author-image-116 Ομάδα του Ορθού Λόγου
author-image-389 Τάνια Μαρκουτσά

Συντακτική Ομάδα

Στη σημερινή δημόσια σφαίρα, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ενημέρωσης ή άποψης αλλά η επικοινωνιακή «υπερχείλιση». Οι πιο νηφάλιες φωνές, συχνά, χάνονται κάτω από τον θόρυβο εκείνων που κραυγάζουν. Οι λεκτικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, οι τηλεοπτικές εντάσεις και ο θυμός έχουν αντικαταστήσει τον διάλογο. Αν και η ίδια η λέξη «διάλογος» προϋποθέτει περισσότερες από μία φωνές και τη χρήση της λογικής, στην πράξη, πολλές φορές, επιδιώκουμε περισσότερο να ακουστούμε παρά να ακούσουμε. Στόχος γίνεται η επιβολή της άποψης κι όχι η κατανόηση και η συνεννόηση. Έτσι, ο εκκωφαντικός θόρυβος καταλήγει σε μια απλή παράθεση μονολόγων.

Ο Αλέξανδρος Δεληγιάννης είναι σύμβουλος στρατηγικής και διαχείρισης έργων βιωσιμότητας, συνιδρυτής του Ελληνικού Ινστιτούτου Αποτελεσματικού Διαλόγου και της συμβουλευτικής εταιρείας Sympraxis. Έχει σπουδές μηχανικού και είναι κάτοχος MBA με ειδίκευση στο Marketing. Δραστηριοποιείται εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες στον χώρο της στρατηγικής επικοινωνίας, της διαβούλευσης και της βιώσιμης ανάπτυξης. Με αφετηρία τη δραστηριοποίησή του στην Κοινωνία των Πολιτών, συνέδεσε νωρίς την κοινωνική δράση με την ανάγκη ουσιαστικής συμμετοχής και συναίνεσης.

Σε μια περίοδο που οι αλγοριθμικές «φυσαλίδες» οξύνουν τους διαχωρισμούς και η κουλτούρα της αντιπαράθεσης κυριαρχεί, ο Αλέξανδρος Δεληγιάννης, προτείνει μια διαφορετική διαδρομή: τη σπειροειδή ανέλιξη προς τη συναντίληψη. Στη συζήτηση που ακολουθεί, εξηγεί γιατί ο πρώτος και αδιαπραγμάτευτος κανόνας της επικοινωνίας δεν είναι η ομιλία, αλλά το να αφουγκραζόμαστε. Μιλά για τη σημασία της ενεργητικής ακρόασης, για τη σχέση της ποιότητας του διαλόγου με την ποιότητα της δημοκρατίας και για την ευθύνη του πολίτη απέναντι στην τοξικότητα και την αντιπαράθεση. Μια συζήτηση-αντίδοτο στην εποχή των ιαχών, που μας υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αυθεντική ανθρώπινη επαφή.

Ορθός Λόγος: Κύριε Δεληγιάννη, ποια ήταν η στιγμή μηδέν και η αφετηρία για τη γέννηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Αποτελεσματικού Διαλόγου; Ποια συγκεκριμένη ανάγκη ή έλλειμμα ήρθε να καλύψει στην ελληνική πραγματικότητα;

Αλ. Δεληγιάννης: Το Ινστιτούτο ιδρύθηκε από ανθρώπους οι οποίοι δραστηριοποιούνται στη διαβούλευση και γενικότερα στον κοινωνικό διάλογο εδώ και δύο δεκαετίες. Εκείνο που διαπιστώσαμε είναι ότι πολλές φορές ο διάλογος αυτός είναι κατ’ επίφαση, ή γίνεται χωρίς ουσιαστικές προδιαγραφές. Βασικός στόχος μας επομένως ήταν να συμβάλλουμε σε ένα πιο ολοκληρωμένο και επαγγελματικό πλαίσιο υλοποίησης τέτοιων πρωτοβουλιών διαλόγου.

Αφορμή για την ίδρυση ήταν η συνάντηση αρκετών ανθρώπων από τον ευρύτερο χώρο της επικοινωνίας, πράγμα που οδήγησε στη διοργάνωση του πρώτου Συνεδρίου Αποτελεσματικού Διαλόγου. Αν θέλετε, τότε ήταν που «μετρήσαμε τις δυνάμεις μας» και πειστήκαμε ότι υπάρχει επαρκές ενδιαφέρον για μια τέτοια πρωτοβουλία.

