author-image-26 Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος

Δ/ντης έκδοσης

atc-portal

atc-portal

summer-2026

summer-2026

Δημοκρατία & Θεσμοί

Δημοκρατία & Θεσμοί

Κοινωνία & Πολιτισμός

Κοινωνία & Πολιτισμός

Υπάρχουν φράσεις που, μολονότι ειπώθηκαν αιώνες πριν, δεν παύουν να επηρεάζουν τις κοινωνίες μας. Η γνωστή ρήση που αποδίδεται στον Βολταίρο —«Μπορεί να διαφωνώ με αυτά που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να τα λες»— έχει γίνει σχεδόν έμβλημα της ελευθερίας του λόγου. Γεννημένη μέσα στο πνεύμα του Διαφωτισμού, σε μια Ευρώπη βυθισμένη στη λογοκρισία, στη θρησκευτική μισαλλοδοξία και στην αυθεντία της εξουσίας, εξέφραζε την αδηφάγα ανάγκη του ανθρώπου να μιλήσει, να σκεφτεί, να αντιταχθεί χωρίς να φοβάται. Ήταν μια ασπίδα απέναντι στην τυραννία — ένα κάλεσμα για ελευθερία και λογική.

Τρεις αιώνες αργότερα, όμως, η ίδια φράση ηχεί διαφορετικά. Ζούμε σε μια εποχή όπου ο λόγος δεν καταπνίγεται από την εξουσία, αλλά πλημμυρίζει ακατάπαυστα τον δημόσιο χώρο. Στα κοινωνικά δίκτυα, στα σχόλια, στις πλατφόρμες γνώμης, όλοι μπορούν να εκφράζονται για τα πάντα — και αυτό, που άλλοτε φάνταζε νίκη της δημοκρατίας, τείνει να μετατρέπεται σε πρόκληση εναντίον της. Δεν πρόκειται μόνο για υπερβολή ύφους ή για εκτροπή του δημόσιου ήθους, αλλά για μια νέα συνθήκη όπου όσα λέγονται μπορεί να επηρεάζουν, να κατευθύνουν και τελικά να διαμορφώνουν την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία. Η ελευθερία του λόγου συχνά συγχέεται με την απόλυτη ελευθεριότητα: με το «δικαίωμα» να προσβάλλεις, να διαστρεβλώνεις, να διασπείρεις μίσος, να στοχοποιείς, στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης ισότητας των φωνών.

Αν ο Βολταίρος ζούσε σήμερα, θα υπερασπιζόταν ακόμη κάθε λόγο — ή θα ζητούσε λογοδοσία για τις συνέπειές του; Είναι άραγε η δημοκρατία πιο δυνατή όταν αντέχει τα πάντα, ή όταν θέτει όρια εκεί όπου η «ελευθερία» μετατρέπεται σε όπλο εναντίον της;

Αυτό είναι το δίλημμα της εποχής μας· και η φράση του Βολταίρου, που κάποτε υπήρξε απάντηση στην τυραννία, ίσως να είναι τώρα η αρχή ενός νέου ερωτήματος: πώς υπερασπίζεσαι την ελευθερία του λόγου χωρίς να επιτρέπεις την εκτροπή του;

Ιστορικό-φιλοσοφικό πλαίσιο

Για να κατανοήσουμε τη ρήση του Βολταίρου, χρειάζεται να γυρίσουμε στο Παρίσι του 18ου αιώνα — στην καρδιά του Διαφωτισμού, όταν η Ευρώπη προσπαθούσε να αποτινάξει τα δεσμά της άγνοιας, της δεισιδαιμονίας και της αυθεντίας. Ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ (1694–1778), το πραγματικό του όνομα, γόνος αστικής τάξης και πνεύμα ανήσυχο, στάθηκε απέναντι στις τότε κατεστημένες αντιλήψεις: την Εκκλησία που καταδίωκε κάθε διαφορετική σκέψη ως αίρεση, το Στέμμα που επέβαλε λογοκρισία και βίαιη καταστολή. Με το όπλο της σάτιρας και την πένα του φιλελεύθερου στοχαστή, ο Βολταίρος έκανε το θάρρος της έκφρασης πολιτική πράξη.

