«Οι άνθρωποι απαιτούν ελευθερία του λόγου για να αναπληρώσουν
την ελευθερία της σκέψης, που αποφεύγουν»
Σαίρεν Κίρκεγκωρ
Ζούμε σε μια εποχή όπου οι λέξεις έχουν χάσει το βάρος και το νόημά τους, ενώ η μορφή έχει προ πολλού καταστρατηγήσει το περιεχόμενο. Το κραυγαλέο και οχληρό επικρατεί, όχι επειδή φέρει ουσία, αλλά επειδή επιβάλλεται διά του ανούσιου θορύβου. Η εποχή μας μοιάζει να έχει παραδώσει τα ηνία του βαρύνοντος δημόσιου λόγου, της σοβαρής πολιτικής έκφρασης και της υπεύθυνης κοινωνικής στάσης σε μια παράξενη αντιστροφή αξιών: το θράσος μεταμφιέζεται σε τόλμη, η επίθεση σε συνέπεια στάσης και η άρνηση σε ηθική καθαρότητα. Το θράσος έτσι καθίσταται αρετή, και η ήρεμη και συγκροτημένη σκέψη θεάται ως δειλία και ηττοπάθεια. Μα, το θράσος δεν είναι παρά ένα θάρρος που έχασε τον δρόμο του· ένα θάρρος που υπερχείλισε δίχως κανέναν απολύτως προσανατολισμό…
Πρόκειται, λοιπόν, για μια εποχή αντιθετικού καθορισμού και αρνητικού ετεροπροσδιορισμού, όπου το υποκείμενο συγκροτεί την ταυτότητά του όχι με βάση αυτά που πρεσβεύει, αλλά με όσα αρνείται, απορρίπτει και λοιδορεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αποχή από την όποια ενεργόφιλη πρόταση δεν εκλαμβάνεται ως αδυναμία ή φόβος ανάληψης ευθύνης, αλλά ως ηρωισμός, αντίσταση και μη συμβιβασμός με την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Το «όχι», όμως, γίνεται εργαλείο εντυπωσιασμού, όχι πράξης και βούλησης για πραγματική αλλαγή των κακώς κειμένων. Στις μέρες μας, το «τίποτα» αποθεώνεται, αρκεί να εκφέρεται με απόλυτο τόνο και ύφος καταγγελτικό και δραματικό. Αυτό το πολιτισμικό φαινόμενο δεν είναι απλώς αισθητικό ή ρητορικό, μα βαθιά φιλοσοφικό και ηθικό. Διότι, πίσω από το φαίνεσθαι του ριζοσπαστισμού και του αντισυμβατικού, πιθανώς, ελλοχεύει μια αποφυγή: η αποφυγή της ανάληψης ευθύνης, της αντιπρότασης και της δέσμευσης.
Η Άρνηση ως κατ’ επίφασιν Καθαρτήριο
«Όλοι φαίνεται να θέλετε την ελευθερία, αλλά όταν την αποκτήσετε
δεν ξέρετε τι να την κάνετε ή τι είναι»,
Nostalghia (1983), Dir. Andrei Tarkovsky
Στον δημόσιο διάλογο, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρατηρείται μια έκρηξη αρνητικότητας, η οποία, όμως, δεν λειτουργεί μήτε ως αντίσταση στην υπάρχουσα κατάσταση μήτε ως εναλλακτική πρόταση. Αντιθέτως, μοιάζει να λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης των κακώς κειμένων, πράγμα που οδηγεί, συστοίχως, και στην αναπαραγωγή τους. Πρόκειται, έτσι, για έναν, τρόπον τινά, εφησυχασμό της συνείδησης: «Εφόσον δεν συμφωνώ, δεν φέρω ευθύνη, δεν επιλέγω». Υπό αυτό το πρίσμα, η άρνηση γίνεται ένας εύκολος τρόπος να διαχωρίσει κανείς την θέση του από την υπάρχουσα πραγματικότητα χωρίς να δεσμεύεται, παράλληλα, για κάτι ή σε κάτι άλλο.