Πρέπει να ακούμε…

Ο.Λ.: Συχνά συγχέουμε τον διάλογο με την απλή ανταλλαγή μονολόγων ή την παράλληλη έκφραση απόψεων. Ποιος είναι, κατά τη μεθοδολογία του Ινστιτούτου, ο πρώτος και αδιαπραγμάτευτος κανόνας για να χαρακτηριστεί ένας διάλογος πραγματικά «αποτελεσματικός»;

Α.Δ.: Ο πρώτος κανόνας είναι το να ακούμε ή, πιο σωστά, να αφουγκραζόμαστε. Ο διάλογος δεν έχει απολύτως κανένα νόημα αν είναι μια απλή εναλλαγή διαφορετικών απόψεων –αυτό που οι Αμερικανοί λένε “talking past each other”– όπου δεν είμαστε διατεθειμένοι να αναγνωρίσουμε και να αντιληφθούμε επί της ουσίας την πληροφορία την οποία λαμβάνουμε από τον συνομιλητή μας και να τη θεωρήσουμε χρήσιμη, έστω δυνάμει χρήσιμη.

Αν θέλετε μια μεθοδολογική οπτική παρομοίωση του αποτελεσματικού διαλόγου, θα έλεγα ότι μιλάμε για μια σπειροειδή ανοδική πορεία, μια ανέλιξη: λαμβάνουμε υπόψη τα όσα έχουν ήδη ειπωθεί, χτίζοντας πάνω σε αυτά. Κινούμαστε σταδιακά όχι προς μια στείρα συναίνεση, αλλά προς μια συναντίληψη των πραγμάτων. Έτσι, μπορούμε τελικά και κάπου να καταλήξουμε.

Ο.Λ.: Το Ινστιτούτο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον εθελοντισμό και την επιστημονική προσφορά. Πώς καταφέρνετε να μετατρέψετε την εθελοντική διάθεση σε συγκροτημένη, επαγγελματική μεθοδολογία παρέμβασης με μετρήσιμο αντίκτυπο;

Α.Δ.: Καταρχάς θα πρέπει να διαχωρίσουμε τον εθελοντισμό από τον ερασιτεχνισμό. Πράγματι, οι εταίροι του Ινστιτούτου δεν αμειβόμαστε για τη συμμετοχή μας στη δραστηριότητά του. Δεν παύουμε όμως να είμαστε επαγγελματίες του χώρου και να μην δικαιολογούμε εκπτώσεις στην ποιότητα της προσφοράς μας.

Παράλληλα, οι δράσεις του Ινστιτούτου στοχεύουν στη βελτίωση του πλαισίου στο οποίο διεξάγεται σήμερα ο δημόσιος διάλογος γενικά. Το ζήτημα δεν είναι να έχουμε «οάσεις εποικοδομητικών συζητήσεων» σε ένα τοπίο κατά τα άλλα έρημο από ουσιαστικό διάλογο. Δεν αρκούμαστε στο καλό κομμάτι της επικοινωνιακής «πίτας», θέλουμε να αναβαθμίσουμε την ποιότητα ολόκληρης της πίτας, για όλους.

Κρίσιμη η συνέπεια

Ο.Λ.: Όταν επιχειρείτε να εφαρμόσετε τις αρχές του δομημένου διαλόγου στην ελληνική δημόσια σφαίρα, ποιες είναι οι μεγαλύτερες αντιστάσεις και δυσκολίες που συναντάτε;

Α.Δ.: Η βασική δυσκολία είναι η έλλειψη συνέπειας: για να προχωρήσουμε στη σπειροειδή πορεία που προανέφερα, απαιτείται επαρκής χρόνος σε κάποιους επιμέρους σταθμούς. Όταν, όμως, ένα έργο -δημόσιο ή και ιδιωτικό- έχει πολύ συγκεκριμένα, σφιχτά χρονοδιαγράμματα, ο ουσιαστικός διάλογος με τα ενδιαφερόμενα μέρη εύκολα θεωρείται παράγοντας ανεπιθύμητης καθυστέρησης. Δεν είναι: αποτελεί κρίσιμο μέρος της υλοποίησης, ιδανικά και του αρχικού σχεδιασμού. Οι βιαστικές στάσεις, ενδεχομένως και η υπερπήδηση μερικών σταθμών, δεν θα βοηθήσει το έργο ούτε βέβαια και τη γενικότερη αποδοχή από τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Ο.Λ.: Στην Ελλάδα κυριαρχεί συχνά η κουλτούρα της έντασης, του «ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά» στα τηλεοπτικά πάνελ και στα κοινωνικά δίκτυα. Πώς «ξεμαθαίνει» ένας άνθρωπος ή ένας θεσμός να απαντά με τοξικότητα και επιθετικότητα;

