author-image-26 Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος

Δ/ντης έκδοσης

atc-portal

atc-portal

summer-2026

summer-2026

Διεθνείς Σχέσεις & Γεωπολιτική

Διεθνείς Σχέσεις & Γεωπολιτική

Η δημόσια συζήτηση για το Ιράν, όπως εξελίσσεται από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν συντονισμένα στρατιωτικά πλήγματα σε ιρανικούς στόχους, κινείται σε ένα γνώριμο και προβλέψιμο πλαίσιο. Η προσοχή στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στην ίδια την επέμβαση: στο αν είναι νόμιμη, αν είναι επικίνδυνη, αν θα οδηγήσει σε γενικευμένη σύγκρουση. Οι περισσότερες τοποθετήσεις καταλήγουν γρήγορα σε μια σχεδόν αυτονόητη θέση — ότι «ο πόλεμος είναι κάτι κακό» και, άρα, η επέμβαση είναι λανθασμένη — συχνά συνοδευόμενη από επίκληση του διεθνούς δικαίου και της αρχής της μη επέμβασης στα εσωτερικά ενός κράτους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση διαμορφώνεται γύρω από τον φόβο: τον κίνδυνο κλιμάκωσης, τις επιπτώσεις στην οικονομία, την ακρίβεια, την ενεργειακή αστάθεια. Το ερώτημα που κυριαρχεί δεν είναι τι συμβαίνει και γιατί, αλλά τι θα κοστίσει. Και έτσι, σταδιακά, η εικόνα που διαμορφώνεται στη δημόσια σφαίρα είναι αποσπασματική και επιφανειακή: μια νέα κρίση, ένας ακόμη πόλεμος, ένα ακόμη πρόβλημα που «μας επηρεάζει».

Το αποτέλεσμα είναι ένας δημόσιος διάλογος που, ενώ φαίνεται έντονος και πολυφωνικός, στην ουσία του παραμένει ρηχός. Γιατί εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στο σύμπτωμα —την επέμβαση— και όχι στην πραγματική του αιτία.

Τι λείπει από τον δημόσιο λόγο

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση, ένα βασικό στοιχείο απουσιάζει σχεδόν πλήρως: το ίδιο το καθεστώς του Ιράν. Η φύση και η δράση του, καθώς και η στάση του απέναντι στους ίδιους του τους πολίτες και στην ευρύτερη περιοχή, δεν αποτελούν κεντρικό αντικείμενο προβληματισμού. Αντίθετα, αντιμετωπίζονται είτε ως δεδομένα είτε ως δευτερεύον ζήτημα μπροστά στην «επικίνδυνη» επέμβαση.

Και όμως, για δεκαετίες, η πραγματικότητα αυτή ήταν γνωστή. Ένα καθεστώς θεοκρατικό και αυταρχικό, με συστηματική καταστολή στο εσωτερικό του και ενεργό ρόλο σε συγκρούσεις εκτός των συνόρων του, δεν προέκυψε ξαφνικά ως πρόβλημα τις τελευταίες εβδομάδες. Ήταν εκεί ορατό, καταγεγραμμένο, πολύ πριν η διεθνής επικαιρότητα στραφεί πάνω του.

Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε σε μια δυτική χώρα, η αντίδραση θα ήταν άμεση και καθολική. Η καταστολή διαδηλώσεων με βίαια μέσα, η μαζική παραβίαση δικαιωμάτων, η στοχοποίηση πολιτών δεν θα αντιμετωπίζονταν ως «εσωτερική υπόθεση», αλλά ως κρίση που απαιτεί αντίδραση. Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, η ίδια κατάσταση αντιμετωπίζεται διαφορετικά — σαν να ανήκει σε μια άλλη κατηγορία, λιγότερο επείγουσα, λιγότερο σημαντική.

Και αυτή ακριβώς η διαφοροποίηση είναι που αποκαλύπτει το κενό της σημερινής συζήτησης.

