Στις περισσότερες Δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες, όπως και στη χώρα μας, δύο παρατάξεις που εμφανίζονται ως ασύμβατες και εχθρικές μεταξύ τους, υψώνουν τις φωνές τους για να υπερασπιστούν το «απόλυτο». Η μία στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης, η άλλη στο όνομα του έθνους. Όμως, πίσω από τις λέξεις τους κρύβεται η ίδια μισαλλοδοξία: μια πολιτική που χρειάζεται εχθρούς για να υπάρξει. Δύο διαφορετικά στρατόπεδα, αλλά με κοινή συνταγή: επιθετικότητα, βεβαιότητα, υπόσχεση λύτρωσης.
Δεν είναι οι διαφορές τους το ανησυχητικό, αλλά η ομοιότητα των εργαλείων τους.
Η «σύγκλιση» των άκρων
Η Ευρωπαϊκή ήπειρος δεν έχει αναδείξει μόνο τις μεγάλες δημοκρατικές της παραδόσεις· ανέδειξε και δύο πολιτικές οικογένειες που, παρά την ιστορική τους σύγκρουση, μοιράζονται μια κοινή λογική: την αξίωση για πλήρη ιδεολογική κυριαρχία. Από τον μεσοπόλεμο μέχρι τη σύγχρονη εποχή, ο φασισμός και ο κομμουνισμός καλλιέργησαν μια κουλτούρα πολιτικής αντίληψης, όπου η κοινωνία δεν περιγράφεται αλλά αναμορφώνεται, και ο πολίτης δεν συμμετέχει αλλά στρατολογείται.
Στον 21ο αιώνα, οι μορφές άλλαξαν αλλά η ίδια λογική διατηρήθηκε. Σήμερα, βλέπουμε ανανεωμένες εκδοχές των δύο άκρων να χρησιμοποιούν παρόμοια εργαλεία: μανιχαϊκές βεβαιότητες, δυσπιστία -ακόμη και απέχθεια- απέναντι στους θεσμούς, εναντιώσεις προς την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και κάθε μορφής οικουμενισμό, τοξικό, διχαστικό λόγο, ταύτιση του «λαού» με το κομματικό στρατόπεδο.
Από τη Marine Le Pen μέχρι τον Jean-Luc Mélenchon, από το AfD μέχρι το Die Linke, από τους Podemos μέχρι το Vox, από το ΚΚΕ έως την Ελληνική Λύση και τα όμορά τους, οι διαφορές στις ιδέες παρουσιάζονται μεγάλες – οι ομοιότητες, όμως, στον τρόπο άσκησης πολιτικής είναι πολύ μεγαλύτερες.
Δεν μοιάζουν στο θεωρητικό περιεχόμενο· μοιάζουν στη μέθοδο και τις συνέπειές της. Κι αυτή η μέθοδος είναι που πυροδοτεί, εκφράζει και μετατρέπει την όποια αγανάκτηση σε μίσος και τον αντίπαλο σε απειλή.
Παρά τις μεγάλες ιδεολογικές τους διαφορές, τα δύο άκρα της σημερινής πολιτικής σκηνής καταλήγουν, πλέον, να συγκλίνουν σε μια σειρά από κρίσιμες θέσεις. Στην πράξη, μοιράζονται μια κοινή ατζέντα που αμφισβητεί τα θεμέλια των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Η άρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση και η απαίτηση επιστροφής στο έθνος-κράτος ως μοναδική πολιτική μονάδα εμφανίζονται και στις δύο πλευρές – με διαφορετικές αφετηρίες, αλλά με την ίδια κατάληξη: την απόρριψη κάθε μορφής υπερεθνικής συνεργασίας.