Α.Δ.: Όσο εμείς, ως πολίτες και «καταναλωτές περιεχομένου» όπως μας θεωρούν, επιβραβεύουμε αυτήν την κατ’ επίφαση επικοινωνία αντί να της γυρίζουμε την πλάτη, τόσο αυτή θα συνεχίζεται. Όσο τα likes -ακόμα και τα dislikes– τα follows, τα comments και η τηλεθέαση ανεβαίνουν με τέτοιες πρακτικές, τόσο θα συνεχίζουν να τις χρησιμοποιούν. Επομένως, το πιο βασικό είναι να περιοριστεί το κοινό αυτών των φωνών. Και αυτό αφορά τον καθένα από εμάς: το τι επιλέγει να ακούει, τι επιλέγει να βλέπει, τι επιλέγει να επικροτεί μέσα από likes, ακόμα και το πού επιλέγει να μπει σε αντιπαράθεση. Διότι αυτές οι φωνές τρέφονται από την αντιπαράθεση. Χρειάζεται λοιπόν να αντιληφθούμε ότι, στην πραγματικότητα, δεν ενδιαφέρονται για διάλογο. Πιθανότατα δεν πιστεύουν καν αυτά που λένε, ενώ μπορούν και να τα ανατρέψουν ανά πάσα στιγμή.

Από εκεί και πέρα, ακόμη και στους πιο στεγανούς οργανισμούς, υπάρχουν άτομα με εποικοδομητική διάθεση. Αυτά πρέπει να αναδείξουμε και, μέσα από τη δική τους επικοινωνία, θα εξελιχθούμε συνολικά.

Ανάδειξη καίριων ζητημάτων

Ο.Λ.: Οι υπηρεσίες και τα εργαστήριά σας αφορούν μόνο τα ανώτατα κλιμάκια λήψης αποφάσεων (πολιτικούς, στελέχη επιχειρήσεων) ή παρέχετε συμβουλευτική και σε τοπικές κοινότητες, σωματεία και απλές ομάδες πολιτών που βρίσκονται σε σύγκρουση; Πώς δουλεύετε μαζί τους στο πεδίο;

Α.Δ.: Οι υπηρεσίες μας κατ’ ουσία αφορούν τους πάντες όπως είπατε, στο βαθμό που οι ίδιοι ενδιαφέρονται για τέτοιου είδους υπηρεσίες. Είμαστε στη διάθεση τοπικών κοινοτήτων και μικρότερων φορέων ανά την Ελλάδα, όπως και μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Εκ των πραγμάτων, δεδομένων των περιορισμένων πόρων μας και της έμφασής μας στην αποτελεσματικότητα, στοχεύουμε κυρίως εκεί που μπορούμε να έχουμε έναν θετικό αντίκτυπο. Είτε μας αρέσει είτε όχι, ο εταιρικός χώρος αυτή τη στιγμή είναι ένας από τους πιο ισχυρούς. Αν, λοιπόν, μπορέσουμε να τον επηρεάσουμε, μπορούμε να έχουμε ένα πολύ ισχυρό αποτέλεσμα. Κατ’ αναλογία στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας, πιο σημαντικό αντίκτυπο μπορεί να έχει κανείς πείθοντας τα στελέχη μιας μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας, παρά απευθυνόμενος στους πολίτες κρατών τα οποία ενδέχεται να έχουν προϋπολογισμούς και ΑΕΠ πιο χαμηλά από τους προϋπολογισμούς μιας τέτοιας εταιρείας.

