«Μα επιτέλους τι είμαι
Εγώ που έψαυσα ένα χάρτινο πρόσωπο
Στημένο στην αμφιβολία των δρόμων
Στα σταυροδρόμια της σιωπής
Πάνω σε τόσες αφίσες το κοίταξα
Ν’ αλλάζει χρώματα ν’ αλλάζει στάσεις»
«Αφίσα», Αλέξης Τραϊανός
«Εγώ είμαι ένας Άλλος», έγραφε κρυπτικά ο Ρεμπώ σε έναν από τους πιο ερμητικούς μα και διάσημους στίχους του, χρησιμοποιώντας την γοητευτική σκευή της ποιήσεως για να εκφράσει το δυσεπίλυτο -αν όχι άλυτο- αίνιγμα της ύπαρξης εν εαυτώ και κόσμω. Σε αυτόν τον, άκρως, πολύσημο στίχο η ποιητική του Ρεμπώ καταφέρνει να εγκολπώσει όλον τον στοχασμό περί εαυτού, από την αυτογνωσία του Σωκράτη και το έλλογο υποκείμενο του Ντεκάρτ μέχρι το ασυνείδητο ψυχαναλυτικό Εγώ του Φρόυντ και τον κατακερματισμένο Εαυτό της μετανεωρικότητας. Όσοι, όμως, τόνοι μελάνης και εάν χύθηκαν από μεγάλους στοχαστές και διανοητές στο διάβα των χρόνων, το ερώτημα παραμένει κραταιό: Μπορεί καθείς και καθεμία από εμάς να χαράξει έναν προσωπικό και αυθεντικό τρόπο ύπαρξης σε έναν κόσμο διαρκώς αυξανόμενων επιρροών, αλληλεπιδράσεων και κοινωνικών επιταγών;
Η φιλοσοφική έννοια του «αυθεντικού» εαυτού
Το φιλοσοφικό ζήτημα της ύπαρξης ενός «αυθεντικού» εαυτού απασχόλησε την φιλοσοφία από τα σπάργανα της και συνεχίζει να την απασχολεί μέχρι και τις μέρες μας. Στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία ο προσωκρατικός -επονομαζόμενος και ως σκοτεινός– φιλόσοφος, Ηράκλειτος ο Εφέσιος, έθεσε πρώτος την αδήριτη ανάγκη μιας βαθιάς γνώσης του εαυτού με την γνωστή, αποφθεγματική φράση, εν είδει χρησμού: «ερεύνησα τον εαυτό μου». Την σκυτάλη σε αυτήν την εσωτερική αναζήτηση λαμβάνει ο Σωκράτης, ο οποίος σκιαγράφησε τον τρόπο της αυθεντικής ύπαρξης εν κόσμω με την περίφημη φράση: «Γνώθι σαυτόν». Η σωκρατική αυτογνωσία άλλο δεν είναι παρά μία συνεχής αναζήτηση της εσώτερης γνώσης τόσο του εαυτού όσο και του κόσμου. Ο άνθρωπος δεν πρέπει μήτε να εφησυχάζει μήτε να θεωρεί πως κατέχει τις επαρκείς γνώσεις που του χρειάζονται για την πορεία του βίου του. Αντιθέτως, οφείλει ν’ αγρυπνά, να αναζητά διαρκώς νέες γνώσεις και να εξετάζει συστηματικά τόσο τα του εαυτού όσο και τα του κόσμου. Μακριά από την σκέψη του Σωκράτη δεν βρίσκεται εκείνη του Αριστοτέλη, ο οποίος συνυφαίνει την αυθεντικότητα με την μεσότητα και την συνειδητή επιλογή μιας ζωής που ευθυγραμμίζεται με τις ενδότερες αρετές του κάθε ανθρώπου.