Στο ίδιο έδαφος συναντώνται ο αντισημιτισμός, η δυσπιστία και η αμφισβήτηση της κλιματικής πολιτικής και η διάδοση συνωμοσιολογικών αφηγήσεων περί «παγκόσμιων ελίτ» και «αόρατων κέντρων». Και από τις δύο πλευρές αναπτύσσεται ένας έντονος αντισυστημισμός – μια συνολική δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, τις ανεξάρτητες αρχές, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τον ορθολογικό δημόσιο λόγο. Και όλα αυτά στο όνομα του «λαού»: στο όνομα της ανθρωπιάς ή της πατρίδας, με την υπόσχεση κάποιας «σωτηρίας», επιχειρούν τελικά να μετατρέψουν τις κοινωνίες σε στρατόπεδα.
Το μόνο σημείο στο οποίο διατηρούνται καθαρές διαφορές είναι το μεταναστευτικό. Η άκρα δεξιά το αντιμετωπίζει ως ζήτημα ταυτοτικής απειλής, ενώ η άκρα αριστερά ως πεδίο απόλυτης ηθικής υποχρέωσης χωρίς επαρκείς όρους και όρια. Σε όλα τα υπόλοιπα, όμως, οι δύο παρατάξεις που εμφανίζονται ως «ασύμβατες» καταλήγουν να μοιάζουν πολύ περισσότερο απ’ όσο παραδέχονται.
Οι βολικές αφηγήσεις
Σε μια εποχή γενικευμένης ανασφάλειας, οι «κακοί άλλοι» λειτουργούν ως πρόχειρη απάντηση σε όλα όσα δεν εξηγούνται εύκολα. Οι βολικές εξηγήσεις δεν χρειάζονται αποδείξεις ούτε ιδιαίτερη σκέψη· προσφέρουν μια άμεση αίσθηση «δικαίου» και έναν βολικό υπαίτιο. Αυτός είναι και ο λόγος που τα άκρα – παρά τις διακηρυσσόμενες ιδεολογικές τους αποστάσεις – αντλούν δύναμη από το ίδιο συναισθηματικό υπόστρωμα: την ανάγκη για βεβαιότητα μέσα σε έναν αβέβαιο κόσμο.
Στην πολιτική γλώσσα του θυμού, της οργής και του μίσους, ο αντίπαλος δεν είναι συνομιλητής αλλά απειλή. Η πραγματικότητα δεν χρειάζεται ανάλυση, αλλά εχθρό. Γι’ αυτό και τόσο η ριζοσπαστική αριστερά όσο και η άκρα δεξιά καταφεύγουν σε κοινούς μηχανισμούς: απόλυτες διατυπώσεις, δαιμονοποίηση του διαφορετικού, μετατροπή της διαφωνίας σε ηθική μομφή, διαρκή επίκληση στην «εκμετάλλευση», την «καταπίεση», την «εξαπάτηση» ή την «προδοσία» από κάποιες ορατές ή αόρατες ελίτ.
Η συσπείρωση απέναντι στον «κοινό εχθρό» προσφέρει ταυτότητα – δημιουργεί συσπείρωση και αίσθηση νοήματος. Και τα άκρα τη χρειάζονται για να υπάρχουν. Χωρίς τη σύγκρουση, ο αφηγηματικός τους κόσμος θα κατέρρεε — γιατί ο κόσμος τους δεν συγκροτείται από προτάσεις, αλλά από αντιπαλότητες.

Η ελληνική περίπτωση
Η Ελλάδα εκδηλώνει τα ίδια μοτίβα με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες σε μικρότερη, ίσως, κλίμακα. Τα φαιοκόκκινα άκρα εμφανίζονται ως «ριζικά διαφορετικές» επιλογές, αλλά η μέθοδός τους είναι οικεία: δραματοποίηση της πραγματικότητας, εθνικές ή κοινωνικές «απειλές» και ένας λόγος που υπόσχεται «κάθαρση», όχι λύσεις.
