author-image-26 Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος

Δ/ντης έκδοσης

atc-portal

atc-portal

Η ενημέρωση είναι δύναμη. Από την αρχαιότητα, όπου η προφορική επικοινωνία και η τέχνη του λόγου καθόριζαν τη δημόσια ζωή, μέχρι τη σημερινή εποχή των ψηφιακών ΜΜΕ, η πληροφόρηση έχει αποτελέσει βασικό εργαλείο διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, πολιτικής επιρροής και κοινωνικής αλλαγής. Η πληροφορία, όταν είναι ανεξάρτητη, προσφέροντας όλες τις αποχρώσεις (πολυπρισματική) σε οποιοδήποτε θέμα, ενισχύει τη δημοκρατία. Όταν, όμως, ελέγχεται από οικονομικά ή πολιτικά συμφέροντα μετατρέπεται σε μηχανισμό χειραγώγησης.

Σήμερα, η ολιγοπωλιακή συγκέντρωση των ΜΜΕ έχει γίνει μια παγκόσμια πραγματικότητα. Ισχυροί επιχειρηματίες, εταιρικοί κολοσσοί και κυβερνήσεις ελέγχουν μεγάλα δίκτυα ενημέρωσης, καθορίζοντας τι βλέπουμε, τι διαβάζουμε και, τελικά, τι πιστεύουμε. Παράλληλα, η παραπληροφόρηση και οι ψευδείς ειδήσεις εξαπλώνονται ραγδαία, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα και επηρεάζοντας ακόμα και εκλογικές διαδικασίες. Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο;
Η ιστορία των μέσων ενημέρωσης είναι μια ιστορία εξουσίας και αντίστασης. Από την αρχαία ρητορική και την τυπογραφία, μέχρι την τηλεόραση και το διαδίκτυο, κάθε νέα μορφή επικοινωνίας φέρνει ευκαιρίες αλλά και κινδύνους.

Πώς η ενημέρωση πέρασε από εργαλείο διαφώτισης σε μέσο χειραγώγησης; Ποιες ιστορικές εξελίξεις οδήγησαν σε αυτή την κρίσιμη συγκέντρωση εξουσίας; Και, κυρίως, πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι η ενημέρωση παραμένει ελεύθερη, ανεξάρτητη και χρήσιμη για τη δημοκρατία;

Στην εποχή των μεγάλων τεχνολογικών κολοσσών και των αλγοριθμικών μηχανισμών που επιλέγουν τι θα διαβάσουμε, η ενημέρωση δεν είναι πλέον δεδομένη – είναι κάτι που πρέπει να διεκδικήσουμε.

Ιστορική Αναδρομή

Η πληροφόρηση και η επικοινωνία ήταν πάντοτε κεντρικά στοιχεία των ανθρώπινων κοινωνιών. Από τις προφορικές παραδόσεις και τις πρώτες μορφές γραφής έως την σημερινή εποχή, κάθε νέα τεχνολογία άλλαζε όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο διαδίδονται οι πληροφορίες, αλλά και το ποιος ελέγχει την πρόσβαση σε αυτές.

– Η δύναμη του λόγου στην Αρχαία Ελλάδα
Στην αρχαία Ελλάδα, η δημόσια επικοινωνία ήταν το κύριο μέσο διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Η τέχνη του λόγου δεν περιοριζόταν μόνο στη φιλοσοφία, αλλά αποτελούσε το θεμέλιο της πολιτικής ζωής. Στις δημοκρατικές πόλεις-κράτη, όπως η Αθήνα, η ικανότητα ενός ρήτορα να πείθει τους πολίτες αποτελούσε κρίσιμο στοιχείο για τη λήψη αποφάσεων. Ο Αριστοτέλης, στο έργο του Ρητορική, ανέλυσε τους τρόπους με τους οποίους ο λόγος μπορεί να πείσει και να επηρεάσει το κοινό, εισάγοντας τις έννοιες:

  • Ήθος: Η αξιοπιστία του ομιλητή.
  • Λόγος: Η λογική επιχειρηματολογία.
  • Πάθος: Η συναισθηματική επίδραση στο κοινό.

