author-image-104 Editorial

Το καλοκαίρι μάς έδωσε, όσο μπορούσε, την ευκαιρία της απόστασης, της ηρεμίας. Να απομακρυνθούμε για λίγο από τον θόρυβο, τις καθημερινές αντιπαραθέσεις, τις βεβαιότητες της στιγμής. Μαζί με την επιστροφή στις αρχές του φθινοπώρου έρχεται πάντα και μια δοκιμασία: αν όσα υποστηρίζουμε ως αρχές, αξίες και πεποιθήσεις παραμένουν τα ίδια όταν καλούμαστε να τα εφαρμόσουμε.

Γιατί, η συνέπεια μοιάζει εύκολη όσο παραμένει στο επίπεδο των διακηρύξεων. Γίνεται απαιτητική όταν μια αρχή που θεωρούμε αυτονόητη πρέπει να ισχύσει και σε μια περίπτωση που μας δυσκολεύει, όταν το ίδιο μέτρο καλούμαστε να το εφαρμόσουμε σε εκείνον με τον οποίο συμφωνούμε και σε εκείνον με τον οποίο διαφωνούμε, σε εκείνον που αισθανόμαστε κοντά μας και σε εκείνον που μας είναι ξένος. Εκεί παύει να είναι απλώς μια αρετή που επικαλούμαστε και γίνεται στάση που πρέπει να αντέξει στην πράξη.

Η συνέπεια, βέβαια, δεν σημαίνει ακαμψία. Ούτε ότι οι απόψεις δεν αλλάζουν όταν αλλάζουν τα δεδομένα ή όταν η εμπειρία μάς αναγκάζει να επανεξετάσουμε όσα πιστεύαμε. Σημαίνει, όμως, ότι δεν μετακινούμε κάθε φορά τον κανόνα ώστε να εξυπηρετεί τη θέση στην οποία, ήδη, βρισκόμαστε. Ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια αντίφαση, ακόμη κι όταν μας αφορά και μια αλήθεια, ακόμη κι όταν διατυπώνεται από την άλλη πλευρά.

Κάπου εκεί γεννιούνται και τα γνώριμα «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Σπάνια εμφανίζονται ως συνειδητή ομολογία ασυνέπειας. Συνήθως, συνοδεύονται από μια εξήγηση για το γιατί «αυτή η περίπτωση είναι διαφορετική», γιατί εδώ πρέπει να δείξουμε μεγαλύτερη ανοχή ή, αντιθέτως, μεγαλύτερη αυστηρότητα. Και κάποιες φορές πράγματι οι περιστάσεις διαφέρουν. Όταν, όμως, οι εξαιρέσεις συμπίπτουν σταθερά με τις συμπάθειες, τις ιδεολογικές συγγένειες ή τα συμφέροντά μας, τότε δεν έχουμε πλέον διαφορετικές περιπτώσεις· έχουμε διαφορετικά μέτρα.

Αυτό το σκεπτικό διατρέχει, με διαφορετικούς τρόπους, το τεύχος που κρατάτε στα χέρια σας. Αγγίζει την καθημερινή ηθική κρίση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια δημοκρατία αντιμετωπίζει ιδέες που αμφισβητούν τις ίδιες τις προϋποθέσεις της. Μας καλεί να αναρωτηθούμε αν η ευαισθησία μας απέναντι στον αυταρχισμό και την πολιτική βία παραμένει ίδια ανεξάρτητα από το ιδεολογικό τους πρόσημο· αν η καταδίκη του μίσους και της συλλογικής ενοχοποίησης εξακολουθεί να ισχύει όταν οι ρόλοι θύματος και θύτη δεν ταιριάζουν στα σχήματα που έχουμε συνηθίσει· αν μια ανθρωπιστική κρίση μας απασχολεί για όσα συμβαίνουν στους ανθρώπους που τη βιώνουν ή μόνο όταν οι συνέπειές της αρχίζουν να μας πιέζουν οικονομικά.

