περιθώριο αμφισβήτησης, και να επιτρέπει στην κοινωνία να λειτουργεί χωρίς να χρειάζεται ο καθένας να επιβάλλει την αλήθεια του στους άλλους.

Μια δημοκρατία δεν απειλείται από τα αιτήματα, αλλά από τη σύγχυση που τα περιβάλλει: από το μπέρδεμα ανάμεσα στο δίκαιο ενός αιτήματος, τη δικαιοσύνη ως θεσμική λειτουργία και τη δικαίωση ως ψυχολογική ανάγκη.

Νοσηρός συναισθηματισμός και «δικαίωση»

Όταν η αίσθηση του δικαίου παραμορφώνεται από υπερβολές – από τον δικαιωματισμό χωρίς όρια έως την αγανάκτηση απέναντι σε όσους τον επικαλούνται – το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: μια κοινωνία που νιώθει ότι κάτι δεν λειτουργεί. Αυτή η διάχυτη αίσθηση αδικίας γεννά τον θυμό προς όλες τις κατευθύνσεις. Άλλοι απαιτούν «δικαίωση» ή τιμωρία για τους “φταίχτες”, άλλοι ζητούν τιμωρία για όσους κατά τη δική τους κρίση– υπερβάλλουν, διεκδικούν ή θυματοποιούνται. Κι έτσι, μέσα σε αυτό το κλίμα εκτροπής από την λογική, γεννιέται το νοσηρό συναίσθημα που καταλήγει να γίνεται ο κυρίαρχος μηχανισμός αντίδρασης.

Η ανάγκη δικαίωσης συχνά συγχέεται με την ανάγκη δικαιοσύνης. Το πρώτο είναι μια άμεση, συναισθηματική αντίδραση· το δεύτερο είναι θεσμική διαδικασία που απαιτεί χρόνο και κανόνες. Όμως στις πιο φορτισμένες στιγμές, η διάκριση αυτή σχεδόν εξαφανίζεται. Ο πόνος ζητά κάθαρση, και η κάθαρση, στη δημόσια φαντασία, ταυτίζεται με την δικαίωση μέσω της τιμωρίας ή, γενικότερα, της επιβολής του “δικού μας” δικαίου.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι ακόμη και άνθρωποι των καλυτέρων προθέσεων παρασύρονται εύκολα από αυτό το ρεύμα. Δεν χρειάζεται κανείς να είναι ακραίος, φανατικός ή ιδεοληπτικός για να υποκύψει στη δύναμη του συναισθήματος. Η ταύτιση με τα θύματα, η κοινωνική πίεση και η επιθυμία “να αποδοθεί κάπου η ευθύνη” κάνουν την απαίτηση για δικαίωση να μοιάζει σχεδόν αυτονόητη μορφή δικαίου.

Αλλά, όταν η δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται ως συναίσθημα, ο θεσμός παραμερίζεται. Η κρίση υποχωρεί, η απόσταση εξαφανίζεται και η επιθυμία του πλήθους γίνεται μέτρο αλήθειας. Η θεσμική δικαιοσύνη – που απαιτεί χρόνο, τεκμήρια, αποδείξεις, στάθμιση – αντικαθίσταται από μια στιγμιαία ηθική βεβαιότητα. Κι εκεί, αναπόφευκτα, γεννιέται η λογική του όχλου: μια συλλογική απαίτηση δικαίωσης, που θεωρεί εαυτόν φορέα του «αληθινού δικαίου» και δεν ανέχεται καμία αναστολή, καμία διαδικασία, καμία απόχρωση.

Κοινωνικό σύνολο και «επιμέρους δίκαιο»

Σε κάθε δημοκρατία υπάρχουν αιτήματα που έχουν τη δική τους λογική, τη δική τους αλήθεια, τη δική τους αίσθηση δικαίου. Όμως το ότι ένα αίτημα μοιάζει δίκαιο για εκείνους που το διατυπώνουν, δεν σημαίνει ότι είναι δίκαιο για όλους. Το δίκαιο μιας ομάδας δεν μπορεί να λειτουργεί ως μέτρο για ολόκληρη την κοινωνία.

Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει ολοένα και συχνότερα: κάθε συλλογικότητα θεωρεί ότι η αδικία που πιστεύει ότι υφίσταται υπερέχει έναντι κάθε άλλης προτεραιότητας. Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή “παρα-δικαιικού” ανταγωνισμού, όπου το ποιος φωνάζει πιο δυνατά, ποιος διεκδικεί πιο εντυπωσιακά -έως και βίαια- ποιος κλείνει δρόμους, ποιος μπλοκάρει υπηρεσίες, ποιος ασκεί πίεση πιο αποτελεσματικά, εκπροσωπεί και την «πραγματική» δικαιοσύνη.

