Στον πυρήνα κάθε δημόσιας συζήτησης κρύβεται ένα ερώτημα που σπάνια διατυπώνεται ανοιχτά: ποιος αποφασίζει τι αξίζει να συζητηθεί; Η «ατζέντα» – δηλαδή η ιεράρχηση των θεμάτων που κυριαρχούν στη ροή της ενημέρωσης, στα δελτία ειδήσεων, στις εκπομπές, στις πρώτες σελίδες – δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Είναι προϊόν επιλογών, σκοπιμοτήτων και συμφερόντων. Κάποια γεγονότα προβάλλονται δυσανάλογα, διογκώνονται, επαναλαμβάνονται, μέχρι να καθορίσουν, σχεδόν μηχανικά, το «κλίμα» της ημέρας. Άλλα, λιγότερο βολικά ή πιο σύνθετα, μένουν στο περιθώριο ή δεν αναφέρονται καν. Συνήθως, η επιλογή και ο τρόπος παρουσίασης των «ειδήσεων» σχεδιάζονται για να προκαλούν εντυπώσεις, αγανάκτηση, σύγχυση ή αποπροσανατολισμό.
Η ενημέρωση που θα μπορούσε να φωτίζει αιτίες και λύσεις, υποβαθμίζεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, ή εξοστρακίζεται από την επικαιρότητα, ακόμη κι αν η σημασία της μπορεί να είναι καθοριστική για το μέλλον μας. Η επιλογή του «τι είναι σημαντικό» δεν συνιστά απλή υπόθεση επαγγελματικής κρίσης. Πρόκειται για πράξη με πολιτική, κοινωνική και ηθική βαρύτητα. Κι όταν αγνοείται αυτή η διάσταση, όταν οι δημοσιογράφοι λειτουργούν σαν να μην έχουν ευθύνη για το «κάδρο» που συνθέτουν, τότε η κοινωνία χάνει τον προσανατολισμό της. Αρχίζει να συζητάει όχι όσα την αφορούν ουσιαστικά, αλλά όσα της… σερβίρονται ως πρώτης γραμμής, ανεξαρτήτως ουσίας.
Η «πυξίδα» της ενημέρωσης
Ο ρόλος των ΜΜΕ είναι, ή θα έπρεπε να είναι, επιμορφωτικός και υποστηρικτικός προς τη συλλογική κατανόηση του κόσμου. Όχι να καθοδηγούν, αλλά να διευκολύνουν τη θέαση του ουσιώδους μέσα στον κατακλυσμό των εφήμερων. Να ερμηνεύουν, να συνδέουν, να αποκαλύπτουν – όχι να αποσπούν. Να υπηρετούν, όχι να χειραγωγούν.
Κι όμως, στην πράξη, πολλά μέσα λειτουργούν περισσότερο ως παραμορφωτικός καθρέφτης παρά ως πλαίσιο έκθεσης της πραγματικότητας. Όχι μόνο επειδή κάποια υπηρετούν συγκριμένα συμφέροντα ή υιοθετούν σκοπιμότητες, αλλά και γιατί έχουν εθιστεί σε έναν τρόπο δουλειάς που ανταμείβει την ευκολία: τον εντυπωσιασμό αντί της εμβάθυνσης, το σχόλιο αντί της πληροφόρησης, τη σύγκρουση αντί της εξήγησης. Δεν χρειάζεται πάντοτε δόλος – αρκεί η αμάθεια, η προχειρότητα, η βιασύνη ή η υποτίμηση του κοινού.
Ο λειτουργός της δημοσιογραφίας θα όφειλε να ξεχωρίζει για τη βαθιά του παιδεία. Όχι για την ικανότητά του να φλυαρεί στα πάνελ, να μιμείται τους πολιτικούς ή να κυνηγά την επόμενη φήμη. Κι όμως, πολλοί αμαθείς και απροετοίμαστοι «ενημερώνουν» καθημερινά, διαμορφώνοντας λόγο και εντυπώσεις σε ένα κοινό που ολοένα και περισσότερο αμφισβητεί, κουράζεται ή αποσύρεται.
Τα μέσα μπορούν να καθορίσουν – και το κάνουν – όχι μόνο το τι συζητείται, αλλά και πώς συζητείται. Το πλαίσιο, η γλώσσα, η έμφαση, η επιλογή των προσώπων, των εικόνων και των τίτλων δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται συνειδήσεις και απόψεις. Όταν το πλαίσιο είναι φορτισμένο, το ερώτημα χειραγωγημένο και οι επιλογές περιορισμένες σε πόλωση και κραυγές, τότε η ενημέρωση μετατρέπεται σε «υπνωτισμό».