Αυτό αφορά και τα μεσαία στελέχη που μπορεί να μην έχουν έναν αποφασιστικό ρόλο, μπορούν όμως να συμβάλουν στην ανάδειξη καίριων ζητημάτων. Για παράδειγμα, τα λεγόμενα θέματα ESG (Περιβαλλοντική, Κοινωνική και Εταιρική Διακυβέρνηση) φαίνεται επί του παρόντος να είναι χαμηλά σε προτεραιότητα μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες προτάσσουν το κέρδος εις βάρος της κοινωνικής τους ευθύνης. Κάτι τέτοιο δεν μας προκαλεί έκπληξη, δεν έχουμε αυταπάτες. Όμως οι οργανισμοί διεθνώς συμφώνησαν στα κριτήρια ESG ακριβώς επειδή είχαν δει ότι έχουν νόημα στο πλαίσιο της εταιρικής δραστηριότητας. Το να υπάρχει πισωγύρισμα σε αυτά και μάλιστα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, είναι αντίστοιχο με το να λέμε ότι δεν μας χρειάζεται ο ΟΗΕ και τα διεθνή fora, αρκεί να διαπραγματευόμαστε κατευθείαν μεταξύ μας στο πλαίσιο διμερών συναλλακτικών (transactional) πλαισίων. Δεν αρκεί.
Τα μεσαία στελέχη λοιπόν μπορούν να λειτουργήσουν ως –ανθρώπινοι– agents, αναδεικνύοντας τέτοια θέματα ώστε να ανέβουν ξανά σε προτεραιότητα.

Προϋπόθεση η συναίνεση

Ο.Λ.: Πώς συνδέεται ο αποτελεσματικός διάλογος με την ποιότητα της σύγχρονης δημοκρατίας και την έννοια του ενεργού πολίτη; Μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συμμετοχή χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση στη συνομιλία;

Α.Δ.: Είναι μια σύνθετη ερώτηση και θα επιδιώξω μια σχετικά απλή -ελπίζω όχι απλοϊκή- απάντηση. Ξεκινώντας από το τέλος, θα έλεγα ότι η εκπαίδευση στη συνομιλία είναι η ίδια η συνομιλία, ο ίδιος ο διάλογος: να μιλάμε, αλλά κυρίως να αφουγκραζόμαστε.

Όταν κάποιοι από εμάς συμμετείχαμε στην Greenpeace, προτάσσαμε το σύνθημα «οι πράξεις μιλούν πιο δυνατά από τα λόγια». Είχαμε όμως πλήρη συνείδηση ότι και οι πράξεις ενός μοναχικού φορέα δεν αρκούν παρά μόνο ως παράδειγμα. Η αλλαγή απαιτεί τη συναίνεση, αν όχι του συνόλου, ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας και κυρίως αυτών που έχουν μεγαλύτερη ισχύ. Αυτό δεν μπορεί κανείς να το πάρει με το μέρος του μακροπρόθεσμα, παρά μέσα από την ουσιαστική επικοινωνία. Οτιδήποτε άλλο θα είναι προσωρινό.

Επομένως, η όποια πράξη –είτε συμβολική, είτε με άμεσο αντίκτυπο– αποτελεί αφορμή για διάλογο και χρειάζεται και το ανάλογο πλαίσιο. Ο ενεργός πολίτης δεν αρκείται στο να ενεργεί, επιδιώκει και να ανοίξει τη γενικότερη συζήτηση. Η ποιότητα αυτής της συζήτησης αντιπροσωπεύει την ποιότητα της δημοκρατίας.

Ο.Λ.: Υποστηρίζεται συχνά ότι η δημοκρατία δεν πάσχει από έλλειψη φωνών, αλλά από έλλειψη αυτιών. Πώς καλλιεργείται η δεξιότητα της ενεργητικής ακρόασης σε έναν πολίτη που νιώθει ότι η γνώμη του δεν εισακούγεται ποτέ;

Α.Δ.: Όταν πρωτοβγήκαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, υπήρχε η αισιοδοξία ότι μέσα από τη διαδραστικότητα την οποία προσφέρουν θα έδιναν ισχύ στον πολίτη, στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου. Τον μήνα αυτόν έκλεισαν είκοσι χρόνια από την ευρεία διάθεση του Facebook και μπορούμε πλέον να πούμε ότι αυτή η διάδραση δεν αρκεί, καθότι περιορίζεται σε ένα πολύ στενό φάσμα επικοινωνίας.

Έχουμε καταλήξει να αναφερόμαστε σε δημιουργούς περιεχομένου με έναν γενικό τρόπο, χωρίς καν να εξετάζουμε για τι περιεχόμενο πρόκειται. Και από την άλλη πλευρά, φυσικά, υπάρχει η πλειονότητα των ακροατών που προσμετρώνται μόνο ως καταναλωτές του περιεχομένου αυτού.