Στην φιλοσοφία κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, οι έννοιες του εαυτού και του υποκειμένου μετασχηματίζονται. Ο περίφημος «καρτεσιανός ορθολογισμός» – ερειζόμενος σ’ έναν αυστηρό δυισμό ψυχής και σώματος, υποστηρίζει πως η γνώση της πραγματικότητας πηγάζει από τις ιδέες που βρίσκονται μέσα μας και δεν τοποθετείται εκτός του κόσμου. Έτσι, το ίδιο το υποκείμενο της γνώσης, δημιουργεί μια αλυσίδα συλλογισμών που οδηγούν σε μια αληθινή γνώση. Λίγο πριν από τον Ντεκάρτ, ο Μισέλ ντε Μονταίν, ασχολήθηκε και αυτός με ζητήματα της εσωτερικότητας. Υποστήριξε πως δεν είναι ο ψευδής εαυτός εκείνος που διαπλάθεται, μα η άγνωστη εσωτερικότητα. Ο ίδιος είχε αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στόχος μου είναι να ζωγραφίσω τον εαυτό μου». Αυτός ήταν και ο λόγος που στράφηκε στις δοκιμές σκιαγράφησης του εαυτού, γράφοντας τα περίφημα στοχαστικά του δοκίμια, καθώς συνειδητοποίησε ότι ο εαυτός του ήταν σε μια διαρκή κίνηση και χρειαζόταν συνεχείς προσπάθειες για να «ζωγραφίσει» την φύση του.
Ένας από τους εξέχοντες στοχαστές της εσωτερικότητας, -ο οποίος φυσικά και δεν πρέπει να λησμονηθεί-, είναι ο πρώτος υπαρξιστής φιλόσοφος Σαίρεν Κίρκεγκωρ. Σχεδόν στο σύνολο του έργο του ο Δανός φιλόσοφος ασχολήθηκε με τον Εαυτόν και το Εγώ, θέτοντας την ύπαρξη στο κέντρο των αναζητήσεών του. Στο αξιοσημείωτο έργο του «Ασθένειαν προς θάνατον», υποστηρίζει πως η αυθεντικότητα απαιτεί το θάρρος να ζούμε σύμφωνα με την προσωπική μας αλήθεια, ανεξάρτητα από τις προσδοκίες των άλλων. Κοντά στην ως άνω σκέψη, βρίσκεται και ο διάσημος Γάλλος υπαρξιστής Ζαν-Πoλ Σαρτρ, ο οποίος υποστήριξε πως άλλο δεν είμαστε παρά το δημιούργημα των εκάστοτε επιλογών μας. Υπ’ αυτήν την έννοια, η αυθεντικότητα είναι μια συνεχής πράξη δημιουργίας του εαυτού.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει, βέβαια, και για τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις των Γερμανών φιλοσόφων Φρίντριχ Νίτσε και Μάρτιν Χάιντεγκερ, καθώς αμφότεροι στοχάστηκαν διεξοδικά επί της αυθεντικής ύπαρξης εν κόσμω. Ο πρώτος, υποστήριξε πως στόχος είναι να «γίνουμε αυτό που είμαστε», καθώς η αυθεντικότητα δεν είναι κάτι δεδομένο, αλλά κάτι που κατακτούμε μέσα από την συνεχή αυτοπραγμάτωση. Ο δεύτερος, μέσα από το πρίσμα της οντολογίας, συμπύκνωσε τον προβληματισμό του γύρω από την έννοια της «αυθεντικής ύπαρξης» («Eigentlichkeit»), υποστηρίζοντας πως η αυθεντικότητα δεν είναι μια στατική κατάσταση, αλλά μια δυναμική διαδικασία απόδρασης από την ανωνυμία της κοινωνίας.
Εαυτός και αυθεντικότητα στην ψυχανάλυση
«Κλεισμένος στο κελί της ύπαρξής σου
το αληθινό σου πρόσωπο ανασύρεις
αυτό που δεν το δείχνουν οι καθρέφτες.