Η ρητορική δεν ήταν απλώς μια τεχνική επικοινωνίας, αλλά ένας μηχανισμός εξουσίας. Όποιος μπορούσε να διαχειριστεί σωστά τον λόγο, μπορούσε να διαμορφώσει τη σκέψη των πολιτών. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό ισχύει και στα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης, όπου οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί αναλυτές και οι διαμορφωτές γνώμης χρησιμοποιούν παρόμοιες τεχνικές για να πείσουν το κοινό.

– Η τυπογραφία και η επανάσταση της πληροφορίας
Για αιώνες, η γνώση και η πληροφόρηση ήταν προνόμιο των λίγων. Τα χειρόγραφα βιβλία ήταν σπάνια και ακριβά και η διάδοση των ιδεών περιοριζόταν από την εξουσία της εκκλησίας και των μοναρχιών.
Η ανακάλυψη της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο τον 15ο αιώνα αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις στην ανθρώπινη ιστορία. Η δυνατότητα μαζικής εκτύπωσης βιβλίων κατέστησε την πληροφόρηση προσβάσιμη σε ένα ευρύτερο κοινό, οδηγώντας σε σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές.

  • Η Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα στηρίχθηκε στην τυπογραφία για να διαδώσει τις ιδέες του Λούθηρου.
  • Ο Διαφωτισμός χρησιμοποίησε τα τυπωμένα βιβλία και τις εφημερίδες για να αμφισβητήσει την απολυταρχία και τη θρησκευτική κυριαρχία.
  • Οι Αστικές Επαναστάσεις του 18ου  και 19ου αιώνα βασίστηκαν στη μαζική πληροφόρηση για να κινητοποιήσουν τον λαό.

Ωστόσο, παρά την αρχική της υπόσχεση για ελευθερία, η τυπογραφία γρήγορα έγινε και εργαλείο πολιτικού ελέγχου. Κρατικές, οικονομικές και άλλες αρχές δυνάμεις εξουσίας συνειδητοποίησαν τη δύναμη του έντυπου λόγου και είτε επιχείρησαν να τον λογοκρίνουν είτε να τον αξιοποιήσουν προς όφελός τους.

Ραδιόφωνο, Τηλεόραση, Διαδίκτυο: Από την αποκέντρωση στη συγκέντρωση της πληροφόρησης
Η εμφάνιση των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης τον 20ο αιώνα άλλαξε ριζικά το τοπίο της επικοινωνίας.
Το ραδιόφωνο έφερε την πληροφορία σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας στις κυβερνήσεις και τις μεγάλες επιχειρήσεις να προβάλλουν το αφήγημά τους σε μαζική κλίμακα. Δεν είναι τυχαίο ότι δικτάτορες όπως ο Χίτλερ χρησιμοποίησαν το ραδιόφωνο ως μέσο προπαγάνδας, συνειδητοποιώντας τη δύναμη της μαζικής μετάδοσης μηνυμάτων.
Η τηλεόραση, από τη δεκαετία του 1950 και μετά, άλλαξε τον τρόπο που οι άνθρωποι κατανοούσαν την πολιτική και την επικαιρότητα. Η εικόνα έγινε το πιο ισχυρό μέσο επιρροής, καθώς πολιτική και ενημέρωση μετατράπηκαν σε θέαμα. Όμως, η συγκέντρωση των τηλεοπτικών σταθμών στα χέρια λίγων επιχειρηματικών ομίλων περιόρισε τον πλουραλισμό, καθώς η πληροφόρηση άρχισε να διαμορφώνεται με γνώμονα τα εμπορικά και πολιτικά συμφέροντα των ιδιοκτητών τους.
Το διαδίκτυο έφερε την ελπίδα της αποκέντρωσης της πληροφορίας. Για πρώτη φορά, η μετάδοση της είδησης δεν χρειαζόταν πανίσχυρους οργανισμούς ή ακριβά τεχνολογικά μέσα. Ο καθένας μπορούσε να δημιουργήσει περιεχόμενο, να δημοσιεύσει ειδήσεις και να διαδώσει πληροφορίες χωρίς διαμεσολάβηση. Ωστόσο, αυτή η φαινομενική ελευθερία δεν κράτησε πολύ. Μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες – όπως η Google, το Facebook, το Twitter και το YouTube – κατέληξαν να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της ροής των πληροφοριών στο διαδίκτυο. Μέσω αλγορίθμων που ευνοούν συγκεκριμένο περιεχόμενο και μέσω της εκμετάλλευσης προσωπικών δεδομένων, οι πλατφόρμες αυτές απέκτησαν τεράστια δύναμη στο τι διαβάζουμε, τι βλέπουμε και τι θεωρούμε ως «αλήθεια».