Στη ριζοσπαστική και κομμουνιστική αριστερά, η «ηθική ανωτερότητα» λειτουργεί ως μόνιμη αφετηρία. Για παράδειγμα, ο λόγος του κ. Αλέξη Τσίπρα – είτε ο πρωθυπουργικός, είτε ο αντιπολιτευτικός, είτε του “rebranding” – στηρίχθηκε συστηματικά στη διάκριση «λαός–ελίτ», όπου η μία πλευρά ενσαρκώνει το δίκαιο και η άλλη την εκμετάλλευση ή την προδοσία, ενώ ο ίδιος εμφανίζεται ως ο φορέας της εξυγίανσης και της σωτηρίας. Η κα Ζωή Κωνσταντοπούλου, με διαφορετικό ύφος αλλά ίδια λογική, τροφοδοτεί συστηματικά τη μισαλλοδοξία και μετατρέπει τη θεσμική αμφισβήτηση σε πηγή πολιτικής αυθεντίας. Ο δε κ. Δημήτρης Κουτσούμπας και το κόμμα του, με κάθε ευκαιρία, καλούν τον «λαό» σε εξέγερση και ανατροπή της «καθεστηκυίας τάξης» σπέρνοντας και καλλιεργώντας μεθοδικά το ταξικό μίσος που απορρέει από την κομμουνιστική τους ιδεοληψία.
Από την άλλη πλευρά, η νέα δεξιά ή άκρα δεξιά αντλεί αντίστοιχη δύναμη από την καλλιέργεια πολιτισμικού και εθνικού κινδύνου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ ο κ. Κυριάκος Βελόπουλος που παρουσιάζει έναν κόσμο σε διαρκή απειλή, όπου οι συνωμοσίες εξηγούν τα πάντα και οι εύκολες λύσεις προσφέρονται ως άμεση σωτηρία. Η Αφροδίτη Λατινοπούλου χτίζει μια ταυτοτική αφήγηση πάνω σε έναν «πολιτισμικό πόλεμο» χωρίς τέλος, όπου κάθε διαφορετικότητα εμφανίζεται ως απειλή για τις αξίες. Ακόμη, όμως, και προσωπικότητες όπως ο κ. Αντώνης Σαμαράς –και οι συν αυτώ– σε διαφορετικό ύφος και ιστορικό πλαίσιο, επαναφέρουν συχνά το δίπολο «αυθεντική» και «αλλοιωμένη» δεξιά, ως διαρκές κάλεσμα σε συσπείρωση γύρω από έναν κίνδυνο.
Κοινός παρονομαστής όλων αυτών δεν είναι οι ιδέες τους αλλά ο τρόπος με τον οποίο συγκροτούν τη δική τους πολιτική νομιμοποίηση: μέσα από τον φόβο, τη διαρκή αμφισβήτηση της εντιμότητας του πολιτικού αντιπάλου, την καχυποψία στα πάντα και την αίσθηση ότι η κοινωνία βρίσκεται μονίμως υπό απειλή. Έτσι, η μισαλλόδοξη σύγκρουση γίνεται όχι επιλογή, αλλά όρος ύπαρξης.
ΗΠΑ – «Ποικιλία» μισαλλοδοξίας
Σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, όπου οι ακραίες φωνές παραμένουν ως επί το πλείστον εκτός διακυβέρνησης, στις ΗΠΑ ο συγκρουσιακός και απαξιωτικός λόγος υιοθετήθηκε από την ηγεσία ενός μεγάλου ιστορικού κόμματος και μετατράπηκε σε κεντρικό τρόπο άσκησης πολιτικής – με συνέπειες που οξύνουν δραματικά την πόλωση και τη μισαλλοδοξία στην αμερικανική κοινωνία. Δεν πρόκειται για μια περιθωριακή έκφραση, αλλά για ένα ύφος εξουσίας που υποβαθμίζει θεσμούς, ακυρώνει όρια και νομιμοποιεί τη δημόσια επιθετικότητα ως πολιτική πρακτική.
Η άνοδος του τραμπισμού, βεβαίως, δεν εμφανίστηκε στο κενό. Ένα μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης αντέδρασε στις υπερβολές της woke ατζέντας και του cancel culture, θεωρώντας ότι επιβάλλεται μια νέα μορφή ιδεολογικής αστυνόμευσης. Ένα άλλο μέρος, πιο βαθιά πληγωμένο από δεκαετίες κοινωνικής και οικονομικής αποδιάρθρωσης, είδε στον λόγο του Τραμπ μια φωνή που εκφράζει την παρατεταμένη αγανάκτησή του. Αυτές οι δύο διαφορετικές δυσαρέσκειες ενώθηκαν σε έναν λόγο που δεν επιδιώκει πολιτική πρόταση, αλλά σύγκρουση χωρίς όρια – και ακριβώς γι’ αυτό έγινε τόσο αποτελεσματικός.