Γιατί φτάσαμε εδώ

Η σημερινή εξέλιξη δεν προέκυψε ξαφνικά. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου κατά την οποία το πρόβλημα ήταν γνωστό, αλλά δεν αντιμετωπίστηκε ουσιαστικά.
Για δεκαετίες, η διεθνής κοινότητα επέλεξε τη διαχείριση αντί της επίλυσης. Κυρώσεις, διαπραγματεύσεις και προσωρινές ισορροπίες δεν στόχευαν στην αλλαγή της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων, αλλά στη διατήρησή της σε ένα «ελεγχόμενο» επίπεδο. Το καθεστώς δεν αγνοήθηκε — απλώς, δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ αποφασιστικά.

Πίσω από αυτή τη στάση δεν βρίσκεται μόνο εφησυχασμός και πολιτική δειλία, αλλά και ένα βαθύτερο δομικό πρόβλημα. Το διεθνές σύστημα, όπως λειτουργεί σήμερα, δυσκολεύεται να δράσει συλλογικά ακόμη και όταν η ανάγκη είναι προφανής. Οι ισορροπίες ισχύος, τα αντικρουόμενα συμφέροντα και η δυνατότητα άσκησης βέτο οδηγούν συχνά σε αδράνεια. Όπως αναδείχθηκε και στο προηγούμενο άρθρο μας για το αδιέξοδο του διεθνούς συστήματος, αυτό το πλαίσιο δεν είναι ουδέτερο· λειτουργεί τελικά υπέρ της διατήρησης προβληματικών καταστάσεων, ακόμη και όταν αυτές είναι ευρέως αναγνωρισμένες.

Έτσι, το πρόβλημα δεν λύθηκε — μετατέθηκε. Και όσο μετατίθεται, συσσωρεύεται, μέχρι τη στιγμή που δεν είναι δυνατόν πλέον να αντιμετωπιστεί με τους ίδιους όρους.

Το γεγονός που άλλαξε τα πάντα

Κάποια στιγμή, η διαχείριση παύει να είναι επιλογή. Όταν ένα πρόβλημα παραμένει άλυτο για δεκαετίες και ταυτόχρονα επιδεινώνεται, η αναβολή του δεν το περιορίζει — το μετατρέπει σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο. Η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο και μετατρέπεται σε μια ανοιχτή πληγή που, όσο μένει χωρίς αντιμετώπιση, βαθαίνει.

Το τρομακτικό χτύπημα της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου 2023, με 1.200 νεκρούς και την απαγωγή 240 ομήρων – μέσα από επιθέσεις σε κιμπούτς, πόλεις, οικισμούς και τη σφαγή στο μουσικό φεστιβάλ Supernova – λειτούργησε ως πυροδοτικός μηχανισμός αυτής της εξέλιξης. Για το Ισραήλ, δεν επρόκειτο απλώς για ένα ακόμη επεισόδιο βίας, αλλά για μια υπαρξιακή υπενθύμιση ότι η υφιστάμενη κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Η αντίληψη αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη φράση που επαναλαμβάνεται διαρκώς: «ή τώρα ή ποτέ».

Σε αυτό το σημείο, η επιλογή δεν παρουσιάζεται πλέον ως δίλημμα μεταξύ δράσης και μη δράσης. Παρουσιάζεται ως επιλογή μεταξύ ανάληψης του κόστους τώρα ή αποδοχής ενός πολύ μεγαλύτερου κόστους στο μέλλον. Όχι επειδή η δράση είναι χωρίς συνέπειες, αλλά επειδή η απουσία της έχει ήδη οδηγήσει σε ένα αδιέξοδο που δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Και κάπου εκεί, η αναβολή παύει να είναι ουδετερότητα — γίνεται επιλογή με συνέπειες.