Εμπορευματοποίηση της προσοχής – Κρίση της πληροφόρησης

Στις μέρες μας, η πληροφορία είναι ένα προϊόν που αγοράζεται και πωλείται. Τα μέσα ενημέρωσης δεν ανταγωνίζονται πλέον για την ποιότητα της πληροφόρησης, αλλά για το ποιος θα κερδίσει περισσότερη προσοχή από το κοινό.

Το επιχειρηματικό μοντέλο της «οικονομίας της προσοχής» (attention economy) έχει μετατρέψει την ενημέρωση σε έναν διαρκή αγώνα για κλικ και αλληλεπιδράσεις. Η επιτυχία μιας είδησης δεν καθορίζεται από την ακρίβειά της, αλλά από το πόσο δημοφιλής είναι στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό έχει οδηγήσει στη:

  • Διάδοση ψευδών ειδήσεων, που συχνά γίνονται πιο δημοφιλείς από τις πραγματικές ειδήσεις.
  • Κυριαρχία των clickbait τίτλων, που στοχεύουν στο να προκαλέσουν έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις.
  • Προώθηση αλγοριθμικού περιεχομένου, το οποίο μπορεί να ενισχύει προκαταλήψεις ή να χειραγωγεί τη δημόσια συζήτηση.

Καθώς η πληροφόρηση γίνεται όλο και πιο εμπορευματοποιημένη, πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι η ενημέρωση θα παραμείνει εργαλείο διαφώτισης και όχι χειραγώγησης;

Στην επόμενη ενότητα, θα εξετάσουμε τη σημασία των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και τον ρόλο τους στη διατήρηση της δημοκρατίας.

Η μεγάλη σημασία των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης

Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι παντού, η ποιότητα και η ανεξαρτησία της ενημέρωσης αποκτούν κρίσιμη σημασία. Δεν είναι πλέον αρκετό να έχουμε πρόσβαση σε ειδήσεις· το ζητούμενο είναι να μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις πηγές. Τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης παίζουν κεντρικό ρόλο σε αυτό, γιατί λειτουργούν ως αντίβαρο στις πιέσεις της πολιτικής και της αγοράς, διασφαλίζοντας την πολυφωνία και την ενημέρωση χωρίς εξαρτήσεις. Η αξία τους δεν έγκειται στην ψευδαίσθηση της «αντικειμενικότητας» – έννοια πολύ σχετική, καθώς κάθε επιλογή για το τι θα καλυφθεί και πώς θα διατυπωθεί, εμπεριέχει υποκειμενικότητα –, αλλά στην προσπάθεια να παρουσιάζουν τα γεγονότα πολυπρισματικά, με όλες τις αποχρώσεις και χωρίς απλουστεύσεις. Όταν λειτουργούν με διαφάνεια και δημοσιογραφική δεοντολογία, μπορούν να καλύψουν θεματολογίες που τα μεγάλα εμπορικά ή κομματικά μέσα συχνά αποσιωπούν – από κοινωνικά κινήματα και περιβαλλοντικά ζητήματα, έως υποθέσεις διαφθοράς ή αυθαιρεσίας της όποιας εξουσίας.