Αξίζει να σημειωθεί πως η περίφημη ρήση του, αυτή που έγινε σύμβολο της ελευθερίας του λόγου, δεν γράφτηκε ακριβώς από τον ίδιο, αλλά από τη βιογράφο του, την Έβελυν Χολ, ως περίληψη του πνεύματός του. Ωστόσο, η φράση αποδίδει με ακρίβεια τη φιλοσοφία του. Για τον Βολταίρο, η ελευθερία του λόγου δεν ήταν αφηρημένο ιδανικό. Το δικαίωμα να εκφράζεις αυτό που πιστεύεις ήταν αναπόσπαστο από το να σκέφτεσαι ελεύθερα. Χωρίς ελεύθερη σκέψη, η κοινωνία υποτάσσεται στα δόγματα.

Ο Διαφωτισμός γεννήθηκε ως απάντηση σε έναν κόσμο όπου η αλήθεια επιβαλλόταν άνωθεν και η διαφωνία τιμωρείτο. Κάθε ελεύθερη φωνή τότε σήμαινε πράξη ασέβειας και πρόκλησης απέναντι στην εξουσία. Μέσα σε δικαστήρια της Ιεράς Εξέτασης, φυλακίσεις για «αιρετικές» ιδέες και καθεστώτα που ταύτιζαν τη διαφωνία με την προδοσία, ο λόγος του Βολταίρου ηχούσε σαν προσευχή για δυνατότητα έκφρασης. Το να υπερασπίζεσαι το δικαίωμα του άλλου να μιλήσει — ακόμη κι αν έλεγε «ανοησίες» — ήταν ουσιαστικά μια στάση απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας, αλλά και στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας ικανής να σκέφτεται και να κρίνει.

Προμετωπίδα του έργου Éléments de la philosophie de Newton (Άμστερνταμ, 1738), όπου εμφανίζεται ο Βολταίρος στο γραφείο του να δέχεται το φως της αλήθειας από τον Νεύτωνα διά μέσου ενός καθρέφτη, που κρατά η Madame du Châtelet.

Όμως, αυτή η ρήση ανήκει σε έναν κόσμο που πάλευε να αρχίσει να μιλά, όπου η ελευθερία της έκφρασης αποτελούσε ζητούμενο και όχι δεδομένο. Η υπεράσπιση της φωνής του άλλου είχε τότε χαρακτήρα αντίστασης απέναντι στη βία της εξουσίας — όχι διαχείρισης ενός υπερκορεσμένου δημόσιου χώρου. Ο Βολταίρος φοβόταν τη φίμωση –την επιβεβλημένη σιωπή – ενώ, εμείς σήμερα ζούμε μέσα σε έναν διαρκή θόρυβο που διαβρώνει τη διάκριση. Εκείνος ζητούσε χώρο για να ακουστεί ο λόγος· εμείς αναζητούμε φίλτρα για να ξεχωρίσουμε την αλήθεια από τον κατακλυσμό των απόψεων. Κι αν τότε η υπεράσπιση της φωνής του άλλου ήταν πράξη γενναιότητας, σήμερα μπορεί, πολλές φορές, να μοιάζει με πράξη αφέλειας, γιατί ο άλλος, στην εποχή της υπερπληροφόρησης, δεν είναι πια μια μεμονωμένη φωνή που ζητά να ακουστεί, αλλά συχνά ένα πλήθος που φωνάζει χωρίς μέτρο και επίγνωση.

Νέα μέσα και νέα όρια

Η εποχή μας, στη Δύση τουλάχιστον, δεν στερείται ελευθερίας έκφρασης. Ζούμε μέσα σε μια αδιάκοπη ροή πληροφορίας, όπου η φωνή του καθενός ακούγεται εξίσου δυνατά — ή τουλάχιστον, εξίσου ορατά — με όλων των άλλων. Το Διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα υποσχέθηκαν τη δημοκρατικοποίηση της έκφρασης· και πράγματι, έδωσαν βήμα σε ανθρώπους που για αιώνες δεν είχαν φωνή. Όμως, μαζί με αυτή τη νέα ελευθερία, ήρθε και η ασυδοσία. Ο δημόσιος λόγος, που άλλοτε στηριζόταν στην επιχειρηματολογία και σε μια στοιχειώδη, έστω, αίσθηση μέτρου, έχει μετατραπεί σε πεδίο ιδεολογικής πόλωσης, διαστρέβλωσης, συκοφαντίας και οργανωμένης παραπληροφόρησης, διαδικτυακής επιθετικότητας, στοχοποίησης προσώπων, οργής και τοξικότητας, που επηρεάζουν πολιτικές στάσεις και κοινωνικά αντανακλαστικά.

