fbpx
Γιάννης Κανουπάκης

Συντακτική Ομάδα

Χωρίς κατηγορία

Χωρίς κατηγορία

Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα σήμερα

Συζητώντας για την Δικαιοσύνη με τον Λέανδρο Ρακιντζή
«Όχι άλλες Μεταρρυθμίσεις σε κώδικες η κειμένους νόμους…»
Δύσκολες οι απαντήσεις στο σύνολο των προβλημάτων, αλλά, λύσεις υπάρχουν.

Να σταματήσουν τα πολιτικά παιχνίδια στην πλάτη της δικαιοσύνης συστήνει στην κεντρική εξουσία ο Λέανδρος Τ. Ρακιντζής, Αρεοπαγίτης ε.τ., πρώην Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης – για τα πρώτα περίπου 11 χρόνια του θεσμού (2004-2016) – & μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής της έκδοσής μας.

Σε μια εξόχως ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε μαζί του, ξεκαθαρίζει πως τα προβλήματα της Δικαιοσύνης δεν θα λυθούν δια μαγείας, εάν αλλάξει πχ, ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας, που μπορεί σε βάθος χρόνου να ωφελήσει, αλλά, εφόσον γίνουν από τώρα οι κατάλληλες επιλογές προσώπων και ληφθούν σωστά μελετημένα και όχι ευκαιριακά μερεμέτια, νομοθετικά μέτρα, που θα εφαρμοσθούν, με συνέπεια και χωρίς  εκπτώσεις, λόγω των αντιδράσεων εκείνων, που θίγονται τα μικροσυμφέροντα τους. «Ναι, τότε -μας λέει- μπορεί σταδιακά να βελτιωθεί η απόδοση της δικαιοσύνης».

To δίλημμα

Ο κ. Ρακιντζής συνδέει τα τεκταινόμενα στο χώρο της ελληνικής Δικαιοσύνης με τα …σαλούν της Άγριας Δύσης στα οποία ήταν αναρτημένη  η επιγραφή «Μην πυροβολείτε τον πιανίστα». «Δυστυχώς, από τα συνεχή  φαινόμενα  δυσλειτουργίας της Δικαιοσύνης προκύπτει το ίδιο διλημματικό μότο: «Πυροβολείτε ή μην πυροβολείτε την Δικαιοσύνη».

«Και αυτό, -εξηγεί- συνάγεται από όσα συμβαίνουν σε πολλά δικαστικά ή εισαγγελικά επίπεδα, δηλαδή δικαστικές αποφάσεις, που δεν πείθουν για την ορθότητα τους ή γεννούν απορίες, δίκες που σέρνονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα στα ακροατήρια, εισαγγελικές ενέργειες που έχουν πολιτικές συνέπειες, δικονομικές ακυρότητες ή αβάσιμες διώξεις, όπως στην επίκαιρη υπόθεση Novartis. Ακόμη, αρχειοθετήσεις μηνύσεων χωρίς ουσιαστική έρευνα, κυβερνητικές παρεμβάσεις σε εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες και προαναγγελίες εκδόσεως ευνοϊκών δικαστικών αποφάσεων. Αλλά και όταν κάποιες δικαστικές ενέργειες  εμπλέκονται με την πολιτική, τότε αντιμετωπίζονται με δυσπιστία  από μεγάλο τμήμα των πολιτών και όχι μόνον λόγω πολιτικών πεποιθήσεων.  Προσωπικά παρά τη μεγάλη μου πείρα για τα δημόσια και προσωπικά δρώμενα και του ενδιαφέροντος μου για τη βελτίωση της αποδόσεως  της δικαιοσύνης, διστάζω να πάρω σαφή θέση στο δίλημμα αυτό».