Σε περιβάλλουν σκύβαλα ημερών
και ειρωνικά χαμόγελα αγαλμάτων»
«Καιρός των Απολογισμών», Ορέστης Αλεξάκης
Πέρα από την φιλοσοφική θεώρηση του Εαυτού, ιδιαίτερη αξία έχει και η συμβολή της ψυχανάλυσης, η οποία ήρθε τον 20ο αιώνα για να αποδείξει πως κάθε άλλο παρά αρραγής είναι η έννοια του Εγώ και του Εαυτού, ιδίως μετά την φροϋδική επίδραση. Ο Φρόυντ συνέλαβε το Εγώ εποπτικά, ως ένα Εγώ-δέρμα, ένα απτικό, σωματικό Εγώ. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο Εαυτός -ο οποίος δεν διαχωρίζεται ευκρινώς από το Εγώ- βιώνεται σαν αισθητή επιφάνεια, η οποία επιτρέπει την συγκρότηση ενός εσωτερικού χώρου που αντιδιαστέλλεται ως προς τον εξωτερικό. Για τον Φρόυντ, λοιπόν, το ανθρώπινο ον, φέρει ένα πρωτογενές, συνεχές και ευμετάβλητο συναίσθημα του Εγώ, πράγμα που καθιστά το Εγώ υποκείμενο -εξού και η προσωπική αντωνυμία εγώ- μα συνάμα και αντικείμενο – εξού και η ονομασία εαυτός.
Στην λακανική σκέψη, η πρώτη σκιαγράφηση του Εγώ συντελείται στο περίφημο «στάδιο του καθρέφτη». Κατά τον Λακάν, η φάση συγκρότησης του ανθρώπου, λαμβάνει χώρα μεταξύ του έκτου και του δέκατου μήνα της ζωής. Το βρέφος, το οποίο ακόμα βρίσκεται στο στάδιο της κινητικής αδυναμίας, καταφέρνει να συλλάβει με φαντασιακούς όρους την έννοια της σωματικής του ενότητας και του ελέγχου της. Τούτη η φαντασιακή ενοποίηση επιτελείται στο παιδί μέσω της ταύτισης με την εικόνα των ομοίων, η οποία εκλαμβάνεται ως ολική μορφή. Αυτό πραγματοποιείται, κυρίως, μέσω της θέασης της ίδιας του της εικόνας στον καθρέφτη. Έτσι, το στάδιο του καθρέφτη συνιστά την πρωτόλεια σκιαγράφηση του μελλοντικού Εγώ.
Σε αυτό το πλαίσιο, αξιοσημείωτες είναι οι θεωρήσεις τόσο του Καρλ Γιουνγκ όσο και του Καρλ Ρότζερς, οι οποίοι αμφότεροι ασχολήθηκαν με την έννοια του αυθεντικού εαυτού. Ο πρώτος, υποστήριξε πως η αυθεντικότητα σχετίζεται με την διαδικασία της εξατομίκευσης (individuation), όπου ο κάθε άνθρωπος αποδέχεται και ενσωματώνει τις διαφορετικές πτυχές του εαυτού του. Ο δεύτερος, συγκροτεί την έννοια του «Πλήρως Λειτουργικού Ανθρώπου» (Fully Functioning Person), μιλώντας για την αυτοπραγμάτωση ως την έκφραση της αυθεντικότητας, κατά την οποία το άτομο ζει σύμφωνα με τις εσωτερικές του αξίες και όχι βάσει των εξωτερικών προσδοκιών. Μπορεί, όμως, αυτή η διελκυστίνδα ανάμεσα στις εσωτερικές, προσωπικές αρετές, επιθυμίες και αξίες εκάστου και στις κοινωνικές προσδοκίες και επιταγές, να αφήσει τον καθένα και την καθεμία από εμάς να χαράξουμε την αυθεντική, προσωπική μας πορεία;
Κοινωνικές επιταγές και αυθεντικότητα
«Άνθρωπος μόνος θηρίο ή Θεός», έγραφε εύστοχα ο Αριστοτέλης σφραγίζοντας την αδιαμφισβήτητη κοινωνική μοίρα του ανθρώπινου όντος. Το ερώτημα, όμως, παραμένει έως και τις μέρες μας: Μπορεί ο άνθρωπος ως ον κοινωνικό να διατηρήσει τον αυτοκαθορισμό και την αυτενέργειά του, ιδίως σε καιρούς όπου η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη φαίνεται να δρα ομογενοποιητικά όλο και περισσότερο; Είναι η κοινωνική επιρροή εμπόδιο ή αναπόφευκτη συνθήκη την οποία θα πρέπει να μάθουμε να διαχειριζόμαστε;