Μια αξιοσημείωτη περίπτωση είναι αυτή του Προέδρου Trump. Όταν έκρινε ότι οι απόψεις του δεν αναπαράγονται αρκετά ευνοϊκά από τα συνήθη κοινωνικά μέσα έστησε το δικό του, στο οποίο βεβαίως κανείς δεν τον αμφισβητεί.

Τελικά, η ύπαρξη αμέτρητων καναλιών δεν μπορεί να λογίζεται ως πολυφωνία, καθώς το μόνο που κάνει είναι να κατακερματίζει τη συζήτηση. Ο καθένας από εμάς παραμένει στη φυσαλίδα του, ακούγοντας και διαβάζοντας μόνο αυτά που θέλει να ακούσει ή να δει.
Η μόνη λύση είναι να μιλάμε και με τους «άλλους» – με εκείνους δηλαδή που έχουν διαφορετική άποψη από εμάς. Αυτό μπορεί να μας βγάζει από τη ζώνη της άνεσής μας, αλλά είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται να γίνει.

Επαγγελματικές δεξιότητες

Ο.Λ.: Οι αρχές του αποτελεσματικού διαλόγου είναι δεξιότητες ζωής. Πόσο ρεαλιστικό και αναγκαίο είναι να ενταχθούν αυτές οι τεχνικές στη δημόσια εκπαίδευση, ξεκινώντας από το δημοτικό και το γυμνάσιο; Έχετε πειραματικές εφαρμογές σε σχολεία;

Α.Δ.: Όπως λέτε, είναι δεξιότητες ζωής. Θα μου επιτρέψετε να προσθέσω ότι πλέον αναγνωρίζονται και ως επαγγελματικές δεξιότητες, με πολλές επιχειρήσεις να προσπερνούν υποψήφια στελέχη που δεν τις διαθέτουν: αν δεν μπορούν να συζητήσουν ουσιαστικά, πώς θα μπορέσουν να συνεργαστούν;

Εκ των πραγμάτων λοιπόν, η εισαγωγή –ή, αν θέλετε, η επέκταση καθώς υπάρχουν ήδη τέτοιες πρωτοβουλίες και στη δημόσια εκπαίδευση– είναι μονόδρομος. Παρότι ως Ινστιτούτο δεν δραστηριοποιούμαστε άμεσα στα σχολεία, έχουμε γύρω μας ένα δίκτυο επαγγελματιών που το κάνουν, για παράδειγμα μέσα από την εκπαίδευση στη ρητορική.

Ο.Λ.: Στο πρόσφατο συνέδριό σας ακούστηκαν τοποθετήσεις με ιδιαίτερο βάρος. Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη φράση ή ιδέα που ειπώθηκε από τους συμμετέχοντες και νιώσατε ότι συμπύκνωσε το νόημα μιας αναγκαίας θετικής αλλαγής;

Α.Δ.: Εκείνο που θα κατέγραφα ως μια πολύ ισχυρή ιδέα είναι η αναφορά στην πρώτη διαβούλευση στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών που έγινε με τη συμμετοχή Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών – ΟΚοιΠ, ή ΜΚΟ όπως αναφέρονταν τότε. Ήταν το 2005-2006 και αφορούσε τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Το σύνθημα των ΟΚοιΠ που εκπροσωπούσαν τα άτομα αυτά ήταν “Nothing about Us, Without Us“. Η συζήτηση στο συνέδριο ουσιαστικά ανέδειξε, μεταξύ άλλων, την ανάγκη αυτό το “About Us“ να διευρυνθεί, καθώς όλο και περισσότερα ζητήματα αφορούν και επηρεάζουν άμεσα τους πολίτες.