Τη δικαιοσύνη σαν βασικό θεσμό της Πολιτείας πρέπει να τη σεβόμαστε απόλυτα,  όπως και τις δικαστικές αποφάσεις, σημειώνει ο κ. Ρακιντζής. Έστω  και αν δεν συμφωνούμε με αυτές, ιδίως, όσες ενέχουν πολιτική χροιά ή γεννούν απορίες, που δεν μπορούν να εξηγηθούν λογικά τουλάχιστον από τους παροικούντες στην Ιερουσαλήμ.
Και προσθέτει ότι: «Τα πρόσωπα, όμως, που στελεχώνουν το θεσμό της Δικαιοσύνης μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής, αλλά για τις δομές και την οργάνωση της δικαιοσύνης, που λίγο πολύ ανάγονται στην εποχή του Όθωνα, χωρίς  ακόμα την πλήρη εισαγωγή στην ηλεκτρονική εποχή, επιβάλλεται να ληφθούν τολμηρά και εποικοδομητικά μέτρα για τη βελτίωση της, έστω κι’αν αυτό θίγει επαγγελματικά συμφέροντα κάποιων ισχυρών κοινωνικών τάξεων ή κεκτημένα δικαιώματα κάποιων άλλων.
Με την ποινική διαδικασία εκτός της ποινικής καταστολής, που αμφιβάλλω εάν είναι πάντοτε επιτυχής, γιατί η αντιεγκληματική πολιτική ασκείται από την κυβέρνηση με οικονομικούς και πολιτικούς σκοπούς  και δεν πρέπει να χρεώνεται η δικαιοσύνη με τις αυτόματες αποφυλακίσεις καταδίκων  ή τις άδειες τους.  Αλλά, επιδιώκεται δια της ποινικοποιήσεως διοικητικών παραβάσεων η είσπραξη φόρων, ασφαλιστικών εισφορών κλπ.
Θα μπορούσε η Πολιτεία να αποποινικοποιήσει ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων διοικητικής φύσης και να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα στους παραβάτες, αλλά φοβάμαι ότι και αυτά θα έχουν τη τύχη των άλλων προστίμων, δηλαδή, θα βεβαιώνονται από τις οικείες ΔΟΥ και δεν θα εισπράττονται και κάποτε θα ρυθμισθούν, ώστε να καταβληθούν σε 120 δόσεις, που συνήθως δεν καταβάλλονται.  Συχνότατα, ακούμε από τους αρμοδίους βαρυσήμαντες δηλώσεις, ότι διατάχθηκε προκαταρκτική εξέταση ή ένορκη διοικητική εξέταση, αλλά σπάνια δημοσιοποιούνται τα πορίσματα τους και  έτσι περιπτώσεις γρήγορα λησμονούνται από όλους εκτός από τα θύματα. Σκοπός της προκαταρκτικής εξέτασης  είναι  η συγκέντρωση  αποδεικτικού υλικού βάση του οποίου η εισαγγελική αρχή θα ασκήσει ή όχι την ποινική δίωξη  διατάσσοντας προανάκριση ή τακτική ανάκριση θέτοντας ταυτόχρονα το αποδεικτικό υλικό, που συνελέγη στο αρχείο.
Πιστεύω, ότι  η προκαταρκτική εξέταση, όπως διεξάγεται, είναι ένα περιττό και χρονοβόρο  στάδιο της ποινικής διαδικασίας  και πρέπει να καταργηθεί. Εάν, όμως, δεν καταργηθεί , τότε δεν πρέπει να διατάσσεται προανάκριση, αλλά βάση του αποδεικτικού υλικού αυτής, που είναι πρωτογενές και πιο γνήσιο, να γίνεται παραπομπή στο δικαστήριο ή να τίθεται η υπόθεση στο αρχείο και έτσι θα περιορισθεί η ποινική διαδικασία κατά ένα στάδιο με μεγάλη οικονομία χρόνου και ταλαιπωρίας  των πολιτών».