Κι η λογική αυτή δεν έμεινε μόνο στην αμερικανική σκηνή. Οι νέες μορφές της δεξιάς σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες υιοθετούν την ίδια μέθοδο: δραματοποίηση της πραγματικότητας, υποβάθμιση θεσμών, κατασκευή απειλών, και έναν λόγο που θεωρεί την επιθετικότητα δείγμα αυθεντικότητας. Από τον Viktor Orbán στην Ουγγαρία, τον Robert Fico στη Σλοβακία μέχρι και τον Tomio Okamura στην Τσεχία, οι ομοιότητες δεν αφορούν τις ιδέες τους, αλλά τον τρόπο με τον οποίο διεκδικούν πολιτική νομιμοποίηση: με την ίδια διάθεση απαξίωσης, με την ίδια ευκολία στη στοχοποίηση, με την ίδια αδιαφορία για τα στοιχειώδη όρια του πολιτικού πολιτισμού.
Διαφορετικές ήπειροι, διαφορετικές διαδρομές, διαφορετικά περιβάλλοντα, αλλά η ίδια μισαλλοδοξία – η ίδια λογική που μετατρέπει την πολιτική από διαδικασία σύνθεσης σε μηχανισμό σύγκρουσης. Μια γλώσσα που δεν προτείνει αλλά καταγγέλλει, που δεν διαλέγεται αλλά επιτίθεται, που δεν συνθέτει αλλά συσπειρώνει με τον φόβο.

Η ψυχολογία των άκρων
Τα άκρα δεν υπάρχουν μεμονωμένα· συνυπάρχουν. Η ύπαρξη του ενός νομιμοποιεί την ύπαρξη του άλλου, δύο δυνάμεις που χρειάζονται τη μεταξύ τους αντίθεση για να δικαιολογήσουν τον δικό τους ρόλο. Κάθε πόλος αναζητά έναν «εχθρό» για να διατηρεί συνοχή, ένα εξωτερικό αντικείμενο απειλής που συγκολλά ετερόκλητες ομάδες σε μια τεχνητή ενότητα.
Η απόλυτη αφήγηση λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στην αβεβαιότητα. Οι σύνθετες πραγματικότητες, οι αποχρώσεις και οι αντιφάσεις δημιουργούν άγχος· η βεβαιότητα προσφέρει καταφύγιο. Γι’ αυτό τα άκρα απορρίπτουν την πολυπλοκότητα και την αντικαθιστούν με βιαστικές ηθικές ερμηνείες: «εμείς» οι καθαροί, «εκείνοι» οι διεφθαρμένοι ή επικίνδυνοι. Και σε αυτό το ψυχολογικό έδαφος, η σύγκρουση δεν είναι σύμπτωμα – είναι ανάγκη.
Το περιβάλλον των social media ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη δυναμική. Ο θυμός επιβραβεύεται, οι υπερβολές διαδίδονται ταχύτερα από την ψύχραιμη σκέψη, και η δημόσια συζήτηση ολισθαίνει προς τον εντυπωσιασμό. Έτσι, τα άκρα αποκτούν πλεονέκτημα: ο μηχανισμός της πλατφόρμας προτιμά την ένταση, όχι τη λογική· το σύνθημα, όχι το επιχείρημα.
Το τίμημα για τις δυτικές κοινωνίες
Η πρώτη και πιο ορατή συνέπεια είναι η θεσμική διάβρωση. Όταν ο δημόσιος λόγος βασίζεται στη δυσπιστία και στην καχυποψία, οι θεσμοί παρουσιάζονται ως ύποπτοι ή εχθρικοί, και η λειτουργία τους αποδυναμώνεται. Η αμφισβήτηση γίνεται μόνιμη στάση, όχι υπεύθυνη κριτική.
