Η έννοια της φυσικής ελευθερίας (Natural Liberty) έχει βαθιές ρίζες στη φιλοσοφία, την πολιτική και την οικονομική σκέψη. Από τον John Locke, που διατύπωσε τη θεωρία του φυσικού δικαίου και της ατομικής ελευθερίας, μέχρι τον Adam Smith, που τη συνέδεσε με την οικονομία και τις αγορές, η φυσική ελευθερία αποτέλεσε θεμελιώδη αρχή του κλασικού φιλελευθερισμού. Για πολλούς στοχαστές, η φυσική ελευθερία δεν είναι απλώς ένα πολιτικό ή οικονομικό σύστημα, αλλά μια εγγενής κατάσταση του ανθρώπου, η οποία όμως στην πράξη βρίσκεται διαρκώς υπό διαπραγμάτευση. Ο Jean-Jacques Rousseau μιλούσε για τη φυσική ελευθερία ως μια πρωταρχική κατάσταση του ανθρώπου πριν από την είσοδό του στην οργανωμένη κοινωνία και για την κοινωνική σύμβαση ως περιορισμό αυτής, ενώ ο Thomas Jefferson την τοποθέτησε στο επίκεντρο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, ως θεμελιώδες, αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα. Η κεντρική ιδέα είναι ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ελεύθερος και ότι κάθε μορφή πολιτικής ή οικονομικής εξουσίας θα πρέπει να δικαιολογείται υπό το πρίσμα της διατήρησης αυτής της ελευθερίας.
Ωστόσο, στην πραγματικότητα, το εγγενές αυτό δικαίωμα δεν είναι απόλυτο. Σήμερα, η έννοια του «εκ φύσεως ελεύθερος» επανεξετάζεται μέσα από το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης, της τεχνολογίας και των νέων κοινωνικοοικονομικών προκλήσεων. Αν κάποτε ο Adam Smith υποστήριζε ότι το αόρατο χέρι της αγοράς μπορεί να οδηγήσει σε γενικό όφελος, σήμερα βλέπουμε κρατικές παρεμβάσεις, πολυεθνικές με τεράστια δύναμη, τεχνολογικούς κολοσσούς που διαμορφώνουν τις επιλογές μας και οικονομικές ανισότητες που εγείρουν αμφιβολίες για το κατά πόσο το φυσικό αυτό δικαίωμα μπορεί να λειτουργήσει χωρίς περιορισμούς.
Έτσι, τίθενται κρίσιμα ερωτήματα:
- Μπορεί η φυσική ελευθερία να διατηρηθεί στον σύγχρονο κόσμο ή έχει προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα;
- Ποιος είναι ο ρόλος του Κράτους: να προστατεύει ή να περιορίζει την ελευθερία;
- Μήπως η ίδια η ελεύθερη αγορά οδηγεί σε συγκεντρωτισμό εξουσίας που αντί να διασφαλίζει την ελευθερία, την υπονομεύει;
- Τι σημαίνει σήμερα η εκ φύσεως αυτή ελευθερία, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, του ψηφιακού καπιταλισμού και των αυξανόμενων ανισοτήτων;
Θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε το ζήτημα, εξετάζοντας τις θεωρητικές του βάσεις, τις σύγχρονες προκλήσεις και τις πιθανές λύσεις στο δίπολο αγορά vs. κράτος.
1. Η ουσία της ελευθερίας στη σύγχρονη εποχή
Η γνήσια ελευθερία, στην πιο απλή και διαχρονική της σύλληψη, αφορά την ικανότητα του ανθρώπου να ενεργεί χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς, να επιδιώκει τα συμφέροντά του και να καθορίζει την πορεία της ζωής του. Στην εποχή του Adam Smith, αυτό το δικαίωμα είχε κυρίως οικονομική διάσταση: σε ένα τέτοιο φιλελεύθερο σύστημα, το άτομο έχει την ελευθερία να εργάζεται, να επενδύει και να επιχειρεί όπως επιθυμεί, εφόσον δεν παραβιάζει τους νόμους της δικαιοσύνης. Η κρατική παρέμβαση περιορίζεται στην προστασία της τάξης, της ασφάλειας και της ιδιοκτησίας.