Όταν η πίεση μετατρέπεται σε μέθοδο επιβολής, το αίτημα παύει να είναι κοινωνικό και γίνεται εργαλείο ισχύος. Το «έχω δίκιο» εξελίσσεται σε δικαίωμα άσκησης πίεσης πάνω στους άλλους — ακόμη κι όταν αυτό σημαίνει ότι παραλύει η καθημερινότητα, διαταράσσονται θεσμοί ή θίγονται τα αυτονόητα και στοιχειώδη δικαιώματα τρίτων.

Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τις διεκδικήσεις, αλλά από τη στιγμή που το επιμέρους δίκαιο επιχειρεί να υποκαταστήσει το γενικό και θεσμικό. Όταν κάθε ομάδα λειτουργεί σαν να έχει δικό της δικαστήριο και δικούς της κανόνες, τότε το κοινό μέτρο χάνεται και η κοινωνική συνοχή διαβρώνεται. Και όσο περισσότερη δύναμη συσσωρεύει το επιμέρους “δίκαιο”, τόσο πιο αδύναμη γίνεται η πραγματική δικαιοσύνη.

Πού χάθηκε λοιπόν το μέτρο;

Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες μας η διεκδίκηση είναι απολύτως θεμιτή· είναι ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες υπενθυμίζουν στους θεσμούς τις ανάγκες και τα όριά τους. Όμως, όταν η πίεση παύει να είναι έκκληση και μετατρέπεται σε αξίωση και απειλή, το δίκαιο χάνει το ηθικό του πλεονέκτημα. Κανένα αίτημα – όσο εύλογο κι αν φαίνεται στους φορείς του – δεν νομιμοποιείται να επιβάλλεται μέσω ισχύος, παράλυσης ή καταναγκασμού.

Η βία – είτε λεκτική, είτε σωματική, είτε ως μορφή καταναγκαστικής πίεσης – δεν θεμελιώνει το δίκιο· το ακυρώνει. Αντί να ενισχύει τη νομιμότητα ενός αιτήματος, το αποδυναμώνει, γιατί μεταφέρει τη συζήτηση από το επιχείρημα στη δύναμη. Όταν μια συλλογικότητα καταφεύγει σε μέσα που εμποδίζουν ή καταπονούν το κοινωνικό σύνολο, τότε το αίτημά της παύει να ακούγεται ως δίκαιο και γίνεται αντιληπτό ως μέσο πίεσης. Η δικαιοσύνη δεν γεννιέται από τον καταναγκασμό· χρειάζεται τεκμηρίωση, πειθώ και αναγνώριση από την κοινωνία στο σύνολό της.

Κι όμως, ολοένα και συχνότερα βλέπουμε το αντίθετο: διεκδικήσεις που μετατρέπονται σε βιαιότητες και κάθε λογής εκβιασμούς. Ο δημόσιος χώρος χρησιμοποιείται ως πεδίο πίεσης, οι λειτουργίες της κοινωνίας ως μοχλός απειλής. Η λογική γίνεται “ή μου δίνεις, ή παραλύω τη χώρα”, “ή ικανοποιείς το αίτημά μου, ή εμποδίζω τους άλλους”. Αυτή η αντιστροφή δεν είναι απλώς προβληματική· είναι επικίνδυνη. Η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με λογική καταναγκασμού – δεν μπορεί να γίνει όμηρος του πιο θορυβώδους ή του πιο επιθετικού.

Όταν η διεκδίκηση ξεπερνά το μέτρο και μετατρέπεται σε μέθοδο επιβολής, ο δημόσιος χώρος παύει να είναι πεδίο διαλόγου και γίνεται πεδίο σύγκρουσης. Δεν αναζητούμε πλέον λύσεις· αναζητούμε τρόπους πίεσης. Δεν συνομιλούμε· ανταγωνιζόμαστε για το ποιος θα επιβάλει πρώτος το “δίκαιο” του. Κι έτσι, πριν το καταλάβουμε, η ίδια η δημοκρατική διαδικασία δηλητηριάζεται: οι θεσμοί εργαλειοποιούνται, ο διάλογος χάνει το νόημά του και στη θέση της λογικής επιχειρηματολογίας επικρατεί το “δίκιο του ισχυροτέρου”, που επιβάλλεται με ποικίλους τρόπους.