Οι «εύνοιες»

Ποινική, όμως, Δικαιοσύνη δεν είναι μόνον  η επιβολή ποινών, αλλά η στη συνέχεια αντιεγκληματική και σωφρονιστική πολιτική, που την ελέγχει  αποκλειστικά η εκτελεστική εξουσία δια του  εκάστοτε  Υπουργού Δικαιοσύνης  με την  οποία ασκεί πελατειακή  ή κομματική πολιτική, υπογραμμίζει με νόημα ο κ. Ρακιντζής.
«Είναι τα λάθη, τις παραλείψεις και την αγανάκτηση  του κοινού για την ευνοϊκή μεταχείριση εγκληματιών  την πληρώνει, χωρίς να φταίει, η Δικαιοσύνη και οι δικαστικοί λειτουργοί, που όσοι τόλμησαν εμφανώς να αντισταθούν έγιναν στόχος αναρχικών ή τρομοκρατών. Πρέπει  να τονίσω, ότι αρκετοί εισαγγελικοί κυρίως λειτουργοί υπήρξαν θύματα της 17 Νοέμβρη.
Γεγονός, όμως,  είναι ότι οι φυλακές  είναι υπερπλήρεις, πολύ πέραν του αριθμού, που μπορούν να φιλοξενήσουν, αλλά αυτό δεν είναι επαρκής δικαιολογία  για την έκδοση ευνοϊκών νόμων, όπως ο ν. Παρασκευόπουλου ή των ειδικών  νόμων, που εκδίδονται κατά  διαστήματα με τους οποίους παραγράφονται πλημμελήματα για τα οποία προβλέπονται μικρές ποινές ή μικρές επιβληθείσες  ποινές αδιαφορώντας, εάν τα θύματα νοιώθουν αδικημένα και χάνουν  την εμπιστοσύνη στη δυνατότητα της  Πολιτείας να τους προστατεύσει.
Κατά τη ταπεινή μου γνώμη πρέπει να σταματήσουν  τα πολιτικά παιχνίδια, με τη  θέσπιση ευνοϊκών νόμων  και η εποπτεία της εκτίσεως των ποινών  και οι άδειες των φυλακισμένων  να περιέλθουν αποκλειστικά στα θεσμικά όργανα, που είναι οι εισαγγελικοί λειτουργοί».

Η βραδύτητα

Κατά τον κ. Ρακιντζή, λοιπόν, το  πρόβλημα της απονομής της δικαιοσύνης  είναι το σοβαρότερο και το περισσότερο δυσεπίλυτο  πρόβλημα απ’ όσα αντιμετωπίζει η χώρα μας στη παρούσα κρίσιμη ακόμα και για την επιβίωση της εποχή  και με πολλαπλές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις του δημοσίου και ιδιωτικού βίου, αλλά   και  του κυβερνητικού έργου.

«Και κυρίως, -συνεχίζει-,  στην οικονομική ανάπτυξη, για την οποία πρέπει να εξασφαλίζεται μεταξύ των άλλων κυρίως ασφάλεια δικαίου, γιατί  κανείς επιχειρηματίας δεν πρόκειται να προβεί στη παραμικρή επένδυση, όσο και κερδοφόρος και αν φαίνεται, εάν πρόκειται να εμπλακεί πολλές φορές για λόγους πολιτικούς σε πολυχρόνιους, δαπανηρούς  και αβέβαιους δικαστικούς αγώνες, κλασσικό παράδειγμα οι δικαστικές περιπέτειες της επένδυσης χρυσού της Eldorado και της επένδυσης στο  Ελληνικό.
Το μεγαλύτερο εκ των ζητημάτων, που ταλαιπωρούν την απόδοση της δικαιοσύνης, είναι η βραδύτητα στην απονομή της, που, επισήμως, ομολογείται, ότι έχει φθάσει στα όρια της αρνησιδικίας  και που αποτρέπει  πολλούς να ζητήσουν δικαστική  προστασία  για μη ταλαιπωρηθούν σε ατελείωτες δικαστικές διαδικασίες, που στοιχίζουν ακριβά. Όπως λέει ο λαός, εάν θέλεις να  καταστρέψεις κάποιον, κάνε του δίκες και στο τέλος να επιβληθούν στους ενόχους, χάριν των ευεργετικών νόμων με αποκορύφωμα το νόμο Παρασκευοπούλου, ποινές που δεν εκπληρώνουν  ούτε τη γενική ούτε την ειδική πρόληψη της ποινής και αφήνουν στους παθόντες ένα αίσθημα πικρίας και απογοήτευσης.
Επίσης, υπάρχει εν πολλοίς  ανεπάρκεια των δικαστηρίων να  επιβάλλουν το νόμο κυρίως στα οικονομικά εγκλήματα, όπου  η δικαστική κρίση εξαρτάται από την αρτιότητα  της πραγματογνωμοσύνης, αλλά και εκ του ότι πολλοί διαφεύγουν, δια της μεθοδευμένης παραγραφής  των αδικημάτων, όπως και η διακριτική μεταχείριση των επωνύμων, που απαλλάσσονται με την έκδοση βουλευμάτων για έλλειψη προθέσεως αντί της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας. Όπου δια της ζώσης  διαδικασίας μπορεί η έλλειψη αυτή να διακριβωθεί, όπως και η σε μεγάλο βαθμό  ποινική και πειθαρχική ατιμωρησία  των δημοσίων υπαλλήλων που  έχει δημιουργήσει στους παρανομούντες  αίσθημα ασυδοσίας. Επισημαίνεται ότι μόνο με την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης επιτυγχάνεται η σκοπούμενη ειδική και γενική πρόληψη  των παντός είδους παραπτωμάτων».