Ωστόσο, αυτή η αντίληψη για την ελευθερία δεν είναι μονοδιάστατη. Στο πέρασμα του χρόνου, το περιεχόμενο της φυσικής ελευθερίας διευρύνθηκε, περιλαμβάνοντας πολιτικά και κοινωνικά στοιχεία. Ελευθερία δεν σημαίνει απλώς απουσία καταναγκασμού, αλλά και πραγματική δυνατότητα επιλογής. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι «ελεύθερος» τυπικά, αλλά να ζει σε συνθήκες απόλυτης εξάρτησης ή αποκλεισμού, όπως παρατηρούμε σε περιβάλλοντα έντονης ανισότητας ή καταπάτησης βασικών δικαιωμάτων.
Στη σύγχρονη εποχή, η εκ φύσεως ελευθερία δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα από τα ευρύτερα κοινωνικά και οικονομικά πλαίσια. Η ικανότητα ενός ατόμου να αναπτύξει την προσωπικότητά του, να συμμετέχει στην αγορά, να επηρεάσει το πολιτικό σύστημα ή να έχει πρόσβαση σε παιδεία και υγεία, επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων: την καταγωγή, το εισόδημα, την εργασία, το φύλο, την τεχνολογία. Επιπλέον, η σύγχρονη αγορά δεν είναι πλέον ο «ουδέτερος» τόπος συναλλαγών που φαντάζονταν οι κλασικοί οικονομολόγοι. Αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση ισχύος, παγκοσμιοποιημένα δίκτυα συμφερόντων και τεχνολογικές ασυμμετρίες. Η ελευθερία της επιλογής υπονομεύεται όταν τα άτομα εκτίθενται σε αλγόριθμους που προδιαμορφώνουν τη συμπεριφορά τους ή όταν η πρόσβαση σε βασικά αγαθά εξαρτάται από πολύπλοκους μηχανισμούς εξουσίας…
Έτσι, η ουσία αυτού του φυσικού δικαιώματος στον 21ο αιώνα δεν βρίσκεται απλώς στην ελευθερία από κρατική καταπίεση ή νομικούς περιορισμούς, αλλά στη δυνατότητα πραγμάτωσής της μέσα σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο και, συχνά, άνισο κόσμο. Η πραγματική ελευθερία σήμερα μπορεί να σημαίνει πρόσβαση στη γνώση, ψηφιακή αυτονομία, προστασία από την εκμετάλλευση, αλλά και συμμετοχή στις αποφάσεις που καθορίζουν τη συλλογική πορεία.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόση ελευθερία έχει ο καθένας, αλλά ποιοι έχουν την πραγματική δυνατότητα να την ασκήσουν. Το στοίχημα της φυσικής ελευθερίας στη σύγχρονη εποχή είναι να αποδείξει ότι μπορεί να παραμείνει ζωντανή, όχι ως ιδανικό του παρελθόντος, αλλά ως εργαλείο δημοκρατικής ενδυνάμωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης.
2. Ο ρόλος του Κράτους: Φύλακας ή Εμπόδιο;
Στο πλαίσιο του φιλελεύθερου στοχασμού, το κράτος είχε παραδοσιακά έναν περιορισμένο αλλά θεμελιώδη ρόλο: να προστατεύει τη ζωή, την ελευθερία και την ιδιοκτησία των πολιτών. Βασικές του λειτουργίες η άμυνα, η απονομή δικαιοσύνης και η δημιουργία δημόσιων έργων που δεν μπορούσε να παράγει η αγορά από μόνη της. Οποιαδήποτε περαιτέρω παρέμβαση θεωρούνταν εν δυνάμει απειλή για την ατομική ελευθερία και την αποδοτικότητα των αγορών.