Οι φέροντες την ευθύνη

Και πώς φτάσαμε ως εδώ; Το κλίμα αυτό δεν γεννήθηκε μόνο του. Καλλιεργήθηκε, ενισχύθηκε και αξιοποιείται διαρκώς από όσους έχουν συμφέρον να το διογκώνουν – κόμματα, πολιτικούς, οργανωμένες ομάδες, ΜΜΕ.

Στην πολιτική ζωή, κόμματα και πολιτικοί επένδυσαν συστηματικά στη γλώσσα της αγανάκτησης και των διεκδικήσεων, μετατρέποντας τη δυσαρέσκεια σε εργαλείο επιρροής. Η δραματοποίηση, οι εύκολες βεβαιότητες και η ηθική φόρτιση των συγκρούσεων υποκατέστησαν τον διάλογο· και το «δίκιο μου» έπαψε να είναι αφετηρία συζήτησης και έγινε σημαία, έμβλημα ταύτισης, γύρω από την οποία στοιχίζονται συναισθηματικά οι οπαδοί ενός χώρου.

Εξίσου καθοριστικό ρόλο έχουν παίξει οργανωμένες ομάδες – επαγγελματικές, τοπικές, συντεχνιακές ή άλλες – που έμαθαν να μετατρέπουν τη συλλογική πίεση σε πολιτικό κεφάλαιο. Η ισχύς τους δεν προκύπτει μόνο από τα αιτήματα που διατυπώνουν, αλλά από την ικανότητά τους να προκαλούν κόστος στο σύνολο: να παραλύουν λειτουργίες, να εμποδίζουν τη ζωή των άλλων, να δημιουργούν τετελεσμένα. Έτσι, το “δίκιο” γίνεται μοχλός επιβολής και όχι βάση συνεννόησης.

Τον ουσιωδέστερο ρόλο, όμως, στην συνεχή τροφοδότηση αυτού του κλίματος, τον παίζουν τα μέσα ενημέρωσης που συχνά, συνειδητά ή ασυνείδητα, ενισχύουν τη σύγχυση και τη συναισθηματική ένταση με τον τρόπο που παρουσιάζουν τα γεγονότα. Από τη μια εκείνα που επιδιώκουν συνειδητά την πόλωση, από την άλλη εκείνα που ασυνείδητα αναπαράγουν μια δημόσια γλώσσα χτισμένη πάνω στην αρνητικότητα, την καταστροφολογία και την ένταση. Η υπεραπλούστευση, η δραματοποίηση και η διαρκής αναζήτηση του εντυπωσιακού ενισχύουν την συναισθηματική ανάγνωση των γεγονότων. Και έτσι, στη θέση μιας διαδικασίας κριτικής εξέτασης και απόδειξης, απομένει μια στιγμιαία εντύπωση – ένα συναίσθημα που ζητά άμεση επιβεβαίωση, χωρίς τεκμηρίωση, χωρίς αποστάσεις.

Το αποτέλεσμα είναι ένας δημόσιος χώρος όπου ο διάλογος συρρικνώνεται και η ένταση διογκώνεται. Όχι από μόνη της, αλλά επειδή κάποιοι την καλλιέργησαν, άλλοι την αξιοποίησαν, άλλοι την ανέχθηκαν και πολλοί την αναπαράγουν – συχνά, χωρίς ούτε καν να το καταλαβαίνουν.

Και τώρα τι;

Αφού είδαμε πώς διαμορφώθηκε το πρόβλημα, οι λύσεις πρέπει να στοχεύουν στην αποκατάσταση του μέτρου – στη συνειδητή προσπάθεια όλων των εμπλεκομένων να επαναφέρουν τον δημόσιο βίο από την εκτροπή στη θεσμική λογική και στη νηφαλιότητα που οφείλει να διέπει την κρίση και τις συμπεριφορές.

– Οι πολιτικοί: Ο δημόσιος λόγος των πολιτικών έχει τεράστια βαρύτητα· δεν καθορίζει μόνο το ύφος και το επίπεδο της δημόσιας ζωής, αλλά λειτουργεί και ως παιδαγωγικό παράδειγμα. Όταν οι πολίτες βλέπουν τους εκπροσώπους τους να συγκρούονται με τοξικότητα, υπερβολές ή μίσος για τον αντίπαλο, μαθαίνουν –συχνά χωρίς να το συνειδητοποιούν– να υιοθετούν τον ίδιο τρόπο. Η πολιτική κουλτούρα γίνεται έτσι πρότυπο συμπεριφοράς για ολόκληρη την κοινωνία.
Γι’ αυτό και αντί της δραματοποίησης, των εύκολων υποσχέσεων και της μόνιμης πόλωσης, χρειάζεται ένα πλαίσιο που:
– αποφεύγει τον διχασμό ως στρατηγική,
– μετατοπίζει το βάρος από τις κραυγές και τις επιθέσεις κατά των πολιτικών «αντιπάλων» στην ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων,
– και επαναφέρει το πραγματικό περιεχόμενο της πολιτικής: τεκμηρίωση, ευθύνη, σύνθεση, συνέπεια.