Παλιά υπόθεση

Και για την ιστορία μας θυμίζει ότι η βραδύτητα απονομής της δικαιοσύνης είναι πολύ παλιό πρόβλημα αφού και ο  Shakespeare  στο μονόλογο του Άμλετ λέει, ότι ένα από τα τρία μεγαλύτερα κακά του κόσμου είναι  the laws delays, ο δε Εμμανουήλ Ροΐδης  πριν το 1900 έγραφε «όταν γίνεται ένα  έγκλημα, όλοι ρωτούν, γιατί δεν εκτελούν τον κακούργο και όταν κάποτε τον εκτελούν όλοι ρωτούν τι  έκανε ο ανθρωπάκος και τον εκτελούν»…

«Η βραδύτητα απονομής  αφορά όλους τους  τομείς της δικαιοσύνης (ποινική, πολιτική και διοικητική) αλλά είναι πλέον εμφανής στη ποινική  δικαιοσύνη, που δημιουργήθηκε από πολλούς  λόγους κυρίως  από την ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων, που είναι δικομανείς, εξ ου και η πληθώρα των δικηγόρων, από τη πολυνομία, από τα πολλά στάδια  της ποινικής διαδικασίας, που είναι χρονοβόρα και δαπανηρή για  τους διαδίκους και ιδίως  από τη  συσσώρευση  των ποινικών υποθέσεων  στα δικαστήρια όλης της χώρας, αλλά ειδικά στα δικαστήρια των Αθηνών λόγω της αφειδούς χορηγήσεως  αναβολών εκδικάσεως των υποθέσεων με απλό αίτημα  του κατηγορουμένου  για ανώτερη βία  η λόγω παρόδου του ωραρίου λειτουργίας  του δικαστηρίου.
Σε αυτό βοηθάει και η ευκολία  με την οποία τα δημόσια νοσοκομεία με το αζημίωτο πολλές φορές   παρέχουν βεβαιώσεις εισαγωγής  του κατηγορουμένου ως ασθενούς για τις λεγόμενες δικαστικές ασθένειες , που δεν διαπιστώνονται εύκολα ιατρικά.
Το κύριο χαρακτηριστικό  της ποινικής δίκης είναι η αμεσότητα της διαδικασίας, που επιτυγχάνεται μόνο εάν η δίκη διεξάγεται  σε λογικά χρονικά διαστήματα και όχι να διαιωνίζεται σε ατέρμονα αποδεικτική διαδικασία, όπως π.χ. συμβαίνει με τη δίκη της Χρυσής Αυγής που βρίσκεται σε εξέλιξη σε πρώτο βαθμό για τέσσερα χρόνια.
Άλλωστε,  κύριο στοιχείο της  δικαίας δίκης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ  είναι η ταχεία διεξαγωγή της. Για τη βραδύτητα απονομής της Δικαιοσύνης η χώρα μας  έχει καταδικασθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με μεγάλα πρόστιμα σε πάνω από 450  περιπτώσεις.
Η επιτάχυνση  της απονομής της δικαιοσύνης  αποτελεί  μνημονική υποχρέωση και θεσπίσθηκαν  για τον σκοπό αυτό κάποιες  τροπολογίες  στους Κώδικες  Πολιτικής  και Ποινικής  Δικονομίας, κατά τη γνώμη μου  αλυσιτελείς, γιατί περιορίζουν την αμεσότητα της διαδικασίας.
Δυστυχώς, οι διάφοροι  παράγοντες, που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην ταχύτερη  απονομή της Δικαιοσύνης ενδιαφέρονται συνήθως μόνο για τα δικά τους συνδικαλιστικά μικροσυμφέροντα και, ενίοτε, αντιδρούν  σε κάθε προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων, όπως η επιμήκυνση του ωραρίου  λειτουργίας των δικαστηρίων και η διάσπαση  του Πρωτοδικείου Αθηνών σε περισσότερα πρωτοδικεία. Ο σχετικός νόμος παραμένει ανενεργός από το 1983, η δε εξαγγελία  δημιουργίας δύο νέων πρωτοδικείων στην Αττική από τον Υπουργό Δικαιοσύνης  κ. Κοντονή, ανεκλήθη  αμέσως με την ανάληψη των καθηκόντων του από τον διάδοχο του κ. Καλογήρου.
Στην παρούσα φάση, εκδικάζονται στο Εφετείο Αθηνών  ένας μεγάλος αριθμός υποθέσεων σε πρώτο βαθμό και σε βαθμό κακουργήματος για πράξεις, που τελέσθηκαν πέραν της δεκαετίας και ως εκ τούτου υπάρχει κίνδυνος παραγραφής, η δε διαδικασία  κρατάει χρόνια  και που κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει με βεβαιότητα  πότε θα τελειώσουν, γιατί τα δικαστήρια  συνεδριάζουν σε αραιά χρονικά διαστήματα με διακοπές των συνεδριάσεων πλέον του μηνός, που οφείλεται στην έλλειψη αιθουσών και την απασχόληση  των δικαστών σε άλλες εργασίες».