Δεν είναι λίγοι οι θεωρητικοί του μεταδομισμού που αναφέρθηκαν τόσο στην έννοια της κουλτούρας όσο και στην άρρηκτη σχέση κοινωνικής δομής και υποκειμένου. Ένας εκ των δημοφιλέστερων, με ιδιαιτέρως σημαίνον έργο στην κοινωνική θεωρία, είναι ο Μισέλ Φουκώ. Ο Γάλλος διανοητής υποστήριξε εμφατικά -σχεδόν στο σύνολο του έργου του μέσα από πλήθος ερευνών σε κοινωνικες δομές, όπως νοσοκομεία, φυλακές και σχολεία- πως το υποκείμενο δεν διαθέτει ελεύθερη βούληση και πως η πεποίθησή του πως βούλεται και αποφασίζει ελευθέρως είναι ψευδής· μια αυταπάτη. Στην έννοια της αυθεντικότητας, ο Φουκώ είδε μια κοινωνική κατασκευή που εξυπηρετεί μονάχα την αναπαραγωγή της εξουσίας.
Επί του προκειμένου, η ατομικότητα καθίσταται ψευδαίσθηση, καθώς ακόμα και η επιθυμία μας να είμαστε «αυθεντικοί», πιθανώς να είναι προϊόν κοινωνικών αφηγήσεων. Αλήθεια, κάνουμε τατουάζ για να διαφέρουμε ή, εν τέλει, για να μοιάζουμε όλο και περισσότερο μεταξύ μας; Όπως το τατουάζ, έτσι και ένας προσωπικός λογαριασμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελεί, άραγε, σφραγίδα μοναδικότητας ή ένα διαβατήριο εισόδου σε μια μαζική και αδιαφοροποίητη ταυτότητα;
Δεν πρέπει, άλλωστε, να απομειωθεί η βαρύνουσα σημασία της επιρροής της ψηφιακής τεχνολογίας, τόσο στην συγκρότηση του εαυτού όσο και στην αυθεντικότητα αυτού. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η τάση του “influencing”, όπως και αυτή του “de-influencing”, λειτουργούν ως νέα εργαλεία διαμόρφωσης της ταυτότητάς μας. Ο όρος influencing αναφέρεται στην προβολή προτύπων ζωής, καταναλωτικών συνηθειών και συμπεριφορών που σκοπό έχουν να επηρεάσουν τις επιλογές και την αυτοαντίληψη του άλλου. Αντίστροφα, το deinfluencing εμφανίστηκε τελευταία ως προσπάθεια αποδόμησης αυτών των προτύπων, ενθαρρύνοντας μια πιο κριτική, λιγότερο συμμορφωτική στάση απέναντι στο τι «πρέπει» να επιθυμούμε. Και όμως, ακόμη κι αυτή η άρνηση, δεν παύει, συχνά, να αναπαράγει μορφές επιρροής…
Οι απανταχού ψηφιακοί φιλόσοφοι ευζωίας -κοινώς life coaches– μας προτρέπουν διαρκώς να «γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας», μη παραλείποντας, ωστόσο, να μας υπενθυμίσουν φιλικά, πως αυτό θα επιτευχθεί καλύτερα με το τάδε ή το δείνα προϊόν. Και το ερώτημα αναδύεται ξανά με άλλη μορφή: Σε έναν κόσμο όπου οι ψηφιακές Σειρήνες μας καλούν να είμαστε «αυθεντικοί» με τον ίδιο, όμως, τρόπο, υπάρχει χώρος για την ουσιαστική χάραξη μιας προσωπικής πορείας; Εκεί όπου η μαζική κουλτούρα κατασκευάζει άτομα, υπάρχει ζωτικός χώρος για την ανάδυση προσώπων;
Και τώρα τι;
«Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,
και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση»
«Το Νόημα της Απλότητας», Γιάννης Ρίτσος
«Δεν συναντάς κανέναν έξω από τον εαυτόν σου», Αλέξης Τραϊανός
Με όποιον από τους δύο σπουδαίους ποιητές κι αν συνταχθούμε, το βέβαιο είναι πως ο άνθρωπος –το ζῷον κοινωνικόν του Αριστοτέλη– γεννιέται για τη «σχέση». Η συνάντηση με τον Άλλον είναι εγγεγραμμένη στην ύπαρξή του. Κι είναι μέσα από αυτήν τη συνάντηση που αρχίζει να συγκροτείται και η σχέση με τον Εαυτό – γιατί ο Άλλος είναι πάντοτε ένας καθρέφτης, ένα σημείο αναφοράς για το ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να γίνουμε.