Μαζί με τους θεσμούς διαβρώνεται και η εμπιστοσύνη στη δημοκρατική διαδικασία. Αν η πολιτική μετατρέπεται σε μόνιμη σύγκρουση, τότε οι πολίτες δυσκολεύονται να διακρίνουν πού τελειώνει η θεμιτή διαφωνία και πού αρχίζει ο σκόπιμος διχασμός. Η κάλπη χάνει την αξία της ως μηχανισμός επίλυσης διαφορών και μετατρέπεται σε μια ακόμη αρένα αντιπαλότητας.
Το αποτέλεσμα είναι η αναστολή κάθε σοβαρής συζήτησης για λύσεις και πρόοδο. Οι πραγματικές προκλήσεις – οικονομικές, γεωπολιτικές, κοινωνικές – απαιτούν σύνθεση, όχι όξυνση. Όταν κυριαρχεί το «θέατρο των ευαισθησιών», η πολιτική χάνει την ικανότητά της να επεξεργάζεται το δύσκολο και το σύνθετο· περιορίζεται απλώς στο να καταγγέλλει.
Στο τέλος, απομένει μια κοινωνία ψυχρότερη, πιο επιφυλακτική, με λιγότερη ανοχή και περισσότερη καχυποψία. Η δημόσια ζωή γίνεται χώρος αντιπαλότητας και όχι συνεργασίας. Και αυτό είναι το πραγματικό κόστος: η απώλεια του κοινού χώρου όπου μπορεί να υπάρξει συζήτηση, διαφωνία και σύνθεση χωρίς να απειλείται η συνοχή.
Οι δυνάμεις που εκμεταλλεύονται τον δυτικό διχασμό
Ο διχασμός της Δύσης δεν αποτελεί μόνο εσωτερικό της πρόβλημα. Είναι ένα πεδίο στο οποίο τρίτες δυνάμεις, και κυρίως η Ρωσία του κ. Πούτιν, έχουν επενδύσει συστηματικά τα τελευταία χρόνια. Η ενίσχυση της μισαλλοδοξίας, η διάδοση συνωμοσιολογικών αφηγημάτων και η καχυποψία προς τους θεσμούς δεν είναι απλώς παρενέργειες της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης· αποτελούν και στόχους εξωτερικής χειραγώγησης.

Το Κρεμλίνο αντιλαμβάνεται ότι μια Δύση κατακερματισμένη, οργισμένη και δύσπιστη απέναντι στους ίδιους της τους θεσμούς είναι μια Δύση λιγότερο ικανή να λειτουργήσει ενιαία και να δράσει συντονισμένα. Έτσι, επενδύει συστηματικά στις ρωγμές – ενισχύοντας άκρα, τροφοδοτώντας ακραίες αφηγήσεις, διογκώνοντας φόβους, παρεμβαίνοντας στο δημόσιο λόγο μέσω ψηφιακών δικτύων. Συντονίζει αντίθετα ιδεολογικά στρατόπεδα μέσω ενός κοινού συναισθήματος: την απέχθεια προς τη Δύση και την αμφισβήτηση της φιλελεύθερης τάξης. Στόχος δεν είναι να επικρατήσει μια συγκεκριμένη ιδεολογία, αλλά να ενισχυθεί η γενικευμένη αποσταθεροποίηση.
Καθώς οι δυτικές κοινωνίες δυσκολεύονται να επεξεργαστούν τις δικές τους εντάσεις, η Ρωσία επιδιώκει να τις πολλαπλασιάσει. Όσο τα άκρα κερδίζουν έδαφος, όσο η μισαλλοδοξία γίνεται τρόπος πολιτικής έκφρασης, τόσο διευκολύνεται το έργο όσων θέλουν μια Δύση αδύναμη, διαιρεμένη και αμφίθυμη. Η εκμετάλλευση του διχασμού δεν είναι τυχαίο αποτέλεσμα· είναι στρατηγική επιλογή.