Kαι τώρα τι;

Οι λύσεις που προτείνει ο κ. Ρακιντζής είναι απλές:

Εξεύρεση και άλλων αιθουσών.

Επέκταση του ωραρίου λειτουργίας των δικαστηρίων κατά δύο τουλάχιστον ώρες, αλλά σε αυτό  αντιδρούν επιτυχώς οι δικηγορικοί σύλλογοι και η ομοσπονδία  των δικαστικών υπαλλήλων, γιατί προσβάλλονται  τα συνδικαλιστικά τους κεκτημένα και –

Απαγόρευση αναβολής της δίκης και σε περίπτωση  ανώτερης βίας, πλήρως αποδεικνυόμενης,  για τη παρουσία στο δικαστήριο του κατηγορούμενου ή του συνηγόρου του η διακοπή της για μικρό χρονικό διάστημα σε ρητή δικάσιμο και ει  δυνατόν  από τους ίδιους δικαστές, ώστε να μην υπάρχει περίπτωση επιλογής δικαστή.

Το Σύνταγμα

Η αναθεώρηση του Συντάγματος, εξ άλλου, που προβλέπεται από το άρθρο 110, αποτελεί τη πλέον σοβαρή  πολιτειακή πράξη, που πρέπει να ασκείται με φειδώ και  για  διατάξεις, που απαιτούν αλλαγή  και προσαρμογή  στις νέες συνθήκες, που διαμορφωθήκαν μετά την τελευταία  αναθεώρηση  και δεν επιδέχονται ρύθμιση με κοινό νόμο.