Αν -και όταν- όλοι οι πολιτικοί εγκαταλείψουν τη συγκρουσιακή και ξύλινη γλώσσα και αρχίσουν να μιλούν με όρους κοινού συμφέροντος, ένα μεγάλο μέρος της εκτροπής θα θεραπευτεί σχεδόν αμέσως.

– Οι οργανωμένες ομάδες και οι συλλογικότητες: Το επιμέρους δίκαιο έχει θέση στη δημοκρατία – αλλά όχι ως μοχλός εκβιασμού.
Η λύση δεν είναι να πάψουν οι διεκδικήσεις, αλλά να αλλάξει ο τρόπος τους:
– διαφάνεια στους σκοπούς και στα αιτήματα,
– όρια στις μορφές πίεσης που παραλύουν το κοινωνικό σύνολο,
– πρόταξη της διαπραγμάτευσης αντί της απειλής.

Όταν μια ομάδα ή συλλογικότητα δείξει ότι σέβεται το κοινό καλό, κερδίζει κύρος στα μάτια της κοινωνίας.

– Τα μέσα ενημέρωσης: Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο – το μεγάλο «φίλτρο» του δημόσιου συναισθήματος.
Τα ΜΜΕ μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά μόνο αν:
– σταματήσουν να πριμοδοτούν την ένταση ως είδηση,
– αποφεύγουν την υπεραπλούστευση και τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις,
– ενισχύουν την κριτική σκέψη των πολιτών αντί για την παρορμητικότητα,
– δίνουν χώρο στην ψύχραιμη ανάλυση και την αποσαφήνιση, όχι στην τροφοδότηση της πόλωσης.

Ο τρόπος που παρουσιάζεται ένα γεγονός μπορεί να διεγείρει ή να κατευνάσει, να φωτίσει ή να συσκοτίσει. Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο μεγάλο περιθώριο διόρθωσης.

– Οι πολίτες: Η δημοκρατία δεν λειτουργεί χωρίς συμμετοχή – αλλά ούτε χωρίς αυτοσυγκράτηση.
Το ζητούμενο δεν είναι να πάψουν οι πολίτες να αντιδρούν· είναι να αντιδρούν με τρόπο που βοηθά, όχι που επιτείνει το πρόβλημα:
– να ξεχωρίζουν το συναίσθημα από το επιχείρημα,
– να απορρίπτουν τη βία ως τρόπο επιβολής,
– να απαιτούν τεκμηρίωση από όσους τους ενημερώνουν,
– να μη γίνονται άθελα τους φορείς παραπληροφόρησης και πόλωσης.

Στον πυρήνα όλων αυτών των λύσεων βρίσκεται μία θεμελιώδης αρχή: το μέτρο.

Το μέτρο δεν είναι δόγμα ούτε χαμηλή φιλοδοξία. Είναι ο μόνος τρόπος να αποκατασταθεί το κοινό σημείο αναφοράς· ο μόνος τρόπος να λειτουργήσει μια κοινωνία χωρίς να κατρακυλά σε κύκλους οργής, εκδίκησης και αντι-εκδίκησης. Δεν είναι μια αρετή «ήπια»· είναι βαθιά πολιτική και θεσμική ανάγκη.

Χωρίς μέτρο, καμία δημοκρατική διαδικασία δεν μπορεί να σταθεί. Με την επαναφορά του, αρχίζει η ανασυγκρότηση και η εξυγίανση του δημόσιου βίου – μια αγωγή ικανή να θεραπεύσει πολλά από όσα νοσούν σήμερα στις δημοκρατίες μας.
Το μέτρο δεν περιορίζει· προφυλάσσει την κοινωνία από το να καταστρέψει αυτό που η ίδια προσπαθεί να υπερασπιστεί.

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε εποικοδομητικά στα άρθρα μας.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση του άρθρου πατώντας εδώ, αλλά...

... είναι μόνο χάρη των μελών/συνδρομητών που μας στηρίζουν που μπορούμε να έχουμε άρθρα.

Εάν μια εποικοδομητική δημοσιογραφία, που δεν εξαρτάται από διαφημίσεις, είναι κάτι που θέλετε να υποστηρίξετε γίνετε μέλος σήμερα.

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 68

Νοεμ. - Δεκ. 2025

Μετάβαση στο περιεχόμενο