Και τώρα τι;
Οι μισαλλόδοξοι καιροί που ζούμε είναι αποτέλεσμα μιας μακράς συσσώρευσης εντάσεων και λανθασμένων χειρισμών. Για χρόνια, ο δημόσιος λόγος έχανε σταδιακά το μέτρο του· φωνές που αυτοπαρουσιάζονταν ως «προοδευτικές» συχνά πρόσβαλαν ανθρώπους που ένιωθαν ότι κανείς δεν τους ακούει, ενώ άλλοι θεώρησαν πως η ζωή τους υποτιμάται, πως περιγράφεται με όρους ξένους προς όσα οι ίδιοι βιώνουν. Αυτή η πίεση –ένθεν κακείθεν– άφησε βαθιά κόπωση. Και μέσα σε αυτή την κόπωση, τα άκρα βρήκαν χώρο.
Η πρόσφατη μετατόπιση προς την άκρα δεξιά δεν εξηγείται από κάποια νέα πρόταση, αλλά από ένα αίσθημα αντίδρασης απέναντι στις υπερβολές που προηγήθηκαν. Όταν ο δημόσιος διάλογος γίνεται επιθετικός και ο χαρακτηρισμός παίρνει τη θέση του επιχειρήματος, πολλοί αναζητούν καταφύγιο σε όσους υπόσχονται «απλότητα» – ακόμη κι αν αυτή η απλότητα κρύβει νέες ακρότητες.
Όμως οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες να κινούνται σε διαδοχικούς κύκλους υπερβολών. Χρειάζονται έναν τρόπο να ξαναχτίζουν εμπιστοσύνη, να επαναφέρουν το μέτρο που επιτρέπει την ήρεμη, σοβαρή, ανθρώπινη συζήτηση. Χωρίς αυτό – χωρίς έναν κοινό τόπο στοιχειώδους νηφαλιότητας – η αληθινή δημοκρατία δεν μπορεί να σταθεί. Όχι επειδή απειλείται από κάποιο συγκεκριμένο άκρο, αλλά επειδή εξαντλείται από τη συνεχή ένταση.
Μπορεί να υπάρξει μεταστροφή; Οι πολίτες δεν αλλάζουν στάση από μόνοι τους· επηρεάζονται από το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται. Κι αυτό το περιβάλλον, αρκετά χρόνια τώρα, ενθαρρύνει τον θυμό, απολυτοποιεί τις διαφορές, διαίρει τους ανθρώπους σε στρατόπεδα και τους συνηθίζει να καταγγέλλουν πριν ακούσουν. Άλλους πάλι, τους απομακρύνει από τα κοινά καλλιεργώντας απογοήτευση και ένα αίσθημα ματαιότητας που κάνει τις κοινωνίες ευάλωτες στα άκρα. Δεν υπάρχει κάποιος αυτόματος μηχανισμός αντιστροφής αυτής της πορείας· οι κοινωνίες δεν αλλάζουν από αυθόρμητη «αφύπνιση»· αλλάζουν από τα σήματα που δέχονται καθημερινά.
Ούτε οι πολιτικοί μπορούν να ξεκινήσουν αυτή την αλλαγή. Στο σημερινό κλίμα, όποιος προσπαθεί να είναι νηφάλιος δείχνει αδύναμος, όποιος επιχειρεί να συνθέσει μοιάζει αναποφάσιστος, και όποιος χαμηλώνει τους τόνους χάνει την προσοχή του κοινού. Το σύστημα επιβραβεύει την υπερβολή. Δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένουμε από τις πολιτικές ηγεσίες – ακόμη και από τις πιο «φωτισμένες» – να προηγηθούν, όταν την ατζέντα την ορίζουν τα ΜΜΕ και η ένταση παραμένει το πιο πρόσφορο εργαλείο επιρροής.