Ο Βολταίρος πάλεψε για να μπορεί ο πολίτης να εκφέρει τον λόγο του απέναντι στην εξουσία. Σήμερα, η «εξουσία» παίρνει πολλές μορφές και βρίσκεται παντού – στα ΜΜΕ, στους ανώνυμους λογαριασμούς, στις οργανωμένες ομάδες παραπληροφόρησης, αλλά και στους αλγορίθμους που καθορίζουν ποιος ακούγεται και ποιος όχι. Η φράση του, που κάποτε υπερασπιζόταν το άτομο απέναντι στον κατασταλτικό μηχανισμό κάθε μορφής τυραννίας, λειτουργεί πια συχνά ως ασπίδα για όσους χρησιμοποιούν τον λόγο για να υπονομεύουν τις ίδιες τις προϋποθέσεις της δημοκρατικής συνύπαρξης. Όταν η δημοκρατία προστατεύει απεριόριστα ακόμη και τον λόγο που την απειλεί, πού αρχίζει η αυτοάμυνα και πού τελειώνει η ελευθερία;

Η σημασία της «ελευθερίας του λόγου» έχει καταστεί σημαία τόσο των φιλελεύθερων δημοκρατών όσο και των λαϊκιστών και ακραίων. Οι πρώτοι τη βλέπουν ως προϋπόθεση της δημοκρατίας· οι δεύτεροι ως εργαλείο για να τη διαβρώσουν. Τα fake news, η ακραία ρητορική και ο λόγος του μίσους – σε ένα περιβάλλον όπου η ταχύτητα διάδοσης υπερβαίνει την ικανότητα επαλήθευσης – βρίσκουν καταφύγιο πίσω από τη φαινομενική ουδετερότητα του «δικαιώματός μου να εκφράζω γνώμη». Στο όνομα της ελευθερίας, ο δημόσιος διάλογος δηλητηριάζεται. Και αυτό συμβαίνει όχι μόνο επειδή κυκλοφορούν ψεύδη, αλλά επειδή κυκλοφορούν ταχύτερα, εντονότερα και αποτελεσματικότερα από τις διαδικασίες που θα μπορούσαν να τα ελέγξουν, να τα διαψεύσουν ή να τα επαναφέρουν σε ένα πλαίσιο λογικής. Και το παράδοξο είναι ότι οι ίδιες αρχές της ελευθερίας που κάποτε γέννησαν τον Διαφωτισμό, λειτουργούν πλέον ως άλλοθι για μια νέα μορφή σκοταδισμού.

Οι άνθρωποι της εποχής μας δεν χρειάζεται να διαλέξουν ανάμεσα στη λογοκρισία και στην ασυδοσία. Χρειάζονται κάτι πιο απαιτητικό: να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και στις συνέπειες του λόγου. Και αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα ατομικής στάσης· είναι και ζήτημα θεσμών, μέσων ενημέρωσης, πλατφορμών και παιδείας, δηλαδή ολόκληρης της υποδομής μέσα στην οποία παράγεται, προβάλλεται και αναδεικνύεται ο δημόσιος λόγος. Γιατί χωρίς αίσθηση ευθύνης, η ελευθερία εκτρέπεται σε αυθαιρεσία· και χωρίς ελευθερία, κάθε κανόνας καταλήγει εύκολα σε φίμωση.
Ο Διαφωτισμός κήρυξε την αποδέσμευση από την αυθεντία της πίστης σε κάθε μορφής εξουσίας· η δική μας εποχή ίσως πρέπει να κηρύξει την αποδέσμευση από την αυθεντία της άποψης ότι η ελευθερία του λόγου δεν έχει όρια…

Το αναπόφευκτο δίλημμα

Η ελευθερία του λόγου είναι ίσως η πιο λεπτή και παρεξηγημένη ιδέα της δημοκρατίας. Από τη μία πλευρά, αποτελεί τη ρίζα της – χωρίς αυτήν δεν υπάρχει δημόσιος διάλογος, δεν υπάρχει έλεγχος της εξουσίας, δεν υπάρχει εξέλιξη της σκέψης. Από την άλλη, είναι και το πιο εύθραυστο θεμέλιό της: γιατί ο λόγος, όταν δεν συνοδεύεται από αυτοπεριορισμό και επίγνωση των συνεπειών, μπορεί να γίνει εργαλείο καταστροφής του ίδιου του δημόσιου χώρου που τον φιλοξενεί.