Όμως, η ύπαρξη τέτοιων ανεξάρτητων πρωτοβουλιών δεν είναι δεδομένη. Αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια:

  • Οικονομική εξάρτηση από τη διαφήμιση.
  • Δυσκολία πρόσβασης σε κρατική ή θεσμική χρηματοδότηση.
  • Συχνή στοχοποίηση από πολιτικούς ή ισχυρά οικονομικά και άλλα συμφέροντα.
  • Ανταγωνισμός με άνισους όρους απέναντι σε μεγάλα, εδραιωμένα ΜΜΕ που διαθέτουν τεράστια υποδομή, πόρους και προβολή.

Η χειραγώγηση της κοινής γνώμης, όταν η πληροφόρηση προέρχεται κυρίως μέσα από ομίλους διαφόρων συμφερόντων, αποτελεί πλέον ορατή απειλή. Η έλλειψη παιδείας γύρω από τα μέσα ενημέρωσης, σε συνδυασμό με την άγνοια της ιστορικής διαδρομής τους, οδηγεί σε κοινωνίες ευάλωτες στον επηρεασμό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση και η προστασία πλουραλιστικών και ανεξάρτητων φορέων ενημέρωσης αποτελεί θεμελιώδη όρο για τη λειτουργία μιας υγειούς δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας. καθώς, όταν η ενημέρωση μετατρέπεται σε «προϊόν» που αγοράζεται από τους ισχυρούς, η ίδια η δημοκρατία καθίσταται ευάλωτη.
Μια κοινωνία που δεν διαθέτει αξιόπιστες και πολυφωνικές πηγές πληροφόρησης, παραδίδει τον δημόσιο διάλογο σε όσους έχουν τα μέσα – και τα κίνητρα – να τον ελέγχουν: είτε πρόκειται για οικονομικούς ολιγάρχες, τεχνολογικούς κολοσσούς, είτε για κόμματα και κυβερνήσεις.

Κίνδυνοι από τη συγκέντρωση των ΜΜΕ σε λίγα χέρια

Η συγκέντρωση της ενημέρωσης σε λίγους και ισχυρούς παίκτες αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες δημοκρατίες.
Μια μικρή ομάδα ανθρώπων έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει συστηματικά την πολιτική ατζέντα, να προβάλει επιλεκτικά συγκεκριμένες φωνές και απόψεις, και να αποσιωπά ή να υποβαθμίζει άλλες. Ειδήσεις που είναι ενοχλητικές για τα συμφέροντα των ιδιοκτητών, μπορεί να μην καλυφθούν· εναλλακτικές πολιτικές φωνές μπορεί να αγνοηθούν· κοινωνικές δράσεις μπορεί να παρουσιαστούν παραποιημένες ή να συκοφαντηθούν.

Αυτός ο έλεγχος δεν είναι πάντα ωμός ή εμφανής. Συχνά, λειτουργεί μέσα από πιο «ύπουλους» μηχανισμούς: την επιλογή των θεμάτων, τον τρόπο παρουσίασης, την ένταση κάλυψης, ακόμη και μέσω της διαφήμισης που συνδέεται άμεσα με τις οικονομικές εξαρτήσεις των μέσων. Η σχέση μέσων-διαφημιζόμενων-πολιτικής εξουσίας διαμορφώνει ένα πλέγμα επιρροής, όπου η ενημέρωση γίνεται μέσο πίεσης, διαμόρφωσης προτιμήσεων και ενίσχυσης συγκεκριμένων θέσεων και ιδεολογιών.
Το συγκεκριμένο φαινόμενο έχει αναλυθεί με ιδιαίτερη σαφήνεια στο λεγόμενο Μοντέλο Προπαγάνδας του Edward Herman και του Noam Chomsky. Σύμφωνα με αυτό, τα μέσα ενημέρωσης – ιδιαίτερα στις ΗΠΑ – λειτουργούν μέσα από φίλτρα που καθορίζουν ποιες ειδήσεις περνούν στον δημόσιο λόγο και ποιες αποκλείονται. Αυτά περιλαμβάνουν την ιδιοκτησία, τη χρηματοδότηση από διαφήμιση, την εξάρτηση από επίσημες πηγές, τον φόβο για αντίδραση ή κόστος σε αποκλίνουσες απόψεις, και την ιδεολογική «ευθυγράμμιση» με το εκάστοτε κυρίαρχο σύστημα εξουσίας.