Η ηθική αναλογία

Αν, στη γειτονιά μας, στο διπλανό σπίτι, ακούγονταν κραυγές. Αν γνωρίζαμε ότι ένας άνθρωπος κακοποιεί την οικογένειά του και η κατάσταση ξεφεύγει, τι θα κάναμε;
Θα γυρίζαμε το κεφάλι αλλού, λέγοντας «δεν είναι δική μας υπόθεση»; Θα καλούσαμε την αστυνομία και θα περιμέναμε; Και αν η βοήθεια αργούσε, ενώ από μέσα ακούγονταν φωνές και εκκλήσεις για βοήθεια; Αν γινόταν σαφές ότι ο χρόνος δεν είναι με το μέρος του θύματος;

Σε εκείνο το σημείο, το δίλημμα παύει να είναι θεωρητικό. Για μια ενεργή, δημοκρατική κοινωνία, η μη παρέμβαση δεν θεωρείται ουδετερότητα. Θεωρείται ανοχή απέναντι σε μια πράξη βίας που εξελίσσεται μπροστά μας. Και τότε, ακόμη και η πιο άμεση, πιο δυναμική παρέμβαση —να χτυπήσεις την πόρτα, να μπεις μέσα, να σταματήσεις με όποιον τρόπο μπορείς αυτό που συμβαίνει— αρχίζει να μοιάζει όχι απλώς δικαιολογημένη, αλλά αναγκαία.
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι φωνές υπέρ των δικαιωμάτων, που υπερασπίζονται πχ, τη θέση της γυναίκας και τις ευάλωτες ομάδες, θα ήταν οι πρώτες που θα ζητούσαν δράση.

Και όμως, όταν η ίδια κατάσταση εκτυλίσσεται σε μια άλλη «γειτονιά», στη Μέση Ανατολή, το πλαίσιο αλλάζει. Για χρόνια, η συστηματική καταπίεση, η βίαιη καταστολή, η θέση της γυναίκας σε ένα αυστηρό θεοκρατικό καθεστώς, δεν αποτέλεσαν ποτέ κεντρικό αίτημα κινητοποίησης της διεθνούς κοινότητας με την ίδια ένταση. Δεν ενεργοποίησαν τον ίδιο ηθικό συναγερμό…

Εκεί όπου, σε ατομικό ή τοπικό επίπεδο, η παρέμβαση θεωρείται καθήκον, στο διεθνές επίπεδο —εν προκειμένω στην περίπτωση του Ιράν— παρουσιάζεται ως πρόβλημα. Εκεί όπου η αδιαφορία θα ήταν αδιανόητη, εδώ γίνεται αποδεκτή στάση.

Προκύπτει, έτσι, ένα ερώτημα που δύσκολα αποφεύγεται: με ποια κριτήρια αποφασίζουμε πότε μια αδικία μας αφορά — και πότε όχι;

Οι καλοπροαίρετοι και το λάθος συμπέρασμα

Είναι σημαντικό, λοιπόν, να σταθούμε σε κάτι που συχνά παραβλέπεται. Πολλοί από όσους αντιδρούν στην επέμβαση δεν το κάνουν από αδιαφορία, κυνισμό ή ένα φίλτρο ιδεοληψίας που απλοποιεί την πραγματικότητα. Το κάνουν από μια βαθιά, ειλικρινή πεποίθηση να αποτραπεί η βία, να μην υπάρξει πόλεμος, να προστατευθεί η ανθρώπινη ζωή.

Αυτή η στάση είναι, κατ’ αρχήν, απολύτως κατανοητή. Σε έναν κόσμο που έχει βιώσει επανειλημμένα τις συνέπειες των συγκρούσεων, η επιθυμία για ειρήνη δεν είναι απλώς λογική ή ηθική — είναι αναγκαία.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επιθυμία αυτή οδηγεί σε μια επικίνδυνη απλούστευση: στην ταύτιση της απουσίας πολέμου με την ύπαρξη ειρήνης.

Γιατί τα πράγματα, όπως έχουν ήδη διαμορφωθεί, είναι πολύ πιο σύνθετα. Αυτό που συχνά δεν φαίνεται —ή δεν θέλουμε να δούμε— είναι ότι κάτω από μια επιφανειακή «ηρεμία» μπορεί να υπάρχει μια βία που δεν είναι ορατή με τον ίδιο τρόπο. Μια βία καθημερινή, συστηματική, που εκδηλώνεται μέσα σε κοινωνίες με καταστολή, φόβο, περιορισμό ελευθεριών και βαθιές ανισότητες. Αλλά και μια βία που δεν μένει εντός συνόρων· που εκδηλώνεται έμμεσα, μέσα από τη χρηματοδότηση και την ενίσχυση συγκρούσεων, τη διαρκή τροφοδότηση εντάσεων και την προετοιμασία ακόμη πιο επικίνδυνων εξελίξεων…