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, στο «Περί Ελευθερίας», υποστήριζε πως ακόμη και η πιο εσφαλμένη γνώμη οφείλει να ακούγεται, γιατί μόνο έτσι η αλήθεια δοκιμάζεται και δυναμώνει. Ήταν μια τοποθέτηση θεμελιωμένη στην εμπιστοσύνη στον ορθό λόγο: πίστευε ότι ο άνθρωπος, ακούγοντας διαφορετικές απόψεις, θα πλησιάζει σταδιακά στην αλήθεια. Όμως ο Μιλ δεν μπορούσε να φανταστεί κοινωνίες όπου το ψεύδος, ενισχυμένο από την τεχνολογία, διαχέεται πιο γρήγορα απ’ ό,τι προλαβαίνει να αντικρούσει η λογική. Η εποχή του Διαφωτισμού πίστευε στη δύναμη της αλήθειας να λάμψει — η δική μας βιώνει την κυριαρχία της σύγχυσης.

Η Χάνα Άρεντ, έναν αιώνα αργότερα, θα έγραφε ότι η δημοκρατία προϋποθέτει έναν κοινό τόπο, μέσα στον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να διαφωνούν χωρίς να καταλύουν την πραγματικότητα. Όταν κάθε άποψη αξιώνει να γίνει «αλήθεια», τότε η ίδια η έννοια του διαλόγου καταρρέει. Η απεριόριστη ελευθερία του λόγου, χωρίς κάποιον κοινό πυρήνα αναφοράς, οδηγεί όχι στη δημοκρατία, αλλά στο χάος — ή, χειρότερα, στη χειραγώγηση, όπου η ελευθερία μετατρέπεται σε μέσο επιβολής.

Ο Βολταίρος δεν ήθελε να προστατέψει το ψεύδος, αλλά τη δυνατότητα της αλήθειας να ειπωθεί. Η ρήση του, αν την αποσπάσουμε από το ηθικό της πλαίσιο, γίνεται επικίνδυνα αμφίσημη. Η υπεράσπιση «του δικαιώματος να λέγεις ό,τι θες», ασύδοτα, χωρίς κριτήρια, χωρίς συνέπειες, δεν είναι ελευθερία λόγου — είναι διάβρωση της ίδιας της δημοκρατίας. Κάθε ελευθερία θεμελιώνεται πάνω στη συνείδηση των συνεπειών της: όσο μεγαλώνει η πρώτη, τόσο βαραίνει η δεύτερη.

Στο σημείο αυτό, πολλοί στοχαστές του 20ού αιώνα, όπως ο Χάμπερμας, προσπάθησαν να επαναφέρουν το χαμένο μέτρο: μόνο ο λόγος που σέβεται τον άλλον μπορεί να θεωρείται «δημόσιος λόγος». Η δημόσια σφαίρα δεν είναι απλή αγορά ιδεών, αλλά τόπος συνύπαρξης και λογικής επιχειρηματολογίας. Δεν αρκεί να μπορείς να μιλήσεις· πρέπει να μπορείς και να ακούς. Η ελευθερία της έκφρασης χωρίς να ακούς τον άλλον είναι μονόλογος – και ο μονόλογος είναι πάντα αντιδημοκρατικός.
Η κοινωνική θεωρία του Χάμπερμας εστιάζει στην απελευθέρωση του ανθρώπου μέσω του λόγου, διατηρώντας παράλληλα ένα οικουμενικό ηθικό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό βασίζεται στο επιχείρημα που αποκαλείται οικουμενικός πραγματισμός – ότι δηλαδή όλες οι πράξεις λόγου ενέχουν ένα τέλος (με την αρχαία ελληνική έννοια της λέξης) – τον σκοπό της αμοιβαίας κατανόησης, και ότι τα ανθρώπινα όντα διαθέτουν την επικοινωνιακή ικανότητα να την επιτυγχάνουν.