Το κουτί που κρατήθηκε το Σύνταγμα του 1844,
Τηλέμαχος Ευθυμιάδης, Wikimedia Commons

«Πρέπει, όμως, -προειδοποιεί ο κ. Ρακιντζής-, να επιδεικνύεται ιδιαίτερα προσοχή  στις διατάξεις, που αναθεωρούνται, γιατί  μια ατυχής ρύθμιση, που γίνεται για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας,  είναι αμφίβολο  εάν μπορεί να επανορθωθεί  με την αυτή διαδικασία και μετά χρονικό διάστημα πλέον των 10 ετών, διότι δημιουργούνται εν τω μεταξύ, τετελεσμένες καταστάσεις ή κεκτημένα δικαιώματα.
Εκείνο, όμως, που πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους είναι ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να αποτελέσει  πολιτικό εργαλείο για να πετύχει ένα κόμμα πολιτικά οφέλη θετικά ή αρνητικά για το αντίπαλο κόμμα, ούτε να παίζονται  με αυτή πολιτικά παιχνίδια, γιατί οι καταστάσεις αλλάζουν γρήγορα και απρόβλεπτα. Φυσικά, λόγω των υπαρχουσών στη Βουλή πολιτικών ισορροπιών κάποια άρθρα θα περάσουν τη πρώτη φάση της αναθεωρήσεως με 180 ψήφους και κάποια με 150 και ίσως κάποια δεν θα υπερψηφιστούν. Καλό, λοιπόν, θα ήταν να υπάρξουν ευρείες συναινέσεις με κάποιες αμοιβαίες  υποχωρήσεις ,όπου υπάρχει κοινός τόπος  και τέτοιο ζήτημα -προσωπικά πιστεύω- πρέπει να είναι η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων.
Δε νομίζω ότι η συνταγματική αυτή αναθεώρηση θα προφτάσει να ολοκληρωθεί, γιατί άρχισε αργά εντός μίας  παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου με έντονες αμφισβητήσεις της συνθήκης των Πρεσπών, με επικείμενους εξωτερικούς κινδύνους και προοπτικές ανατροπής της κυβέρνησης κατόπιν της αποχωρήσεως από τον κυβερνητικό σχηματισμό των ΑΝΕΛ».

«Σε κάθε περίπτωση, όμως, ας εξετάσουμε κάποιες  από τις προτάσεις  του ΣΥΡΙΖΑ για αναθεώρηση  και κάποια άρθρα, που πρέπει κατά τη γνώμη μου να αναθεωρηθούν. Στη χώρα  μας μολονότι  προβλέπεται ρητά  από το Σύνταγμα η διάκριση των εξουσιών, στη πράξη δεν λειτουργεί με αποτέλεσμα να έχομε πρωθυπουργική δημοκρατία, τα πάντα να  ρυθμίζονται από τον πρωθυπουργό  με την επιλογή  των υπουργών, τη νομοθετική εξουσία  με τη ψήφιση μόνο των κυβερνητικών νομοθετικών προτάσεων και τη δικαιοσύνη με την επιλογή της ηγεσίας των δικαστηρίων από τη κυβέρνηση, δηλαδή στην ουσία έχομε ενός ανδρός αρχή.
Για τα προβλήματα, που απασχολούν  τη Δικαιοσύνη γίνονται από πολλά χρόνια  δημόσιες συζητήσεις  από πολιτικούς, νομικούς και ανώτατους  δικαστές, διοργανώνονται  συνέδρια, δημοσιεύονται μελέτες και άρθρα και προτείνονται λύσεις  για όλα τα ζητήματα, που έχουν δημοσιοποιηθεί , κυρίως  δε για την επιλογή της ηγεσίας  των ανωτάτων δικαστηρίων, γιατί στο υπάρχον σύστημα πολλοί αποδίδουν πολλές από τις κακοδαιμονίες της δικαιοσύνης , ίσως έχουν δίκαιο, και χρειάζεται όχι μόνον ισχυρή πολιτική βούληση αλλά   και με ευρεία  πολιτική συναίνεση για να υλοποιηθούν.
Ήδη, με το σχέδιο Αλιβιζάτου για την αναθεώρηση του Συντάγματος προτείνεται η αλλαγή του τρόπου  αναδείξεως της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων με την ανάμειξη σ’ αυτή  του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μολονότι η πρόταση είναι αξιόλογη  και θα επιλύσει το πρόβλημα, αμφιβάλλω όμως, εάν θα γίνει αποδεκτή  από τα πολιτικά κόμματα  ιδίως το κυβερνών, γιατί κάθε κόμμα  επιθυμεί φιλική προς αυτό δικαιοσύνη, που νομίζει ότι το επιτυγχάνει με την εκλογή φιλικής ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων».