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόρριψη κάθε μορφής δράσης στο όνομα της ειρήνης καταλήγει, άθελά της, να συντηρεί μια κατάσταση που μόνο ειρηνική δεν είναι. Μια κατάσταση που συσσωρεύει ένταση, μέχρι τη στιγμή που αυτή θα ξεσπάσει με πολύ πιο βίαιο τρόπο.

Και, ίσως, εδώ βρίσκεται η πιο δύσκολη παραδοχή: ότι η αποφυγή της σύγκρουσης δεν οδηγεί πάντα στην ειρήνη — μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να παγιώνει τη βία. Αν δεν συνοδεύεται από κατανόηση των συνθηκών, μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει.

Η κατασκευή της σύγχυσης

Αν οι καλών προθέσεων άνθρωποι οδηγούνται σε λάθος συμπεράσματα, αυτό δεν συμβαίνει σε κενό. Διαμορφώνεται μέσα σε έναν δημόσιο διάλογο – όπως τον περιγράψαμε παραπάνω – που, αντί να φωτίζει την πραγματικότητα, την αποσπά από το πλαίσιο της και την συσκοτίζει.

Αυτά που κυριαρχούν στα μέσα ενημέρωσης και στον δημόσιο λόγο δεν περιστρέφονται γύρω από το τι είναι, τι έχει κάνει και τι συνεχίζει να κάνει το καθεστώς του Ιράν. Δεν κυριαρχεί η μνήμη των μαζικών διαδηλώσεων που ξέσπασαν μεταξύ Δεκεμβρίου του 2025 και Ιανουαρίου 2026, όταν καταγράφηκε μία από τις πιο αιματηρές καταστολές των τελευταίων δεκαετιών, με χρήση θανατηφόρας βίας σε μαζική κλίμακα. Δεν κυριαρχούν οι εικόνες των διαδηλωτών που πυροβολήθηκαν στους δρόμους. Δεν κυριαρχούν οι μαζικές συλλήψεις, τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις, οι εξαφανίσεις. Οι εκτιμήσεις για τα θύματα μπορεί να διαφέρουν, αλλά συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο: μιλούν για αριθμούς που ανέρχονται σε χιλιάδες ανθρώπους, μέσα σε λίγες μόνο ημέρες.

Ότι έχει συμβεί δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της ενημέρωσης. Δεν προβάλλεται η εικόνα μιας κοινωνίας που ασφυκτιά υπό ένα καθεστώς καταστολής και φόβου. Όλα αυτά υποχωρούν. Σχεδόν εξαφανίζονται από το κάδρο. Η εστίαση μετατοπίζεται αλλού: στο αν «έπρεπε» να γίνει η επέμβαση, στο αν «θα υπάρξει κλιμάκωση», στο πόσο ισχυρό είναι το Ιράν και αν μπορεί να «αντέξει» απέναντι στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και, κυρίως, στο τι επιπτώσεις θα έχουν όλα αυτά για εμάς, τους «πολιτισμένους»…

Η προσοχή μετακινείται από την ουσία στο κόστος — και τελικά στη βολή μας.

Παρακολουθούμε καθημερινά στην ειδησεογραφία, στις ανταποκρίσεις και στα τηλεοπτικά πάνελ μια συνεχή κινδυνολογία — εικασίες και «προφητικές» σεναριολογίες «ειδικών». Για τα ενδεχόμενα λάθη της στρατηγικής των ΗΠΑ. Για τα Στενά του Ορμούζ. Για τις τιμές του πετρελαίου. Για την ακρίβεια. Για το αν «θα πληρώσουμε πιο ακριβά» τις επόμενες εβδομάδες ή μήνες. Για το αν θα διαταραχθεί η καθημερινότητά μας, η καλοπέρασή μας…