Πρώτα τα σημαντικά

Ο.Λ.: Πέρα από τα συμπεράσματα στα χαρτιά, ποιο ήταν το πιο απτό, χειροπιαστό αποτέλεσμα που προέκυψε από αυτό το συνέδριο; Ποιο είναι το πρώτο εργαλείο που μπορεί να πάρει ένας πολίτης αύριο το πρωί στην καθημερινότητά του;

Α.Δ.: Αυτό που επιβεβαιώνεται σε κάθε Συνέδριο Αποτελεσματικού Διαλόγου μέχρι και σήμερα είναι ότι ο διάλογος έχει νόημα. Στελέχη πολυεθνικών, δημόσιων φορέων και ΟΚοιΠ συναντώνται και συζητούν ίσως και για πρώτη φορά στα πάνελ μας. Γνωρίζουμε ότι πολλοί επεκτείνουν τη συζήτηση αυτή και μετά το συνέδριο. Αυτό λοιπόν είναι το εργαλείο: η συνάντηση και η συζήτηση για τα σημαντικά θέματα με την όποια αφορμή, είτε είναι μια συνέλευση, είτε μια έξοδος, είτε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι. Ο κόσμος δεν βελτιώνεται με το κουτσομπολιό…

Ο.Λ.: Πώς μπορούν τα ευρήματα του συνεδρίου να επηρεάσουν με θετική κατεύθυνση τους φορείς χάραξης πολιτικής, ώστε να μη μείνουν απλώς σε ένα επίπεδο διανόησης;

Α.Δ.: Τα ζητήματα που αναδείχθηκαν στο 4ο Συνέδριο μας έχουν στο μεγαλύτερο βαθμό άμεσο ενδιαφέρον και εφαρμογή. Για παράδειγμα, θα μπορούσε η τρέχουσα πολιτική ηγεσία, αλλά και η αντιπολίτευση, να αξιοποιήσει τις πληροφορίες οι οποίες δόθηκαν στο πάνελ για την πυρηνική ενέργεια. Αντίστοιχα, τα πιστωτικά ιδρύματα θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις προτάσεις συνδρομής τους στην αναβάθμιση της ανθεκτικότητας των επιχειρήσεων.

Ο.Λ.: Για τις οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, η λογοδοσία και η διαφάνεια είναι όροι επιβίωσης. Πώς θωρακίζει το Ινστιτούτο τη θεσμική του ανεξαρτησία, αποφεύγοντας τον κίνδυνο κομματικής εκμετάλλευσης ή εταιρικής αφομοίωσης;

Α.Δ.: Ένας, πρωτότυπος πιστεύω, τρόπος είναι η μεταβίβαση του ελέγχου του περιεχομένου για μέρος των εκδηλώσεών μας σε άτομα και φορείς του ευρύτερου δικτύου μας. Αυτή η ουσιαστική πολυφωνία, η οποία προφανώς δεν μπορεί να περιοριστεί από εμάς, αποτελεί μια σημαντική δικλείδα ασφαλείας.

Ο.Λ.: Πώς μετράτε την αποτελεσματικότητά σας; Μετά από μια παρέμβαση, διαμεσολάβηση ή εκπαίδευση, ποιοι είναι οι δείκτες που σας επιβεβαιώνουν ότι «εδώ άλλαξε πραγματικά η νοοτροπία»;

Α.Δ.: Τα likes, τα reposts και τα comments στις ανακοινώσεις μας για παράδειγμα, είναι δείκτες και δεν τα υποτιμώ. Ένας όμως δείκτης που θα ξεχώριζα, είναι ο σημαντικός αριθμός ομιλητών προηγούμενων συνεδρίων που έρχονται ξανά, αλλά ως ακροατές πλέον. Αυτό σημαίνει ότι βρήκαν αξία, έστω και αν άκουσαν πολλές απόψεις διαφορετικές από τις δικές τους ή, ενδεχομένως, ακριβώς επειδή άκουσαν άλλες απόψεις.

Και τώρα τι;

Ο.Λ.: Ποια είναι τα επόμενα άμεσα βήματα και οι στρατηγικοί στόχοι του Ινστιτούτου για τα επόμενα χρόνια;

Α.Δ.: Είμαστε ακόμη ένας νέος φορέας, είμαστε όμως και αρκετά φιλόδοξοι. Αναγνωρίζουμε ή δημιουργούμε τις κατάλληλες ευκαιρίες και προωθούμε συμμαχίες για τη διεύρυνση του αποτελεσματικού διαλόγου. Για παράδειγμα, στον χώρο της δημόσιας πολιτικής, πολλά ζητήματα θα αναδειχθούν μέσα από τις συζητήσεις στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος. Αυτό είναι ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον πλαίσιο, καθώς ευνοεί τον διάλογο σε επίπεδο αρχών, πέρα από στενές συγκυριακές επιδιώξεις.