Υποφέρει…

Ο κ. Ρακιντζής παραδέχεται πως «σαφώς η ηγεσία  μπορεί να παίξει  κάποιο ρόλο  στη ποδηγέτηση  της δικαιοσύνης  για κάποια συγκεκριμένη  υπόθεση  συνήθως  με πολιτικές προεκτάσεις, με την επιλογή συγκεκριμένων, ετοίμων από καιρό, όπως λέει ο ποιητής, δικαστικών λειτουργών για τον χειρισμό της ή τον αποκλεισμό κάποιων άλλων, που δεν ελέγχονται, και τη παροχή δικτύου προστασίας στους εμπλεκομένους, είχαμε δε πρόσφατα σχετικές καταγγελίες, που δεν διερευνήθηκαν σε βάθος ή αρχειοθετήθηκαν, αλλά που έπληξαν βαριά το θεσμό της δικαιοσύνης, γιατί όταν μπλέκει η δικαιοσύνη με τη πολιτική υποφέρει η δικαιοσύνη.
Η δικαστική ηγεσία  δεν μπορεί να ελέγξει  το σύνολο των δικαστικών λειτουργών και μάλιστα του πρώτου  βαθμού, όπου εκεί αποδίδεται η ουσιαστική  δικαιοσύνη  από νέους, καταρτισμένους  και θαρραλέους δικαστές, που δεν προσβλέπουν για την εξέλιξη τους   στη  νυν ηγεσία, γιατί την ώρα της κρίσεως τους  θα αποτελούν παρελθόν.
Από την πείρα μου διαβεβαιώνω ότι οι δικαστές που εκτέλεσαν ευόρκως το καθήκον τους παρά τις κάποιες ταλαιπωρίες τελικά δικαιώθηκαν, άλλωστε  την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών ενισχύουν, πλέον,  το αυτοδιοίκητο των μεγάλων δικαστηρίων ουσίας και οι δικαστικές ενώσεις, που αγωνίζονται θαρραλέα για τα  προβλήματα της δικαιοσύνης».

Common sense

Η Δικαιοσύνη, ως μία εκ των τριών  λειτουργιών του κράτους έχει επί μέρους τομείς, την πολιτική και ποινική δικαιοσύνη, που ασκείται από τους ίδιους  δικαστικούς λειτουργούς και τη διοικητική δικαιοσύνη, που ρυθμίζει τη σχέση των πολιτών με το κράτος.