Για φανταστείτε: αν η κυβέρνηση μιας δυτικής χώρας της «γειτονιάς» μας σκότωνε χιλιάδες διαδηλωτές, θα συζητούσαμε με τον ίδιο τρόπο; Θα κυριαρχούσαν τα σενάρια «ακρίβειας» ή η ανάγκη να σταματήσει αυτή η βία;

Μέσα από αυτή τη μετατόπιση, δημιουργείται μια στρεβλή αίσθηση ισορροπίας. Σαν να πρόκειται για μια σύγκρουση ανάμεσα σε ισοδύναμους πόλους που απλώς «συγκρούονται», και όχι για μια πραγματικότητα στην οποία ένα φανατικό, θεοκρατικό καθεστώς ασκεί εδώ και χρόνια συστηματική βία, στο εσωτερικό του και πέρα από τα σύνορά του.

Και συνεχίζει ο δημόσιος διάλογος να περιορίζεται σε δευτερεύοντα ερωτήματα: ποια είναι τα κίνητρα του Τραμπ, τι επιδιώκει το Ισραήλ, αν η χρονική στιγμή είναι η κατάλληλη. Ερωτήματα που έχουν τη σημασία τους — αλλά καταλήγουν να υποκαθιστούν το βασικό. Ότι το κεντρικό ζήτημα δεν είναι οι προθέσεις του ενός ή του άλλου, αλλά το ίδιο το τυραννικό καθεστώς και η φύση του. Και έτσι, αντί να συζητάμε αν και πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση, εγκλωβιζόμαστε στους ενδεχόμενους κινδύνους — συχνά μαζί με μια μίξη νοσηρών ιδεοληψιών που αντιστρέφουν το νόημα και διαβρώνουν την κρίση.

Αυτό δεν είναι ουδέτερη αποτύπωση. Είναι αποπροσανατολισμός. Και είναι ένας αποπροσανατολισμός που, άθελά του ή όχι, ευνοεί ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι θέλει να αποφύγει: τη διατήρηση μιας κατάστασης που παράγει βία, αστάθεια και, τελικά, μεγαλύτερες μελλοντικές συγκρούσεις.

Όταν η προσοχή μετατοπίζεται συστηματικά στο άμεσο κόστος και όχι στη βαθύτερη αιτία, η κρίση δεν κατανοείται — απλώς αναβάλλεται. Και τότε, η στάση που παρουσιάζεται ως «λογική» και «μετριοπαθής» καταλήγει να είναι απλώς κοντόφθαλμη – προετοιμάζοντας το έδαφος για μεγαλύτερα δεινά…

Η αλήθεια για το σήμερα

Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν έγινε όπως θα έπρεπε. Δεν ήταν αποτέλεσμα μιας συντονισμένης, συλλογικής απόφασης της διεθνούς κοινότητας. Δεν υπήρξε ενιαία στάση απέναντι σε ένα καθεστώς που εδώ και δεκαετίες δημιουργεί και τροφοδοτεί αστάθεια, ακόμη και πυρηνικό κίνδυνο.

Σε ένα διαφορετικό διεθνές πλαίσιο (βλέπε προηγούμενο άρθρο για την διέξοδο μέσα από την δημιουργία ενός αποτελεσματικού παγκόσμιου οργανισμού) μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε προϊόν κοινής βούλησης και συντονισμένης δράσης. Όμως αυτό το πλαίσιο δεν υπάρχει.

Αντίθετα, πρόκειται για μια πρωτοβουλία που ελήφθη μονομερώς — με όλες τις επιφυλάξεις που μπορεί να γεννά αυτό το γεγονός. Οι προθέσεις, οι στρατηγικές επιλογές, ακόμη και τα πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από αυτή την απόφαση, μπορούν και πρέπει να κρίνονται. Όμως, υπάρχει ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί: αυτό ήδη συμβαίνει. Και από τη στιγμή που συμβαίνει, το ερώτημα δεν μπορεί να παραμένει στο «αν έπρεπε». Μετατοπίζεται αναπόφευκτα στο «τι κάνουμε τώρα».
Γιατί διαφορετικά, το πιο παράδοξο σενάριο γίνεται και το πιο πιθανό: να έχουν προηγηθεί εβδομάδες συγκρούσεων, απώλειες ανθρώπινων ζωών, καταστροφές υποδομών — και στο τέλος να οδηγηθούμε σε μια «συμφωνία» με το ίδιο καθεστώς. Να του δοθεί, δηλαδή, ο χρόνος να ανασυνταχθεί, ώστε σε λίγα χρόνια να βρεθούμε ξανά στο ίδιο σημείο.