Η ίδια απαίτηση βαραίνει ιδιαίτερα τη δημοσιογραφία. Ο «έλεγχος της εξουσίας» δεν αφορά μόνο τις πράξεις και τις αποφάσεις της, αλλά και όσα δηλώνουν δημόσια όσοι την ασκούν, τη διεκδικούν ή την επηρεάζουν. Στα πάνελ, στις συνεντεύξεις και στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση, το «είπε ο ένας, είπε ο άλλος» δεν αρκεί για να ενημερωθεί ο πολίτης. Δεδομένα, καταγγελίες και ισχυρισμοί χρειάζονται έρευνα και διασταύρωση, ώστε να διακρίνεται τι επιβεβαιώνεται, τι μένει ατεκμηρίωτο και τι αποτελεί άποψη ή πρόβλεψη. Και εδώ η συνέπεια δοκιμάζεται στο αν το ίδιο μέτρο επαλήθευσης εφαρμόζεται σε όλους — όχι ανάλογα με το ποιος μιλά ή ποια εκδοχή ταιριάζει περισσότερο στις δικές μας προσδοκίες.

Και η ανάγκη αυτή δεν περιορίζεται στα μεγάλα πολιτικά ή ηθικά ζητήματα. Υπάρχει και εκεί όπου η δημόσια συζήτηση γεμίζει εύκολες εξηγήσεις για πολύ πιο καθημερινά θέματα. Οι τιμές των καυσίμων, για παράδειγμα, προσφέρονται συχνά για πρόχειρα συμπεράσματα: άλλοτε όλα αποδίδονται στην τιμή του πετρελαίου, άλλοτε στους φόρους, άλλοτε στα περιθώρια κέρδους. Όταν όμως ακολουθήσουμε ολόκληρη τη διαδρομή από τη διεθνή αγορά μέχρι την αντλία, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο σύνθετη.

Υπάρχει, τέλος, και μια πιο δημιουργική πλευρά της συνέπειας. Δεν αφορά το πώς κρίνουμε, αλλά το πώς συναντούμε τον άλλον. Ο διάλογος δοκιμάζεται ακριβώς όταν υπάρχει πραγματική διαφωνία. Είναι εύκολο να ακούμε εκείνους που επιβεβαιώνουν όσα ήδη πιστεύουμε· πολύ δυσκολότερο να παραμένουμε ανοιχτοί σε μια συζήτηση που μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με τα όρια της δικής μας θέσης. Η κοινωνία των πολιτών έχει αξία όταν αυτή η διάθεση δεν μένει ευχή, αλλά γίνεται πρακτική συμμετοχής, ακρόασης και συνεργασίας.

Γι’ αυτό και το αμόνι της εικόνας συμπυκνώνει αυτή την ιδέα της δοκιμασίας. Το μέταλλο επάνω του δεν έχει πάρει την τελική του μορφή. Έχει περάσει από τη φωτιά και δέχεται τα χτυπήματα που θα φανερώσουν τι μπορεί να γίνει και τι μπορεί να αντέξει.
Κάπως έτσι δοκιμάζονται και όσα θεωρούμε σταθερά μέσα μας. Όχι όσο παραμένουν αδοκίμαστα, αλλά όταν περνούν από το σφυρηλάτημα της πράξης.
Εκεί δεν αποδεικνύεται μόνο αν έχουμε αρχές. Αποδεικνύεται αν εξακολουθούμε να τις εφαρμόζουμε όταν αυτό δεν μας βολεύει.
Και ίσως αυτή να είναι, τελικά, η ουσιαστικότερη δοκιμασία της συνέπειας.

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε εποικοδομητικά στα άρθρα μας.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση του άρθρου πατώντας εδώ, αλλά...

... είναι μόνο χάρη των μελών/συνδρομητών που μας στηρίζουν που μπορούμε να έχουμε άρθρα.

Εάν μια εποικοδομητική δημοσιογραφία, που δεν εξαρτάται από διαφημίσεις, είναι κάτι που θέλετε να υποστηρίξετε γίνετε μέλος σήμερα.

Θεματολογία

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 76

Σεπτέμβριος 2026

Μετάβαση στο περιεχόμενο