Τούτη η σχέση, όμως, δεν μπορεί να είναι αυθεντική, αν δεν είμαστε πρώτα σε επαφή με τη δική μας εσωτερική αλήθεια, με τον μύχιο εαυτό μας· μία αλήθεια που, διαρκώς, αναζητούμε, την βρίσκουμε για να την ξαναχάσουμε, μα κάθε προσπάθεια μας φέρνει όλο και πιο κοντά στην πολυπόθητη «αυθεντικότητα». Μονάχα το μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο μπορεί να σταθεί έναντι ενός άλλου προσώπου και να συνδεθεί αληθινά. Η αυθεντικότητα δεν είναι εγωκεντρική απομόνωση, μια κατάρρευση προς τα μέσα· είναι προϋπόθεση σχέσης, μια καταβύθιση τόσο στον Εαυτό όσο και στον Άλλον.
Ζώντας εντός κοινωνικών πλαισίων, ενταγμένοι και ενταγμένες σε δομές, τάσεις, ρεύματα και επιρροές, το ερώτημα αναδύεται, πλέον, επιτακτικά: μπορούμε να χαράξουμε μια προσωπική πορεία που εναρμονίζεται με τις εσώτερες αξίες και δυνατότητές μας, και όχι με τις επιταγές που μας περιβάλλουν; Μπορούμε να βρούμε την χρυσή τομή ανάμεσα στον αυτοκαθορισμό και τον ετεροκαθορισμό – ανάμεσα στο «μέσα» και στο «έξω» μας;
Εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν. Εάν υπήρχαν, δεν θα είχαν χυθεί τόσοι τόνοι μελάνης σε τόσα πεδία της ανθρώπινης σκέψης – από τη φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία, μέχρι την ψυχανάλυση και τη θεολογική οντολογία.
Το κλειδί που φαίνεται να ανοίγει τις περισσότερες πόρτες στην πορεία της αυθεντικότητας και της αυτοπραγμάτωσης, δεν είναι άλλο από την αυτογνωσία. Την βαθιά εκείνη γνώση του εαυτού, η οποία, όμως, ποτέ δεν τελειούται, μα συντελείται διαρκώς καθ’ όλη την πορεία του βίου μας.
Και σε αυτόν τον δρόμο, δεν μπορούμε να λησμονήσουμε πως, εφόσον η φύση μας έπλασε ανόμοιους, ο καθένας από εμάς αντιπροσωπεύει μια αναντικατάστατη μονάδα και, ως εκ τούτου, αυθεντικά και ουσιαστικά ζούμε μονάχα στο μέτρο που εκδηλώνουμε τη μοναδικότητά μας. Αν ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, τότε και η κοινωνία είναι μια ζωντανή σύνθεση, ένας οργανισμός απαρτιζόμενος από ετερότητες. Η αρμονία αυτού του οργανισμού δεν εξασφαλίζεται από την αδιαφοροποίητη ομοιομορφία, αλλά από τις συνειδητές και ανόμοιες συμβολές εκείνων που τον απαρτίζουν. Και στον ανθρώπινο οργανισμό κάθε όργανο διαφέρει από το άλλο επιτελώντας μια ξεχωριστή και αναντικαστάστατη λειτουργία, εξασφαλίζοντας την εύρυθμη λειτουργία και επιβίωσή του.