Όταν η ίδια η ύπαρξη ενός μέσου εξαρτάται από τη χρηματοδότηση των ισχυρών, τότε η ανεξαρτησία και η δημοσιογραφική ακεραιότητα τίθενται σε δεύτερη μοίρα. Η δημοκρατία, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, δεν απειλείται μόνο από την παραπληροφόρηση, αλλά και από τη σιωπή γύρω από όσα δεν συμφέρει να ακουστούν.

Πλουραλισμός, ρύθμιση και ανεξαρτησία

Η υπερσυγκέντρωση της ενημέρωσης σε λίγους κόμβους ισχύος δεν είναι αναπόφευκτη. Αν και πρόκειται για μια τάση που ενισχύεται παγκοσμίως από τις «δυνάμεις» της αγοράς και της τεχνολογίας, δεν είναι άμοιρη πολιτικών αποφάσεων. Υπάρχουν θεσμικά εργαλεία και διάφορες ρυθμιστικές και άλλες παρεμβάσεις που μπορούν να την αποτρέψουν, να προστατεύσουν τον πλουραλισμό και να ενισχύσουν μη εξαρτημένα μοντέλα ενημέρωσης.

Πολλές χώρες έχουν θεσπίσει νομοθετικά πλαίσια για τη ρύθμιση της ιδιοκτησίας και της λειτουργίας των ΜΜΕ. Κράτη όπως η Νορβηγία, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Δανία και η Γερμανία εφαρμόζουν συνδυαστικά μέτρα για την προστασία της ενημέρωσης από την υπερσυγκέντρωση, όπως:

  • Περιορισμοί στη διασταυρούμενη ιδιοκτησία μεταξύ τηλεόρασης, εφημερίδων και διαδικτύου.
  • Διαφάνεια στην ιδιοκτησία και στις πηγές χρηματοδότησης των μέσων.
  • Ενίσχυση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων με θεσμική ανεξαρτησία και επαρκή χρηματοδότηση.
  • Στήριξη ανεξάρτητων δημοσιογραφικών εγχειρημάτων, μέσω κρατικών ή κοινοτικών προγραμμάτων.

Επιπλέον, πολλές χώρες προωθούν πολιτικές και κίνητρα για την ενίσχυση της πολυφωνίας – όχι μόνο με νομικούς περιορισμούς, αλλά και με μέτρα για την παραγωγή πλουραλιστικού περιεχομένου και την αποκέντρωση της ενημέρωσης.

Την ίδια στιγμή, γίνεται όλο και πιο επιτακτική η ανάγκη για εκπαίδευση στα μέσα ενημέρωσης (media literacy). Οι πολίτες πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν παραπλανητικό περιεχόμενο, να αξιολογούν τις πηγές και να κατανοούν πώς λειτουργεί η ενημέρωση σε επίπεδο παραγωγής και διάχυσης. Η ανάπτυξη αυτής της κριτικής εγγραμματοσύνης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια δημοκρατία που δεν στηρίζεται μόνο στην πρόσβαση στην πληροφορία, αλλά και στην ικανότητα κατανόησής της.

Τέλος, απαιτείται συστηματική στήριξη της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας και νέων αναδυομένων προσεγγίσεων – όπως η Εποικοδομητική Δημοσιογραφία – μέσα από εναλλακτικά μοντέλα χρηματοδότησης – δημόσια, συνεταιριστικά ή μη κερδοσκοπικά. Σκοπός δεν είναι η αποδυνάμωση της αγοράς, αλλά η εξισορρόπηση στρεβλώσεων που προκύπτουν όταν η υπερσυγκέντρωση και τα αναπτυσσόμενα ολιγοπώλια διαστρέφουν τον ρόλο της ενημέρωσης. Μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην καλή θέληση των ιδιοκτητών ΜΜΕ· χρειάζεται παρεμβάσεις που να διασφαλίζουν ότι η πληροφόρηση παραμένει δημόσιο αγαθό, όχι εμπόρευμα.