Η πρόκληση επομένως δεν είναι να αποφασίσουμε αν θα φιμώσουμε τον λόγο ή αν θα τον αφήσουμε ανεξέλεγκτο, αλλά να σκεφτούμε πώς μπορεί να λειτουργεί ως κοινό αγαθό. Όπως κάθε κοινό αγαθό —το νερό, ο αέρας, η δημόσια τάξη— έτσι κι ο λόγος χρειάζεται φροντίδα και όρια· γιατί, όταν μολυνθεί, το πλήγμα δεν βαραίνει τον έναν, αλλά όλους.

Και τώρα τι;

Αν ο Βολταίρος υπερασπίστηκε την ελευθερία του λόγου, η δική μας εποχή καλείται να την επανανοηματοδοτήσει, καθώς από θεμέλιο της δημοκρατίας έχει μετατραπεί σε εργαλείο υπονόμευσής της. Δεν αρκεί να υπερασπιζόμαστε το «δικαίωμά» μας να μιλάμε ελεύθερα· χρειάζεται να επαναθεμελιώσουμε τι λέμε και πώς. Ο λόγος δεν είναι πλέον προνόμιο των λίγων (αναφερόμενοι πάντα στις φιλελεύθερες –και όχι κατ’ όνομα– δημοκρατίες), αλλά όλων· άρα καθίσταται συλλογική υπόθεση.
Το ζήτημα, έτσι, μετατοπίζεται στο πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό.

Η πρώτη απάντηση βρίσκεται στην παιδεία πάνω στη σημασία του λόγου: να μαθαίνουμε από το σχολείο όχι μόνο να εκφραζόμαστε, αλλά και να ακούμε, να ελέγχουμε, να επιχειρηματολογούμε. Η κριτική σκέψη δεν είναι πολυτέλεια των διανοουμένων, είναι πράξη δημοκρατίας. Ένας πολίτης που γνωρίζει να αξιολογεί, να διασταυρώνει, να σέβεται, είναι ο μόνος εγγυητής της ελευθερίας που ο Διαφωτισμός μάς χάρισε.

Δεύτερο, χρειάζεται μια δημόσια σφαίρα με κανόνες διαλόγου. Όπως κάθε κοινό αγαθό, το Διαδίκτυο και ο δημόσιος λόγος χρειάζονται αυτορρύθμιση και, ταυτόχρονα, σαφέστερη θεσμική απαίτηση λογοδοσίας από όσους διαμορφώνουν τους όρους της ορατότητας και της επιδραστικότητας. Γιατί το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος μιλά, αλλά και ποιος αναδεικνύεται, ποιος προβάλλεται και με ποια κριτήρια.
Σε επίπεδο αυτορρύθμισης, αναδεικνύονται συγκεκριμένες στάσεις και ευθύνες: πλατφόρμες που προάγουν τη διαφάνεια και αναλαμβάνουν ευθύνη όχι μόνο για το περιεχόμενο που φιλοξενούν, αλλά και για τους μηχανισμούς με τους οποίους το προωθούν, το διογκώνουν ή το επιβάλλουν· πολιτικοί που αντιλαμβάνονται ότι η θεσμική τους θέση δεν νομιμοποιεί τον τοξικό λόγο, αλλά δεσμεύει σε επίπεδο ευθύνης· ΜΜΕ που καλλιεργούν νηφαλιότητα και δεν συγχέουν την πολυφωνία με την υποχρέωση να προσφέρουν ισότιμο κύρος σε κάθε μορφή δημαγωγίας· καθώς και δημοσιογράφοι που επιμένουν στην επαλήθευση, στη διάκριση μεταξύ γεγονότος και γνώμης και σε έναν διάλογο που δεν χαρίζεται ούτε στη διαβρωτική ρητορική ούτε στον εύκολο εντυπωσιασμό.
Ως προς το θεσμικό σκέλος, αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος θα αποφασίζει τι επιτρέπεται να ειπωθεί και τι όχι. Δεν πρόκειται για μια νέα μορφή λογοκρισίας. Το ερώτημα «ποιος ορίζει τα όρια;» είναι υπαρκτό — αλλά δεν ξεκινά σήμερα, ούτε βρίσκεται εκτός δημοκρατίας. Σημαίνει, όμως, ότι οφείλουμε να διακρίνουμε τον λόγο από όσα προκαλεί. Η εκφορά τοξικού λόγου δεν αποτελεί απλώς «άποψη» — είναι πράξη που διαβρώνει την κοινωνική συνοχή και τη δημοκρατική ανθεκτικότητα.
Τα όρια, λοιπόν, δεν τίθενται αυθαίρετα από κάποιον «θεματοφύλακα», αλλά προκύπτουν από βασικές αρχές που ήδη συγκροτούν και ρυθμίζουν τις δημοκρατίες: νόμοι για την υποκίνηση σε μίσος και βία, για την συκοφαντική δυσφήμιση και για τη δημόσια τάξη, ρυθμίσεις για τα ΜΜΕ, αρχές για την προστασία της υπόληψης και την αποτροπή βλάβης – όπως αποτυπώνονται στα συντάγματα, στη νομοθεσία και στα θεσμικά αντίβαρα των δημοκρατικών κοινωνιών.
Δεν λείπουν, λοιπόν οι κανόνες. Λείπει η λειτουργία τους μέσα σε ένα περιβάλλον που τους ακυρώνει. Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί ο λόγος, αλλά να εφαρμόζονται με συνέπεια και καθολικότητα, ώστε να πάψει να κανονικοποιείται η συστηματική του εκτροπή.
Η ελευθερία του λόγου δεν χάνεται όταν υπάρχουν κανόνες· χάνεται όταν αποσυνδέεται από κάθε αίσθηση μέτρου και ευθύνης.