Και ακριβώς εδώ θα κριθεί η στάση της διεθνούς κοινότητας — και ιδιαίτερα της Ευρώπης. Η απευθυνόμενη επίκληση για «αυτοσυγκράτηση και από τις δύο πλευρές», τη στιγμή που εξελίσσεται μια τέτοια κατάσταση, δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής ωριμότητας ούτε υπευθυνότητας. Αντιθέτως, αποτυπώνει αδυναμία να αναγνωριστεί τι πραγματικά διακυβεύεται. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι η αποστασιοποίηση από το πώς ξεκίνησε η παρούσα σύγκρουση. Το ζητούμενο είναι να μη χαθεί η ευκαιρία που —έστω και με λάθος τρόπο— έχει δημιουργηθεί.

Αντί η υπόλοιπη Δύση να αναλώνεται σε επιμέρους διαφωνίες ή να επιχειρεί πολιτική διαφοροποίηση, υπό τον φόβο πολιτικού κόστους, ή και ως αντίδραση στις εντάσεις με τον Πρόεδρο Τραμπ, οφείλει να κινηθεί ενιαία. Να μην επιτρέψει να κλείσει αυτή η φάση με μια ακόμη προσωρινή διευθέτηση που θα αφήσει το ίδιο καθεστώς στη θέση του. Γιατί αυτό θα σήμαινε ότι, μετά από όλα όσα έχουν προηγηθεί, το μόνο που θα έχουμε πετύχει θα είναι να μεταθέσουμε ξανά το πρόβλημα στο μέλλον — υπό ακόμη χειρότερες συνθήκες, καθώς το μίσος των μουλάδων, μετά από όσα έχουν διαδραματιστεί, θα είναι ακράτητο. Και αυτό είναι το σημείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί: δεν μπορεί να πατήσουμε «παύση» για να ξαναζήσουμε το ίδιο…

Και τώρα τι;

Αν όσοι λαμβάνουν τις αποφάσεις στη Δύση το συνειδητοποιήσουν, μια ενιαία στάση και μια κοινή απόφαση μπορούν να οδηγήσουν σε μια επωφελή λύση, με σαφές περιεχόμενο και συγκεκριμένα βήματα — διαμορφώνοντας μια κατάσταση στην οποία όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (πλην φυσικά του ιρανικού καθεστώτος) μπορούν να βγουν κερδισμένα (win-win).

Η συζήτηση για το ότι κακώς η πρωτοβουλία ελήφθη μονομερώς από τις ΗΠΑ, δεν ανήκει σε αυτή τη φάση. Προηγείται η αντιμετώπιση του προβλήματος. Η αποτίμηση και η θεσμική διόρθωση του τρόπου με τον οποίο φτάσαμε έως εδώ θα ακολουθήσουν, στο πλαίσιο ενός μελλοντικού διαλόγου για την ανασυγκρότηση της διεθνούς τάξης.