Ο ξεχωριστός ρόλος της Κοινωνίας των Πολιτών

Η διασφάλιση μιας πλουραλιστικής και ανεξάρτητης ενημέρωσης δεν μπορεί να αφεθεί αποκλειστικά στη «πολιτική βούληση» για παρεμβάσεις, ρυθμίσεις, νομοθεσία. Η Κοινωνία των Πολιτών (ΚτΠ) – δηλαδή ενεργοί πολίτες, ανεξάρτητες οργανώσεις, δημοσιογραφικά εγχειρήματα, ομάδες πίεσης και κινήσεις βάσης – μπορεί να λειτουργήσει ως κρίσιμος παράγοντας υπεράσπισης της ορθής πληροφόρησης και ανάσχεσης της όποιας χειραγώγησης.
Η πίεση προς θεσμούς και επιχειρήσεις για διαφάνεια στην ιδιοκτησία και τη χρηματοδότηση των ΜΜΕ αποτελεί βασικό βήμα. Πρωτοβουλίες παρακολούθησης και αποκαλύψεων, καμπάνιες ενημέρωσης και νομικές παρεμβάσεις μπορούν να αναδείξουν αθέατες σχέσεις επιρροής μεταξύ μέσων, πολιτικής και ποικίλων συμφερόντων.
Ταυτόχρονα, η πίεση προς διαφημιζόμενους – δημόσιους και ιδιωτικούς – να αποσύρουν στήριξη από μέσα που προάγουν την παραπληροφόρηση ή λειτουργούν ως μηχανισμοί προπαγάνδας, μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική. Καμπάνιες μποϊκοτάζ, αλλά και η δημιουργία «λευκών» και «μαύρων» λιστών διαφημιζόμενων, μπορούν να αποτελέσουν εργαλεία με καθοριστική επιρροή.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας επιτυχημένης κινητοποίησης της ΚτΠ είχαμε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η οργάνωση Stop Funding Hate καλεί μεγάλες εταιρείες να σταματήσουν να διαφημίζονται σε μέσα που αναπαράγουν ρητορικές μίσους. Η εκστρατεία έχει απτά αποτελέσματα: εταιρείες όπως η LEGO και η Co-op UK έχουν αποσύρει διαφημίσεις από συγκεκριμένα ταμπλόιντ, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι η χρηματοδότηση της παραπληροφόρησης δεν είναι πλέον αποδεκτή ως «επιχειρησιακή ουδετερότητα».
Παρόμοιες δράσεις έχουν εμφανιστεί και αναπτύσσονται σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία, τη Νέα Ζηλανδία και αλλού, ενισχύοντας τη λογοδοσία και ενθαρρύνοντας την υπεύθυνη στάση τόσο από πλευράς επιχειρήσεων όσο και από πλευράς κοινού.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ίδια η έννοια της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (ΕΚΕ) χρειάζεται να επεκταθεί και στον χώρο των μέσων ενημέρωσης. Όπως οι επιχειρήσεις καλούνται να λογοδοτούν για τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων τους, έτσι και οι οργανισμοί ΜΜΕ οφείλουν να υιοθετούν πρακτικές διαφάνειας, λογοδοσίας και υπευθυνότητας απέναντι στο κοινό τους. Η ανάπτυξη δεικτών ποιότητας, η ενίσχυση της αυτορρύθμισης, η δημιουργία ανεξάρτητων συμβουλίων δεοντολογίας και η ενεργή ανταπόκριση σε κοινωνικά ζητήματα που προκύπτουν από το περιεχόμενο ή τη λειτουργία τους, αποτελούν βήματα προς μια ΕΚΕ ειδικά προσανατολισμένη στα ΜΜΕ.
Η Κοινωνία των Πολιτών μπορεί να διαδραματίσει ρόλο-κλειδί και σε αυτό, διεκδικώντας την υπεύθυνη λειτουργία των μέσων και τη δημόσια δέσμευσή τους απέναντι στην κοινωνία που υπηρετούν.