Τούτος ο μηχανισμός είναι αδιόρατος μα πλήρως υπαρκτός. Ενδύει την αδυναμία για σύλληψη μιας θετικής πρότασης υπό τον μανδύα του ηθικού ιδεώδους, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται απλά για ένα είδος ποντιοπιλατισμού. Το «εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς» αντικαθιστά το «εγώ προτείνω αυτό». Αυτή η αντικατάσταση συνιστά και τον ορισμό μέσω της αντιθετικότητας: το να ορίζεται δηλαδή κάποιος όχι βάσει αυτού που προτείνει ο ίδιος, μα βάσει της αντίθεσής του σε αυτό που προτείνει κάποιος άλλος. Αντίθεση, μάλιστα, που μπορεί να έχει ή όχι κάποιο ουσιαστικό νόημα. Έτσι, ο αρνητισμός παρουσιάζεται ως συνέπεια στάσεως, ενώ, πιθανώς, στην πραγματικότητα να είναι μονάχα ένδειξη δειλίας μπροστά στο ρίσκο της ευθύνης που ενέχει η ανάληψη πράξης.
«Τώρα π’ ανοίγουν
Οι τελευταίες καταπακτές
Βγάζοντας νάνους
Κι ηλίθιους κι ουδέτερους
Καθένας τους κι ένας Πιλάτος»
«Πιλάτοι», Αλέξης Τραϊανός
Το Θράσος ως Υποκατάστατο του Στοχασμού

Τὸ τίποτα ἀφυπνίζει τὴν ψυχή
ὅταν αὐτὴ συλλογίζεται μὲ πάθος
τὸ πεθαμένο καὶ μακάριο παρελθόν·
τὸ ἠλίθιο τίποτα ἔτσι, ἀπότομα,
τρελλαίνει τὴν ψυχή…
«Ηλίθιο», Γιώργος Σαραντάρης
Η ιστορία της φιλοσοφίας, από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους μέχρι τους Γάλλους αποδομιστές, καθιστά διαυγές πως τόσο η σκέψη όσο και οι ιδέες αναδύονται μέσα από μία διαδικασία αμφιβολίας και διαρκούς διερώτησης, μέσα από τον αναστοχασμό και την ανοιχτωσιά του. Ο στοχαστής μήτε κραυγάζει μήτε θορυβεί. Αντιθέτως, ρωτά, αμφισβητεί, μένει σιωπηλός όταν δεν έχει ακόμη φτάσει στην αλήθεια. Στον αντίποδα, η θρασύτητα προσφέρει κάτι ολότελα διαφορετικό: βεβαιότητα χωρίς εσωτερική διεργασία, άποψη δίχως κόπο και κριτική σκέψη, παρουσία χωρίς υπόσταση και νόημα.
Ο Νίτσε, στο έργο του Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, διακωμωδεί τον «υπερβολικά σοβαρό άνθρωπο» που συγχέει την θορυβώδη έκφραση με το βάθος. Ο στοχασμός δεν είναι θορυβοποιός. Εν τη απουσία του, όμως, συχνά φύεται η θρασύτητα σαν ένα είδος αυτοάμυνας ενός λόγου που δεν έχει ερείσματα, επιχειρήματα και βαθύρριζο νόημα.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε συζητήσεις της καθημερινότητας, μα, ακόμα χειρότερα, και σε θεσμικά πρόσωπα, έχει, πλέον, αναπτυχθεί ένα νέο ύφος – το στυλ του «τολμηρού τίποτα». Πρόκειται για δηλώσεις και στάσεις που υποδύονται έναν ριζοσπαστισμό ή μία αυθεντία, μα στην ουσία δεν διαθέτουν μήτε το ένα μήτε το άλλο. Αυτό το ύφος, δυστυχώς, γεννά ένα νέο είδος δημόσιου προσώπου, έναν νέο ανθρωπότυπο ακόμα-ακόμα: τον αντι-ήρωα της απάθειας. Πρόκειται για τον άνθρωπο που δεν αναλαμβάνει ουδεμία ευθύνη, αλλά έχει έτοιμη μια απάντηση για όλα. Είναι ο «τολμηρός» και «καταγγελτικός» εκείνος τύπος που δεν διακινδυνεύει απολύτως τίποτα, διότι δεν προτείνει απολύτως τίποτα. Σαν τον ήρωα του Μπέκετ στο έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό», στέκεται με μια ακινησία γεμάτη νόημα – μόνο που, εν αντιθέσει με τον μπεκετικό ήρωα, η εποχή μας δεν συμβολοποιεί σε αυτήν την στάση την υπαρξιακή αγωνία, αλλά γιορτάζει στην εν λόγω απάθεια ένα είδος αναίμακτης και μη κοστοβόρας αντίστασης.