Τώρα, χρειάζεται διατύπωση απαίτησης για παραίτηση του υφιστάμενου καθεστώτος στο Ιράν και έναρξη πολιτικής μετάβασης με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Η απαίτηση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από σαφές μήνυμα αποτροπής και από κοινή δέσμευση εφαρμογής. Ενιαία στάση της Δύσης σημαίνει σαφές μήνυμα ισχύος. Όχι δύο ή τρεις χώρες, αλλά ένα σύνολο κρατών με κοινή κατεύθυνση. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποτροπή λειτουργεί πριν την κλιμάκωση: η προοπτική συντονισμένης αντίδρασης από πολλές χώρες μπορεί να μεταβάλλει άμεσα τους υπολογισμούς του καθεστώτος. Η διατύπωση και μόνο μιας τέτοιας «απειλής» δεν θα χρειαστεί να μεταφραστεί σε περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση, καθώς ακόμη και το ιρανικό καθεστώς θα αντιληφθεί ότι βρίσκεται απέναντι σε σχεδόν το σύνολο της διεθνούς κοινότητας.
Με αυτόν τον τρόπο, χάνει το βασικό εργαλείο που έχει μάθει να αξιοποιεί: την αντιδυτική προπαγάνδα και τη χειραγώγηση της δυτικής κοινής γνώμης. Τη μεταφορά της σύγκρουσης στο εσωτερικό των δημοκρατικών κοινωνιών — με τόνωση ιδεολογιών-ιδεοληψιών, πόλωση και διχασμό, φόβο πολιτικού κόστους και τελικά πολιτική αδράνεια. Αυτά είναι που έως σήμερα αποδυναμώνουν τη δυνατότητα ενιαίας στάσης. Αν αυτό δεν ανατραπεί, καμία στρατηγική δεν θα αποδώσει.

Στη συνέχεια, ορίζεται συγκεκριμένη διαδικασία μετάβασης: προκήρυξη δημοκρατικών εκλογών στο Ιράν, με συμμετοχή όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της χώρας, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό. Οι εκλογές διεξάγονται υπό διεθνή εποπτεία, με παρουσία διεθνών παρατηρητών που διασφαλίζουν τη διαφάνεια, την αξιοπιστία και την αποδοχή του αποτελέσματος. Παράλληλα, αναπτύσσεται διεθνής δύναμη, τύπου κυανοκράνων, με εντολή τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης, την προστασία των πολιτών, την αποτροπή ένοπλων εκτροπών και την αποφυγή παρεμβάσεων κατά τη διάρκεια της μετάβασης.

Αν αυτό επιτευχθεί, το λεγόμενο για δεκαετίες «μεσανατολικό πρόβλημα» μπορεί να εισέλθει σε φάση ουσιαστικής επίλυσης. Παύει η κρατικά οργανωμένη χρηματοδότηση και στήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς, οι Χούθι. Διακόπτονται τα δίκτυα έμμεσης σύγκρουσης στην περιοχή. Αίρεται η διαρκής απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ και διαμορφώνεται ένα περιβάλλον ασφάλειας.

Με την άρση της υπαρξιακής απειλής για το Ισραήλ, η διεθνής κοινότητα μπορεί πλέον να θέσει και να απαιτήσει ως επόμενο στόχο συμφωνία για τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, εντός πλαισίου ασφάλειας και αμοιβαίας αναγνώρισης.

Μετά τη σταθεροποίηση, εύλογα, μπορεί και πρέπει να ξεκινήσει η διεθνής συζήτηση για το «ποτέ ξανά». Για τη συγκρότηση ενός νέου πολυμερούς πλαισίου που θα αντικαταστήσει τη λογική της αδράνειας, των βέτο και των μονομερών ενεργειών, και θα διασφαλίζει θεσμούς και διαδικασίες ικανούς να αποτρέπουν την επανάληψη ανάλογων τοπικών ή παγκόσμιων κρίσεων.

Σήμερα, όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν δύσκολα — ακόμη και ακατόρθωτα. Όμως κάθε πραγματική αλλαγή ξεκινά από αυτό που αρχικά φαντάζει αδύνατο. Και αυτός είναι ο μόνος δρόμος αν θέλουμε να αλλάξει ο κόσμος…

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε εποικοδομητικά στα άρθρα μας.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση του άρθρου πατώντας εδώ, αλλά...

... είναι μόνο χάρη των μελών/συνδρομητών που μας στηρίζουν που μπορούμε να έχουμε άρθρα.

Εάν μια εποικοδομητική δημοσιογραφία, που δεν εξαρτάται από διαφημίσεις, είναι κάτι που θέλετε να υποστηρίξετε γίνετε μέλος σήμερα.

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 71

Μάρτιος 2026

Μετάβαση στο περιεχόμενο