Η αφετηρία της αλλαγής: Η ουσιαστική μεταστροφή μπορεί να ξεκινήσει από ένα και μόνο σημείο: την ενημέρωση. Εκεί όπου διαμορφώνεται, καθημερινά, ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, η κοινή αίσθηση των πραγμάτων. Σήμερα, μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης διαμορφώνει στρεβλές προσλαμβάνουσες, διογκώνει εντάσεις, χωρίζει την κοινωνία σε αντίπαλα στρατόπεδα, επιλέγει τον εντυπωσιασμό αντί της ακρίβειας και διαστρεβλώνει για να αιχμαλωτίσει την προσοχή. Ο πολίτης δεν σχηματίζει εικόνα από την άμεση εμπειρία του αλλά από τίτλους, εικόνες, επιλογές θεμάτων και τον τρόπο παρουσίασής τους. Αν αυτό το φίλτρο γίνει λιγότερο τοξικό και περισσότερο ισορροπημένο, ο δημόσιος βηματισμός μπορεί να αλλάξει.
Τα «νέα» μας αφήνουν συχνά κυνικούς, διχασμένους και λιγότερο ενημερωμένους. Η εμπιστοσύνη του κοινού στα μέσα είναι στο χαμηλότερο επίπεδο όλων των εποχών. Ο κυνισμός και ο παραμορφωτικός αρνητισμός της σημερινής «ενημέρωσης» ευθύνονται για την δημιουργία μιας ανισόρροπης, συμφεροντολογικής και παραπλανητικής άποψης για τον κόσμο, δημιουργώντας ένα κενό μεταξύ πραγματικότητας και του τι οι άνθρωποι πιστεύουν.

Nέο μοντέλο ενημέρωσης: Μια ενημέρωση που αναδεικνύει τη λογική απέναντι στη σύγχυση· που προάγει τη διαλεκτική συζήτηση και την οικοδόμηση συναίνεση αντί της σύγκρουσης· που δείχνει πως ο κόσμος του σήμερα θα μπορούσε να είναι αύριο· που παρουσιάζει μια πολυδιάστατη, πληρέστερη εικόνα της πραγματικότητας.
Αυτό το μοντέλο συνοψίζεται στον γενικό – περιεκτικό όρο (όρο ομπρέλα) Εποικοδομητική Δημοσιογραφία. Μια ανεξάρτητη δημοσιογραφία που αναδεικνύει ολόκληρη την εικόνα, όχι μόνο τις σκοτεινές πτυχές. Δεν κρύβει τα προβλήματα· τα τοποθετεί όμως στο πραγματικό τους μέγεθος. Προτείνει λύσεις αντί για ενόχους: παραδείγματα, δυνατότητες, προοπτικές που ανοίγουν τον ορίζοντα αντί να τον στενεύουν.
Αν αυτό το μοντέλο γίνει ο κανόνας, αν γίνει η mainstream ενημέρωση, θ’ αλλάξει και ο τρόπος που σκεφτόμαστε, που μιλάμε, που ακούμε. Θα αλλάξει το τι θεωρούμε «φυσιολογικό», «κανονικό». Θα μεταβληθεί το κλίμα – και όταν μεταβάλλεται το κλίμα, οι πολίτες το επιδοκιμάζουν και η πολιτική ακολουθεί.
Μια νηφάλια, πραγματικά εποικοδομητική, δημοσιογραφία είναι τώρα πιο χρήσιμη από ποτέ και μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο μιας υγιούς κοινωνίας και Δημοκρατίας.
Αυτός είναι ο μόνος δρόμος αντιστροφής.
Ζητούμενο δεν είναι, τελικά, να εξαφανιστούν οι διαφορές· είναι να πάψουν να μετατρέπονται σε αδιέξοδα. Αν υπάρχει μια πραγματική άμυνα απέναντι στη μισαλλοδοξία, βρίσκεται στην αποκατάσταση του χαμένου μέτρου: στην ικανότητα να συζητάμε χωρίς να θεωρούμε τον άλλον εμπόδιο ή απειλή. Μόνο έτσι μπορεί μια κοινωνία να ξαναπροχωρήσει χωρίς να παρασύρεται από τις υπερβολές των καιρών.