Η τόλμη, όμως, έχει κόστος. Σηματοδοτεί την ανάληψη μιας θέσης, την υπεράσπιση μιας άποψης, την δέσμευση σε ένα σχέδιο που μπορεί και να αποτύχει. Το θράσος, αντιθέτως, δεν έχει κόστος. Είναι εκείνη η φωνή που διακόπτει, που ειρωνεύεται, που γελοιοποιεί χωρίς να προσφέρει μια εναλλακτική λύση ή πρόταση. Διότι αποτελεί μια μορφή θράσους το να αρνείσαι τα πάντα δίχως να επιχειρείς το παραμικρό. Είναι εύκολο να γκρεμίζεις, μα πολύ πιο δύσκολο να οικοδομείς.
Σε αυτή την ιδιόμορφη μετουσίωση των εννοιών, το θράσος μοιάζει με θάρρος διότι μιμείται τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά: την ένταση, την ορμητικότητα, την αντιδραστικότητα και, πιθανώς, την ανατρεπτικότητα. Όμως του λείπει το ουσιώδες: η ενεργόφιλη πρόθεση για αλλαγή μέσω της δημιουργίας και όχι μέσω μιας ανούσιας διαμαρτυρίας δίχως στόχο. Το θράσος θέλει να καταστρέψει, όχι να μεταμορφώσει. Θέλει να φαίνεται τολμηρό, αλλά είναι μονάχα θορυβώδες.
Το Φαίνεσθαι ως Υποκατάστατο της Πολιτικής
Η πολιτική σκέψη, κατά την Χάνα Άρεντ, βασίζεται στην πράξη και στην κοινή, συλλογική ευθύνη. Όμως στην δημόσια σφαίρα των ημερών μας, αυτή η πράξη έχει υποκατασταθεί από την κενή περιεχομένου πολιτική επικοινωνία. Ο ουσιώδης πολιτικός στοχασμός αντικαθίσταται από τις εικόνες και τις θορυβώδεις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι, πλέον, η πολιτική καθίσταται θέαμα, η ιδεολογία συνοψίζεται σε hashtags και η θέση υποκαθίσταται από το φορεμένο «στυλ» της στάσης.
Αυτό το φαινόμενο, που ο Γκυ Ντεμπόρ είχε προφητεύσει, ήδη από τη δεκαετία του ’60, στην «Κοινωνία του Θεάματος», έχει πλέον ολοκληρωθεί: το νόημα δεν έχει καμία σημασία, αρκεί μονάχα η εντύπωση. Ο πολίτης-δημιουργός μετατρέπεται σε είρωνα «σχολιαστή», που αρνείται να συμμετάσχει – αλλά, απαιτεί να κριτικάρει.
Ένα από τα πιο επικίνδυνα χαρακτηριστικά αυτής της κατάστασης είναι η ανάδειξη της έλλειψης πρότασης σε ένδειξη ηθικής καθαρότητας. Όποιος δεν προτείνει τίποτα, θεωρείται λιγότερο «συμβιβασμένος» από αυτόν που ρισκάρει να διατυπώσει μια άποψη και να κριθεί για αυτήν. Το κενό ενδύεται ως αυθεντικότητα. Η σιωπή παρουσιάζεται ως αξιοπρέπεια. Όμως, το να μη μιλάς δεν σημαίνει ότι έχεις βάθος. Μπορεί, απλώς, να σημαίνει ότι δεν έχεις τίποτα να πεις, να σημαίνει πως είσαι κέλυφος αδειανό.
Στον δημόσιο διάλογο, αυτός που προτείνει, είναι ευάλωτος: μπορεί να δεχτεί επίθεση, να διαψευστεί, να εκτεθεί. Εκείνος όμως που περιορίζεται στη γενική απαξίωση των πάντων, διατηρεί ένα αόρατο πλεονέκτημα: φαντάζει «αγνός» και «ανένταχτος». Τουτέστιν, δεν σπάει αυγά για να κάνει ομελέτα. Όμως αυτή η «καθαρότητα» είναι αποστειρωμένη. Δεν έχει σχέση με την ηθική, αλλά με την αποφυγή εμπλοκής· με την αποφυγή ανάληψης οποιασδήποτε ευθύνης.