Τα κίνητρα πίσω από αυτό δεν είναι μυστικά. Η θεαματικότητα επιβάλλει ρυθμό, απλοποίηση, ένταση. Οι πολιτικές και οικονομικές εξαρτήσεις διαμορφώνουν «γραμμές» που δεν παραβιάζονται. Και η σκανδαλοθηρία – η επιλεκτική μεγέθυνση όσων προκαλούν σοκ και αγανάκτηση – έχει μετατραπεί, παγκοσμίως, σε κυρίαρχο μοντέλο παραγωγής «ειδήσεων». Η «αρνητική προκατάληψη» στην παρουσίαση των ειδήσεων επικρατεί. Κάθε ημέρα ένα νέο μέτωπο, ένα καινούργιο σοκ, μια ακόμη «έκτακτη» επικαιρότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η τεχνητή δραματοποίηση λειτουργεί αποπροσανατολιστικά και εξαντλητικά, στερώντας από την κοινωνία την αναγκαία ηρεμία και καθαρότητα για να επεξεργαστεί το ουσιώδες.
Απέναντι σε αυτή την κριτική, πολλοί επαγγελματίες των μέσων επικαλούνται την «επικαιρότητα» ή «αυτό που ζητάει ο κόσμος». Λένε ότι δεν επιλέγουν εκείνοι την ατζέντα – απλώς ακολουθούν το ρεύμα, απαντούν στη ζήτηση, καταγράφουν όσα «ενδιαφέρουν». Μα μιλάμε, στην καλύτερη περίπτωση, για αφέλεια· στη χειρότερη, για βαθιά υποκρισία. Η επικαιρότητα δεν είναι απλά φυσικό φαινόμενο – είναι περισσότερο κατασκευή. Και αυτό που «ζητάει ο κόσμος» δεν προκύπτει από παρθενογένεση· είναι το αποτέλεσμα ενός κύκλου πρόκλησης, τροφοδότησης και αναπαραγωγής που τα ίδια τα μέσα συντηρούν. Το κοινό – όσο, τουλάχιστον, έχει απομείνει, καθώς μειώνεται σταθερά– στις περισσότερες περιπτώσεις, ζητά αυτό που του προσφέρεται επίμονα και επί χρόνια…
Η ευθύνη λοιπόν δεν διαχέεται· είναι υπαρκτή, συγκεκριμένη και επιτακτική. Η κουλτούρα που βλέπει την ενημέρωση ως προϊόν και όχι ως δημόσιο αγαθό είναι αυτή που, τελικά, διαμορφώνει πολίτες-καταναλωτές αντί για πολίτες-συμμέτοχους.
Ακόμη πιο προβληματική είναι πολλές φορές η αυταπάτη που συνοδεύει αυτή τη λειτουργία: η επίκληση μιας δήθεν «αντικειμενικότητας» που καλύπτει την απουσία ευθύνης. Σαν να αρκεί να «μεταδίδεις» χωρίς να εξετάζεις τι μεταδίδεις, πώς το πλαισιώνεις και τι υπηρετείς. Η αποδοχή του ρόλου του παθητικού αναμεταδότη, του «ουδέτερου καθρέφτη», απαλλάσσει από την ευθύνη των επιλογών. Όμως, τα μέσα δεν είναι καθρέφτες, είναι φακοί. Και ο φακός πάντα εστιάζει κάπου, πάντα αφήνει κάτι έξω από το κάδρο.
Η Κοινωνική Ευθύνη

Φυσικά, δεν αρκεί να επιρρίπτουμε την ευθύνη μόνο στα μέσα. Η σχέση ανάμεσα σε ΜΜΕ και κοινό δεν είναι μονομερής· είναι αμφίδρομη, αλληλοτροφοδοτούμενη. Όσο τα μέσα ορίζουν το ενδιαφέρον του κοινού, τόσο και το κοινό, με τις επιλογές του, διαμορφώνει τις προτεραιότητες των μέσων – φαύλος κύκλος. Κι αν αυτή η σχέση έχει διαβρωθεί, δεν είναι μόνο επειδή τα ΜΜΕ παρέκκλιναν της αποστολής τους· είναι και επειδή το κοινό εκχώρησε την ευθύνη της κρίσης του, παθητικά ή βολικά.
Η ευκολία με την οποία αναπαράγονται ατεκμηρίωτες ειδήσεις, ο εθισμός στην καταγγελία χωρίς πρόταση, η ηδονική κατανάλωση θυμού, φόβου και απαξίωσης, όλα αυτά δεν είναι απλώς αποτελέσματα κακής ενημέρωσης. Είναι και αίτια, δημιουργώντας μια υπο-κουλτούρα δημόσιας ζωής που αποθαρρύνει τη σκέψη, ενθαρρύνει τον διχασμό και βαθαίνει την απογοήτευση.
Σε μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων, ο πολίτης δεν ζητά τεκμηρίωση, αλλά επιβεβαίωση. Δεν ζητά κατανόηση, αλλά στοχοποίηση. Και όσο τα μέσα εκτρέφουν και τρέφονται από αυτή τη στάση, τόσο η στάση αυτή παγιώνεται και βαθαίνει. Έτσι, η ατζέντα δεν επιβάλλεται απλά από τα πάνω, ούτε αναδύεται από τα κάτω· οικοδομείται στο κενό ανάμεσά τους, από την έλλειψη ευθύνης και στις δύο πλευρές.