Ο.Λ.: Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των αλγοριθμικών echo chambers που οξύνουν τον διχασμό, ποια είναι τα νέα εργαλεία διαλόγου που αναπτύσσετε για να διατηρηθεί η ανθρώπινη σύνδεση;

Α.Δ.: Εκτιμούμε ότι η αυθεντική και άμεση ανθρώπινη επικοινωνία θα αποκτά ξανά όλο και μεγαλύτερο ρόλο στη δημόσια σφαίρα, ακριβώς λόγω της κυριαρχίας της εικονικής διάδρασης. Αυτός είναι και ένας λόγος που επιμένουμε σε physical συνέδρια και δραστηριότητες, με χειραψίες, cartes visit και χρόνο για δικτύωση. Ίσως όλα αυτά να μοιάζουν παλιομοδίτικα, αλλά για εμάς παραμένουν το μέλλον.

Ο.Λ.: Αν ένας πολίτης διαβάζει αυτή τη συνέντευξη σας στον Ορθό Λόγο και θέλει να συμβάλει στο έργο σας ή να εκπαιδευτεί στον αποτελεσματικό διάλογο, ποιος είναι ο πρακτικός δρόμος εμπλοκής του;

Α.Δ.: Πρώτα απ’ όλα, ελπίζω και εύχομαι περισσότεροι πολίτες να διαβάζουν τον εποικοδομητικό Ορθό σας Λόγο. Και όχι μόνο για την παρούσα συνέντευξη, για την οποία και σας ευχαριστούμε θερμά!
Θα έλεγα ο καθένας να φτιάξει το δικό του «Ινστιτούτο», με την έννοια να αναλάβει πρωτοβουλία για διάλογο κατ’ αρχάς στο όποιο πλαίσιο κινείται ο ίδιος. Ο καθένας μας «ας καλλιεργεί τον κήπο του». Ζούμε σε μια εποχή διαρκούς αντιπαράθεσης και ο μόνος τρόπος να την ξεπεράσουμε είναι να προχωρήσουμε σε ουσιαστική επικοινωνία.

Ο.Λ.: Αν έπρεπε να δώσετε μία πρακτική συμβουλή σε δύο ανθρώπους που διαφωνούν ριζικά σε ένα ευαίσθητο κοινωνικό ή πολιτικό θέμα ώστε να μην καταλήξουν σε σύγκρουση, ποιο θα ήταν το πρώτο βήμα που θα τους υποδεικνύατε;

Α.Δ.: Να σκεφτούν ότι, συνήθως, η σύγκρουση δεν ωφελεί κανέναν. Τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν επομένως; Δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές, υπάρχει όμως μια προϋπόθεση: ο αμοιβαίος σεβασμός μεταξύ των ατόμων καθαυτών, πέρα από απόψεις και στερεότυπα.

Ο.Λ.: Κλείνοντας, για εσάς προσωπικά και για το Ινστιτούτο, τι συνιστά τελικά μια πραγματικά υγιή, ανθεκτική και λειτουργική Κοινωνία των Πολιτών;

Α.Δ.: Θα θύμιζα την έννοια της αγοράς -της αρχαίας αγοράς. Μια υγιής, ανθεκτική και λειτουργική κοινωνία των πολιτών είναι μια κοινωνία η οποία ορά, αφουγκράζεται, κρίνει, συν-κρίνει, μαθαίνει, αποφασίζει και προχωρά, ένας learning organisation όπως θα έλεγε ο Peter Senge. Είναι αδιανόητο να γυρνάμε στα φαντάσματα του παρελθόντος αντί να εστιάζουμε στις πραγματικές παγκόσμιες κοινές προκλήσεις του σήμερα, καθώς και στην ευθύνη μας απέναντι στις γενιές που θα μας διαδεχθούν.

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε εποικοδομητικά στα άρθρα μας.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση του άρθρου πατώντας εδώ, αλλά...

... είναι μόνο χάρη των μελών/συνδρομητών που μας στηρίζουν που μπορούμε να έχουμε άρθρα.

Εάν μια εποικοδομητική δημοσιογραφία, που δεν εξαρτάται από διαφημίσεις, είναι κάτι που θέλετε να υποστηρίξετε γίνετε μέλος σήμερα.

Θεματολογία

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 76

Σεπτέμβριος 2026

Μετάβαση στο περιεχόμενο