Η απολυτότητα δεν είναι πάντα ένδειξη διαυγούς σκέψεως και σταθερής στάσεως. Πολλές φορές μπορεί να είναι απλώς μια αμυντική στάση, μια ψευδαίσθηση δύναμης που αποφεύγει την σύγκρουση με την πολυπλοκότητα καθώς και την λήψη της οποιασδήποτε απόφασης. Το «όχι σε όλα» μπορεί να ηχεί γενναίο, αλλά στην ουσία του πρόκειται για μια, σχεδόν, απολιθωμένη στάση, και, ως γνωστόν, ό,τι δεν κινείται, αργά ή γρήγορα, πεθαίνει. Το απόλυτο προσφέρει ασφάλεια – γιατί δεν εμπλέκεται, δεν διαπραγματεύεται, δεν αναλαμβάνει. Βέβαια, και το σχετικό, από την άλλη πλευρά, μπορεί να καταστεί απάγκιο από την φουσκοθαλασσιά που μπορεί να φέρει η ανάληψη μιας συγκεκριμένης θέσης. Συνεπώς, αρχή και τέλος, είναι το σκέπτεσθαι και το πράττειν.
Ο Καμύ, στο έργο του η Πανούκλα, μας παρουσιάζει έναν γιατρό που μήτε κραυγάζει μήτε φλυαρεί, μα πράττει. Η αληθινή πράξη, μας λέει, είναι η σιωπηλή επιλογή της ευθύνης.
Η Κραυγή ως Τρόπος Άντλησης Αξίας και Προσοχής
Τα κοινωνικά δίκτυα, δυστυχώς, έχουν δημιουργήσει έναν δυναμικό κύκλο ανατροφοδότησης της όχλησης. Η επιβράβευση της υπερβολής, της ειρωνείας και του μανιχαϊσμού διαμορφώνει ένα επικοινωνιακό τοπίο όπου η μετριοπάθεια θεωρείται αδυναμία και η επιχειρηματολογία βαρετή. Κυριαρχεί ο διχασμός: αν δεν είσαι μαζί μας, είσαι εναντίον μας. Αν δεν φωνάζεις και δεν υβρεολογείς κρυμμένος πίσω από την ανωνυμία του διαδικτύου, δεν υφίστασαι στον δημόσιο διάλογο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η σύνθετη σκέψη, η αμφισημία, η επιφύλαξη, η προσπάθεια κατανόησης της πολυπλοκότητας, εκλαμβάνονται συλλήβδην ως «κρυψίνοια» , «στρογγυλέματα» ή «ισαποστακισμός». Αντί να επιβραβεύεται ο στοχασμός, επιβραβεύεται η κραυγή. Όχι για να αλλάξει κάτι, αλλά για να δώσει την ψευδαίσθηση ότι κάποιος αντιστέκεται – χωρίς κόστος, χωρίς έργο, χωρίς προοπτική.
Και το κεντρικό ερώτημα παραμένει κραταιό: είναι αυτή η άρνηση μια μορφή πράξης; Ή πρόκειται για ένα, συνειδητό ή ασυνείδητο, τέχνασμα για να αποφύγουμε την ευθύνη που φέρει η πρόταση; Στην πραγματικότητα, η άρνηση –όταν δεν συνοδεύεται από εναλλακτική ή προοπτική– ακυρώνει την πράξη, καθώς δεν αποτελεί συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο, αλλά απόσυρση από αυτόν, ακόμα και εάν αυτή η απόσυρση συντελείται θορυβωδώς.
Η πράξη ενέχει πάντα ένα ποσοστό ρίσκου· ενέχει κόπο και εμπλοκή. Προϋποθέτει πίστη σε κάτι, όχι απλώς απόρριψη της πίστης του αντιπάλου. Η δέσμευση σε μια πρόταση είναι σκληρότερη από την απόρριψη μιας υφιστάμενης, καθώς φέρει μαζί της την ευθύνη της αποτυχίας. Η άρνηση χωρίς πρόταση δεν είναι επαναστατικότητα. Είναι άρνηση να σηκώσεις βάρος της επιλογής και της απόφασης.