Αν, λοιπόν, και πρωτίστως, τα μέσα οφείλουν να αναστοχαστούν τον ρόλο τους, οφείλει και το κοινό να αναστοχαστεί τον δικό του. Η ενημέρωση δεν είναι προϊόν προς κατανάλωση· είναι εργαλείο δημοκρατίας. Και η δημοκρατία δεν αντέχει χωρίς πολίτες που νοιάζονται όχι μόνο για το τι λέγεται, αλλά και για το πώς λέγεται, γιατί λέγεται και ποιος επιλέγει να το πει.
Η ευθύνη του επόμενου βήματος, μια Κοινωνικά Υπεύθυνη Δημοσιογραφία, δεν ανήκει μόνο στους δημοσιογράφους. Ανήκει σε όλους όσοι συμμετέχουν – ή απέχουν – από τη δημόσια σφαίρα. Κι αν θέλουμε να αλλάξει η ατζέντα, θα πρέπει πρώτα να αλλάξουμε στάση απέναντι σε ό,τι θεωρούμε «ενημέρωση», στον τρόπο με τον οποίο πληροφορούμαστε και κρίνουμε.
Και τώρα τι;
Αν συμφωνούμε ότι η ατζέντα της δημόσιας ζωής δεν είναι ουδέτερη, ότι δεν αντικατοπτρίζει απλώς τον κόσμο αλλά τον διαμορφώνει και ότι η ενημέρωση δεν είναι αυτονόητη αλλά υπόθεση ευθύνης, τότε το ερώτημα μετατοπίζεται: όχι στο αν υπάρχει πρόβλημα, αλλά στο τι κάνουμε από εδώ και πέρα.

Η δημοσιογραφία δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί σαν να είναι υπεράνω – ή εκτός – κοινωνικής ευθύνης. Ούτε μπορεί να αυτοπροστατεύεται πίσω από προσχήματα περί «αντικειμενικότητας», «ζήτησης του κοινού» ή «ρυθμών της αγοράς». Οι δημοσιογράφοι οφείλουν να είναι περισσότερο από αναμεταδότες ή σχολιαστές – πρέπει να είναι ερευνητές, ερμηνευτές, συνομιλητές, υπεύθυνοι διαχειριστές του δημοσίου διαλόγου. Η κοινωνία δεν χρειάζεται περισσότερη πληροφορία – χρειάζεται καλύτερη πληροφορία. Πιο ουσιαστική, πιο τίμια, πιο χρήσιμη.
Αυτό σημαίνει επιστροφή στην τεκμηρίωση, επένδυση στην κατανόηση, ανάδειξη των αιτίων – όχι μόνο των αποτελεσμάτων. Σημαίνει χώρος για τις λύσεις, όχι μόνο για τα προβλήματα. Σημαίνει να δίνεται βήμα όχι μόνο στους κραυγάζοντες, αλλά και στους στοχαζόμενους. Σημαίνει, τελικά, δημοσιογραφία που δεν καταναλώνει τη δυσλειτουργία, αλλά αναζητά τη διέξοδο.
Καμιά αλλαγή δεν ξεκινά βέβαια αν δεν την απαιτήσει και η ίδια η κοινωνία. Κι αν κρίνουμε από τα δεδομένα των τελευταίων ετών, ίσως ήδη τη ζητά – έστω και σιωπηλά. Η αυξανόμενη αποστροφή μεγάλου μέρους του κοινού προς τα παραδοσιακά μέσα δεν είναι απλώς ένδειξη κόπωσης· είναι τρόπος, συνειδητός ή ασυνείδητος, να τεθεί το αίτημα για έναν επαναπροσδιορισμό της έννοιας της «ενημέρωσης». Μια ριζοσπαστικά διαφορετική ενημέρωση: με σεβασμό, με ουσία, με προσανατολισμό στο κοινό όφελος και όχι στην αναπαραγωγή της σύγχυσης.
Οι πολίτες έχουν μεγαλύτερη δύναμη απ’ όση συχνά πιστεύουν: μπορούν και οφείλουν να διεκδικούν καλύτερη ενημέρωση, να επιλέγουν υπεύθυνα τι ενισχύουν, να αποδοκιμάζουν την ευτέλεια και να στηρίζουν τη δημοσιογραφία που τιμά τον ρόλο της. Η ενημέρωση είναι κοινό αγαθό. Και όπως κάθε αγαθό, χρειάζεται πολίτες που να το υπερασπίζονται – όχι μόνο επαγγελματίες που να το παράγουν.
Η εποχή δεν χρειάζεται έναν ακόμη τίτλο σοκ. Χρειάζεται δημοσιογράφους που να σέβονται τον αναγνώστη, τον ακροατή, τον πολίτη· που να μη βολεύονται με την κυνική διαπίστωση ότι «έτσι είναι το σύστημα», αλλά να δοκιμάζουν, κάθε μέρα, να το κάνουν λίγο καλύτερο. Χρειάζεται μια δημοσιογραφία που να μη μεταδίδει απλώς αυτό που συμβαίνει, αλλά να αναρωτιέται: πώς μπορεί να πάει αλλιώς;
Αυτό είναι, ίσως, το πιο υπεύθυνο επόμενο βήμα!