Τρίτο, ο καθένας από εμάς. Σε ατομικό επίπεδο απαιτείται επίγνωση ότι κάθε μας λέξη διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο συνυπάρχουμε. Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε —είτε δημόσια είτε ιδιωτικά— τροφοδοτεί τη δυναμική αυτής της συνύπαρξης. Η επίγνωση αυτή, όμως, δεν διαμορφώνεται στο κενό· προϋποθέτει παιδεία και ένα περιβάλλον που δεν ενισχύει τη στρέβλωση και την ένταση. Όταν αυτά απουσιάζουν, το άτομο δεν μπορεί να καλλιεργήσει ουσιαστικά αυτή τη συνείδηση — και έτσι διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος, όπου η εκτροπή του λόγου αναπαράγει τις συνθήκες που τη γεννούν. Ακόμη και όταν οι κανόνες εφαρμόζονται, μια κοινωνία που «ανταμείβει» τον ακραίο λόγο θα τον αναπαράγει.

Ίσως, λοιπόν, η φράση του Βολταίρου στην εποχή μας να χρειάζεται επαναδιατύπωση: Μπορεί να διαφωνώ με αυτό που λες και θα υπερασπιστώ το δικαίωμά σου να το λες, αλλά όχι το δικαίωμα να χρησιμοποιείς τον λόγο για να σπείρεις μίσος και διχασμό ή να αξιώνεις δημόσια νομιμοποίηση για κάθε μορφή επιθετικότητας ή συνειδητής διαστρέβλωσης ως δήθεν ισότιμης έκφρασης στο όνομα μιας ελευθερίας αποκομμένης από κάθε έννοια ευθύνης.

Γιατί η ελευθερία της έκφρασης δεν σημαίνει επικράτηση ενός ασύδοτου λόγου που παράγει βία, αλλά ενός υπεύθυνου λόγου που υπηρετεί τη δημοκρατία και δεν μετατρέπεται σε μηχανισμό αποδόμησής της.
Αυτή θα ήταν η νέα επανάσταση του ορθού λόγου: όχι μια ελευθερία χωρίς όρια, αλλά μια ελευθερία που τα αναγνωρίζει και τα υπηρετεί.

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε εποικοδομητικά στα άρθρα μας.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση του άρθρου πατώντας εδώ, αλλά...

... είναι μόνο χάρη των μελών/συνδρομητών που μας στηρίζουν που μπορούμε να έχουμε άρθρα.

Εάν μια εποικοδομητική δημοσιογραφία, που δεν εξαρτάται από διαφημίσεις, είναι κάτι που θέλετε να υποστηρίξετε γίνετε μέλος σήμερα.

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 72

Απρίλιος 2026

Μετάβαση στο περιεχόμενο