«Η σιωπή είναι κραυγή»
Ηλίας Μέλιος
Και τώρα τι: Η Ευθύνη της Σιωπής, της Πρότασης, της Σεμνότητας

«Η τόλμη μας ανάγκασε την πάσα γη και θάλασσα
να μας ανοίξουνε το διάβα
και παντού εστήσαμε μνημεία αθάνατα
για τα καλά ή τα κακά που μας έτυχαν»
Επιτάφιος του Περικλέους, 431-430
Μέσα σε όλη αυτή την παντοκρατορία της ρηχής αντίδρασης, τρεις στάσεις αποκτούν ιδιαίτερη ηθική βαρύτητα: η σιωπή, η πρόταση και η σεμνότητα.
Η σιωπή, όταν είναι συνειδητή, δεν εξισώνεται με την απουσία, μα συνιστά άρνηση συμμετοχής στο παιχνίδι των εντυπώσεων. Ο σπουδαίος ποιητής Τ.Σ. Έλιοτ έλεγε πως «η σιωπή είναι το σημείο όπου αρχίζει το νόημα», καθώς η σιωπή ως θέση μπορεί να εμπεριέχει στοχασμό, εγκράτεια και ταπεινότητα.
Η πρόταση, ακόμη κι όταν είναι ατελής, φανερώνει βούληση. Φανερώνει ανάληψη ρίσκου, προσωπική εμπλοκή και, κυρίως, ελπίδα και όραμα. Όποιος προτείνει, εκτίθεται, εμπλέκεται και προσπαθεί να αλλάξει αυτά που θεωρεί στραβά και κακώς καμωμένα και, ακριβώς γι’ αυτό, βαραίνει περισσότερο περισσότερο από εκείνον που αρνείται τα πάντα χωρίς να προτείνει και να χτίζει τίποτε.
Η σεμνότητα, τέλος, είναι μια αρετή που έχει σχεδόν εξαφανιστεί παντελώς όχι μόνον από τον δημόσιο διάλογο, μα και από τον ιδιωτικό. Πρόκειται για την αποδοχή των ορίων μας και την αποστασιοποίηση από την φιλοδοξία να κερδίσουμε εντυπώσεις.
Η εποχή της κραυγής έχει πλέον καταστεί ιδιαιτέρως προβλέψιμη και, άρα, από βαρετή έως κουραστική. Πόλεμοι ξεσπούν εν μία νυκτί και αντιμετωπίζονται ηλιθιωδώς από τους πολιτικούς ταγούς με αναρτήσεις στα social media λες και πρόκειται για σχολιασμό της νέας σειράς του Netflix. Εκατοντάδες συνάνθρωποι μας αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ή, ακόμα χειρότερα, χάνουν τις ζωές τους καθημερινά και η παγκόσμια κοινότητα παραμένει εξοργιστικά άπραγη, καθιστώντας πρόδηλη για ακόμη μία φορά την ανικανότητά της να βρει ουσιαστικές λύσεις και να λάβει άμεσες και σοβαρές αποφάσεις σε ιστορικές καμπές. Η κοινωνία του θεάματος και η εποχή των πολιτικών γελωτοποιών και των θρασύτατων «τίποτα» φαίνεται πως, δυστυχώς, ήρθε για να μείνει. Η ρηχή τόλμη του τίποτα και η θρασυδειλία, δεν πρόκειται να επιφέρει ουδεμία ουσιαστική αλλαγή. Αυτό που χρειάζεται είναι μια νέα μορφή τόλμης – πιο αθόρυβη, πιο συγκροτημένη, πιο πρόθυμη να δοκιμαστεί στα δύσκολα. Πρόκειται για την τόλμη της πρότασης, της δέσμευσης, της δημιουργικής εμπλοκής. δίχως προσωπικές ατζέντες, φιλοδοξίες αρχηγίσκων που τους λείπει εξ αρχής το οποιοδήποτε πολιτικό όραμα που στον πυρήνα του θα έχει το συλλογικό καλό.
Το ερώτημα δεν είναι αν διαφωνούμε με τον κόσμο – όλοι λίγο-πολύ διαφωνούμε. Το πραγματικό ερώτημα είναι: τι είμαστε πρόθυμοι να οικοδομήσουμε στην θέση του; Εκεί φαίνεται η διαφορά ανάμεσα στο θράσος και την αληθινή τόλμη. Εκεί όπου αρχίζει η ατομική και συλλογική πράξη. Εκεί όπου αρχίζει –και ποτέ δεν τελειώνει– ο μόνος νόμος που ορίζει την ανθρώπινη πολιτεία και συνύπαρξη: το ήθος.