«Όλοι οι τομείς  της δικαιοσύνης, -διαπιστώνει ο κ. Ρακιντζής-, έχουν σχεδόν τα ίδια  προβλήματα δηλαδή υπερβολικό φόρτο εργασίας, καθυστέρηση προσδιορισμού δικασίμου  και εκδόσεως αποφάσεων, απασχόληση  δικαστών σε αλλότρια καθήκοντα , τοποθετήσεις των δικαστών, που μόλις βγήκαν από τη Σχολή Δικαστών σε μικρά επαρχιακά  δικαστήρια και, έτσι, στερούνται την εμπειρία των παλιών δικαστών, γιατί η διάσκεψη  των δικαστών για την έκδοση αποφάσεων  και η συζήτηση, που γίνεται , είναι το μεγάλο σχολείο για την εξέλιξη του δικαστή από όλες τις πλευρές.
Κάποια προβλήματα από τη ξεχωριστή λειτουργία κάθε τομέα θα μπορούσαν να έχουν λυθεί, εάν πρυτάνευε η κοινή λογική, που οι αγγλοσάξονες την αποκαλούν common sense, όπως για το ίδιο ζήτημα απασχολούνται και τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια π.χ. για το αδίκημα  της συκοφαντικής  δυσφήμισης το ποινικό δικαστήριο επιβάλλει τη ποινή και ταυτόχρονα επιδικάζει μέρος της χρηματικής αποζημίωσης για ηθική βλάβη, γιατί το υπόλοιπο ο ενάγων επιφυλάχθηκε να τη ζητήσει από το πολιτικό δικαστήριο, που απασχολείται εκ νέου με την ίδια υπόθεση με αποτέλεσμα τη σπατάλη του δικαστικού χρόνου.
Θα πρέπει λοιπόν να θεσπισθεί, ότι σε περίπτωση που εκδικάζεται ποινικό αδίκημα, που αποτελεί ταυτόχρονα και αστικό αδίκημα κάθε μορφής αποζημίωση επιδικάζεται αποκλειστικά από το ποινικό δικαστήριο και έτσι θα έχομε ελάφρυνση των πολιτικών δικαστηρίων και πιο δίκαιες αποφάσεις , γιατί το δικαστήριο θα σχηματίσει δικανική πεποίθηση από την αμεσότητα των εμμαρτύρων αποδείξεων.
Πολλές φορές κάποιες τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που έγιναν για επιτάχυνση της δίκης επιφέρουν όχι μόνο καθυστέρηση, αλλά δυσχεραίνουν και την εξεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας π.χ. στις πολιτικές δίκες καταργήθηκε η εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του δικαστηρίου  και έτσι χάθηκε η αμεσότητα της μαρτυρικής καταθέσεως και αντικαταστάθηκε από ένορκες καταθέσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, που προσάγονται από τους διαδίκους έτοιμες χωρίς οι διάδικοι να έχουν δικαίωμα της κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης. Συνήθως, είναι πολυσέλιδες  και προσάγονται από κάθε διάδικο μέρος οκτώ. Φυσικά, είναι αδύνατον από έναν ακόμα και έμπειρο δικαστή να ανιχνεύσει την ουσιαστική αλήθεια από την πληθώρα των ενόρκων βεβαιώσεων που προσάγονται χωρίς έλεγχο της αξιοπιστίας τους.
Δεν θα ασχοληθώ περαιτέρω για όλα τα κακώς κείμενα στη Δικαιοσύνη, που δεν είναι δυνατή ούτε η απαρίθμηση τους, αλλά υποβάλλω θερμή παράκληση στους αρμοδίους:

Όχι άλλες  Μεταρρυθμίσεις σε κώδικες η κειμένους νόμους!»

Δύσκολες απαντήσεις

Καταλήγοντας, ο κ. Ρακιντζής αναφέρει ότι: «Η Δικαιοσύνη με όλες τις διακρίσεις της, ιδίως η ποινική και διοικητική, μετέχει με τις πράξεις της, τις αποφάσεις της -ιδίως του ΣτΕ για τις περικοπές των συντάξεων και τα δώρα εορτών και με τους λειτουργούς της, που κατά καιρούς αναλαμβάνουν και άλλα αξιώματα-, πολύ ενεργά  στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας και μια άστοχη, βεβιασμένη η μεροληπτική  ενέργειά της ή των λειτουργών της μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην ομαλή ροή του δημοκρατικού βίου της χώρας και είναι καθήκον όλων των εν ενεργεία και επιτίμων δικαστών ακόμη και αυτών που μετέχουν  σε εξωδικαστικές διαδικασίες, που είναι πολλές, να ενεργούν με απόλυτη νομιμότητα και αμεροληψία.
Και όχι μόνον να είναι αμερόληπτοι, αλλά και να φαίνονται, ώστε οι πράξεις τους να είναι αποδεκτές από όλους και να μη εμπλέκεται κατά το δυνατόν η δικαιοσύνη σε  πολιτικές αντιπαραθέσεις, ούτε να κατηγορείται ως κατευθυνόμενη, γιατί τότε τραυματίζεται ως θεσμός και αρχίζουν να τίθενται ερωτήματα για το δίλημμα που έθεσα και απαντήσεις μπορεί να πληγώσουν θεσμούς και πρόσωπα ίσως αναίτια…

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε επικοδομητικά στα άρθρα μας.

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 1

Απρίλιος 2019