Στη σύγχρονη πραγματικότητα, ωστόσο, ο ρόλος του κράτους έχει εξελιχθεί και διαφοροποιηθεί σημαντικά. Το κοινωνικό κράτος του 20ου αιώνα –ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο– διεκδίκησε ενεργό ρόλο στην αναδιανομή του πλούτου, την προστασία των αδυνάτων και τη ρύθμιση της αγοράς. Η ελευθερία δεν νοείτο πλέον μόνο ως αρνητικό δικαίωμα (ελευθερία από παρεμβάσεις), αλλά και ως θετικό (ελευθερία προς την πραγματοποίηση ενός αξιοπρεπούς βίου). Σε αυτό το πλαίσιο, το κράτος εμφανίστηκε όχι ως απειλή, αλλά ως εγγυητής της ελευθερίας.
Παράλληλα, η εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης και οι κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών –οικονομική, υγειονομική, ενεργειακή, οικολογική– κατέστησαν φανερό ότι η πλήρης αυτορρύθμιση των αγορών είναι ανεπαρκής. Ο ρόλος του κράτους, είτε ως ρυθμιστή είτε ως παρεμβατικού παράγοντα, έγινε πιο ορατός και –σε ορισμένες περιπτώσεις– πιο αποδεκτός συνολικά από την κοινωνία. Η πανδημία COVID-19, για παράδειγμα, ανέδειξε την αναντικατάστατη λειτουργία του κράτους στην οργάνωση της δημόσιας υγείας, την προστασία των ευάλωτων και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής σε συνθήκες ακραίας αβεβαιότητας.
Ωστόσο, η ενίσχυση της κρατικής παρουσίας δεν είναι απαλλαγμένη από κινδύνους. Όταν η παρέμβαση μετατρέπεται σε υπερρύθμιση, συγκεντρωτισμό ή αυταρχισμό, τότε η ελευθερία απειλείται εκ νέου – όχι πλέον από την ανεξέλεγκτη αγορά, αλλά από την ίδια την εξουσία που καλείται να την προστατεύσει. Σε καθεστώτα με αδύναμους θεσμούς, πελατειακές σχέσεις ή έλλειψη λογοδοσίας, το κράτος μπορεί να λειτουργήσει περισσότερο ως εργαλείο επιβολής και αναπαραγωγής ανισοτήτων παρά ως εγγυητής δικαιοσύνης και ελευθερίας.
Αυτό σημαίνει ότι ο ρόλος του κράτους ως φύλακα ή εμποδίου δεν μπορεί να κριθεί με απόλυτους όρους. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η παρουσία ή η απουσία του, αλλά η ποιότητα της παρέμβασής του: η δημοκρατική του νομιμοποίηση, η διαφάνεια των θεσμών του, η κοινωνική του στόχευση και η ικανότητά του να ενεργεί με όρους συμπερίληψης και ισονομίας.
Το ουσιώδες ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι «λιγότερο ή περισσότερο κράτος», αλλά «τι κράτος, με ποιες αρχές και για ποιον σκοπό». Ένα κράτος που περιορίζει την αυθαιρεσία των ισχυρών, που προστατεύει τα δικαιώματα των αδυνάτων και που δημιουργεί τις συνθήκες για ουσιαστική κοινωνική συμμετοχή, μπορεί να λειτουργήσει όχι ως αντίπαλος, αλλά ως σύμμαχος της ελευθερίας.
3. Προκλήσεις για την Ελευθερία στη σύγχρονη κοινωνία
Η ιδέα της ελευθερίας ως έμφυτου δικαιώματος παραμένει ελκυστική, ακόμη και αυτονόητη, σε σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατικές κοινωνίες. Ωστόσο, στην καθημερινή πραγματικότητα, αυτό το δικαίωμα έρχεται αντιμέτωπο με πολυεπίπεδες προκλήσεις που το διαβρώνουν ή το καθιστούν άνισα προσβάσιμο. Οι προκλήσεις αυτές δεν είναι μόνο νομικές ή θεσμικές, αλλά διαρθρωτικές, τεχνολογικές, οικονομικές και πολιτισμικές.