Πώς μπορούμε όμως να πλησιάσουμε αυτήν την αυθεντικότητα; Η προσπάθεια είναι κοπιώδης. Σταδιακά, χρειάζεται να αποτινάζουμε τα βαρίδια που μας κρατούν σε έναν εαυτό δανεικό: τις προκαταλήψεις της εκπαίδευσης, τα δόγματα που μας επιβλήθηκαν ως «καλά», τις προσδοκίες τού «να είμαστε όπως όλοι». Γιατί η ψευδής προσωπικότητα δεν γεννιέται από την «κακία» ή την «αδυναμία», αλλά από τη σιωπηρή παραδοχή τού τι επιτρέπεται να είμαστε, τού τι είναι αποδεκτό και τι όχι.
Το να είναι, όμως, ένας άνθρωπος αυθεντικός, συνιστά μεγάλη πρόκληση, ιδίως στην εποχή μας. Μοιάζει με δίκοπο μαχαίρι. Από την μία η αυθεντικότητα προσοικειώνεται εσφαλμένα από την τρέχουσα γλώσσα των απανταχού influencers και καταλήγει όχι σημείο διάκρισης, μα εισαγωγής στην μαζική κουλτούρα. Από την άλλη φαντάζει ελιτίστικο προνόμιο μονάχα όσων -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- «επαγγέλονται» την υψηλή διανόηση. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι λανθασμένες, καθώς κάθε άνθρωπος φέρει εντός του τον σπόρο της αυτογνωσίας που μέσω της συνεχούς προσπάθειας δύναται να καλλιεργηθεί και να ανθίσει. Όσο αυθεντικός και σοφός μπορεί να υπάρξει κάποιος που ασκεί το επάγγελμα του καθηγητή, άλλο τόσο σοφός και αυθεντικός μπορεί να υπάρξει και κάποιος που ασκεί το επάγγελμα του ψαρά.
Η αυθεντικότητα, λοιπόν, δεν συνίσταται στην αποστασιοποίηση, μα στη συνειδητή επιλογή να υπάρχουμε εν κόσμω σε αρμονία τόσο με τον εαυτό μας όσο και με τους Άλλους. Όχι ως μάζα, αλλά ως πρόσωπα, ως υπάρξεις μοναδικές και ανεπανάληπτες. Όχι υπό το βάρος εξωτερικών επιβολών και επιταγών, αλλά μέσα από μια εσωτερική συμφωνία που σφυρηλατείται, μα δεν επιβάλλεται.
Όλα τα παραπάνω γράφτηκαν ακριβώς γιατί αυτό το ερώτημα μάς αφορά όλους και όλες: πώς να υπάρξουμε σε αρμονία με τον εαυτό, τον Άλλον, και τον κόσμο, χωρίς να χάσουμε τη μοναδικότητά μας;
Το περίφημο σωκρατικό «Γνώθι σαυτόν», δεν συνιστά, λοιπόν, ένα αριστοτελικό τέλος, έναν, δηλαδή, σκοπό που οφείλει να ολοκληρωθεί, μα μια δυναμική, εν εξελίξει διαδικασία στην οποία οφείλουμε διαρκώς να στεκόμαστε κριτικά και αναστοχαστικά· στην οποία οφείλουμε να αφουγκραζόμαστε τόσο τις εσώτερες επιθυμίες μας όσο και εκείνες των άλλων, σεβόμενοι και σεβόμενες την δική μας προσωπική ελευθερία όσο και του Άλλου. Γιατί όπως έγραψε και ο μεγάλος μας ποιητής:
«Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,
και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση»,
είτε αυτή η συνάντηση είναι με τον αυθεντικό μας Εαυτό είτε με τον Άλλον. Άλλωστε, όσο πιο αυθεντικά συνδεθούμε με τον εαυτό μας, τόσο πιο αυθεντικά θα συνδεθούμε και με τους άλλους.