Η ΚτΠ μπορεί επίσης να στηρίξει εναλλακτικές μορφές ενημέρωσης: μέσα κοινοτικά, συνεργατικά, μη εμπορικά ή βασισμένα στη συνεισφορά του κοινού. Μέσω crowdfunding, συμμετοχικών μοντέλων και θεσμών τοπικής πληροφόρησης, μπορεί να διαμορφωθεί ένα βιώσιμο περιβάλλον ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, έξω από τη λογική της συγκέντρωσης και των αγοραίων εξαρτήσεων.

Τέλος, καθοριστικός είναι και ο ρόλος της στην εκπαίδευση και καλλιέργεια κριτικής στάσης απέναντι στα ΜΜΕ. Πρωτοβουλίες media literacy, εργαστήρια αποδόμησης ψευδών ειδήσεων, εργαλεία εντοπισμού προπαγάνδας και συνεργασίες με σχολεία ή τοπικές κοινότητες μπορούν να ενδυναμώσουν τον πολίτη ως ενεργό και απαιτητικό δέκτη της πληροφόρησης.

Η ΚτΠ δεν είναι απλώς παρατηρητής του δημόσιου λόγου· είναι μέρος του. Και ως τέτοια, μπορεί να διεκδικήσει ισότιμα χώρο και φωνή στην ενημέρωση, συμβάλλοντας στη διατήρηση ενός δημόσιου πεδίου πληροφόρησης ελεύθερου, ανοιχτού, εποικοδομητικού και δημοκρατικού.

Και τώρα τι;

Η ενημέρωση δεν είναι ουδέτερη υπόθεση. Είναι η «4η εξουσία». Όποιος ελέγχει το πλαίσιο μέσα στο οποίο συζητάμε την πραγματικότητα, ελέγχει και τη σκέψη μας. Το τι μαθαίνουμε, τι αγνοούμε, πώς νιώθουμε και πώς αντιδρούμε δεν είναι τυχαίο – είναι αποτέλεσμα επιλογών που γίνονται καθημερινά από ανθρώπους που μπορεί να έχουν συμφέροντα και ατζέντες.

Δεν υπάρχουν «αντικειμενικά» μέσα· υπάρχουν όμως μέσα που σέβονται το κοινό, που δουλεύουν με διαφάνεια, που αναγνωρίζουν την ευθύνη τους. Και υπάρχουν κι εκείνα που προτιμούν να υπηρετούν, να αποσιωπούν ή να θολώνουν. Η διαφορά είναι ουσιώδης – και δεν αφορά μόνο τους δημοσιογράφους ή τους ιδιοκτήτες μέσων. Αφορά όλους μας, αναγνώστες, ακροατές, θεατές, πολίτες και πολιτικούς.

Δεν είμαστε «αθώοι» απέναντι στην πληροφόρηση. Είμαστε συμμέτοχοι. Η αδιαφορία, η παθητικότητα, η άκριτη κατανάλωση ειδήσεων είναι επίσης στάσεις. Και, ιδιαίτερα στην εποχή που ζούμε, κάθε στάση είναι πολιτική.

Αν θέλουμε να διατηρήσουμε την ενημέρωση ως δημόσιο αγαθό και όχι ως εργαλείο σχεδιασμένο για το engagement, τα likes, την κατανάλωση ή τη χειραγώγηση, οφείλουμε να απαιτήσουμε, να στηρίξουμε, να δράσουμε. Να διεκδικήσουμε διαφάνεια, να ενισχύσουμε την ανεξαρτησία, να καλλιεργήσουμε κριτική σκέψη. Να στηρίξουμε ό,τι αντιστέκεται.

Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Αλλά υπάρχει η επιλογή: ή θα διεκδικήσουμε τη φωνή μας, ή θα μιλάμε με τα λόγια των άλλων.

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε εποικοδομητικά στα άρθρα μας.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση του άρθρου πατώντας εδώ, αλλά...

... είναι μόνο χάρη των μελών/συνδρομητών που μας στηρίζουν που μπορούμε να έχουμε άρθρα.

Εάν μια εποικοδομητική δημοσιογραφία, που δεν εξαρτάται από διαφημίσεις, είναι κάτι που θέλετε να υποστηρίξετε γίνετε μέλος σήμερα.

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 61

Μάρτιος 2025

Μετάβαση στο περιεχόμενο