Μία από τις πλέον ορατές αντιφάσεις αφορά την οικονομική ανισότητα. Σε θεωρητικό επίπεδο, όλοι οι πολίτες έχουν την ίδια ελευθερία να συμμετέχουν στην αγορά, να δημιουργήσουν, να επιλέξουν. Στην πράξη, όμως, οι δυνατότητες αυτές δεν είναι ισομερώς κατανεμημένες. Όταν μεγάλα κοινωνικά στρώματα βρίσκονται σε καθεστώς οικονομικής ανασφάλειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, η τυπική ελευθερία μετατρέπεται σε προνόμιο. Η ανεργία, η φτώχεια ή η έλλειψη πρόσβασης σε ποιοτική παιδεία και υγειονομική φροντίδα περιορίζουν ουσιαστικά την ικανότητα του ατόμου να κάνει πραγματικές επιλογές.
Μια δεύτερη πρόκληση έρχεται από τον ψηφιακό χώρο, ο οποίος αρχικά θεωρήθηκε πεδίο ελευθερίας και αυτοέκφρασης, αλλά εξελίχθηκε σε ένα περιβάλλον που ρυθμίζεται από αλγοριθμικές πλατφόρμες, εμπορικά συμφέροντα και συστήματα παρακολούθησης. Η ελευθερία της πληροφόρησης, συχνά, συγχέεται με την υπερφόρτωση, την παραπληροφόρηση ή τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Η ίδια η ιδέα της ιδιωτικότητας – παραδοσιακά πυλώνας της ατομικής ελευθερίας – αποδυναμώνεται ραγδαία. Η συμπεριφορά, οι επιλογές και τα δεδομένα μας γίνονται αντικείμενο αξιοποίησης, όχι πάντα με τη συγκατάθεσή μας.
Επιπλέον, η κλιματική κρίση φέρνει στο προσκήνιο ένα νέο πεδίο έντασης μεταξύ ελευθερίας και συλλογικής ευθύνης. Ποια είναι τα όρια της ατομικής επιλογής όταν το σύνολο κινδυνεύει; Μπορεί η ελευθερία να νοηθεί ανεξάρτητα από τη βιωσιμότητα του κόσμου στον οποίο ζούμε; Οι οικολογικοί περιορισμοί αναδεικνύουν το γεγονός ότι η ελευθερία δεν είναι αμιγώς ατομική υπόθεση – προϋποθέτει ισορροπία, αυτοσυγκράτηση και ευρύτερη θεσμική μέριμνα.
Τέλος, πρέπει να αναγνωρίσουμε και την πολιτισμική διάσταση των σύγχρονων προκλήσεων. Η πολιτική πόλωση, η εργαλειοποίηση της ταυτότητας και η ενίσχυση αυταρχικών λόγων φέρνουν στο προσκήνιο τη δυσκολία του δημόσιου διαλόγου. Η ελευθερία του λόγου, αντί να λειτουργεί ως γέφυρα, χρησιμοποιείται ενίοτε ως όπλο: για διαστρέβλωση, για αποκλεισμό, για επιβολή. Το δικαίωμα στην έκφραση δεν συνεπάγεται πάντα ισότιμη συμμετοχή στη δημόσια σφαίρα, ιδίως όταν κάποιοι διαθέτουν υπερμεγέθη επικοινωνιακά μέσα ή επιρροή.
Οι παραπάνω προκλήσεις φέρνουν στην επιφάνεια ένα κρίσιμο ερώτημα: Μπορεί η ελευθερία να επιβιώσει – και να παραμείνει ουσιαστική – χωρίς δομές που να την υποστηρίζουν;
Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Η διατήρησή της απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση, θεσμική φροντίδα και κοινωνική επίγνωση. Δεν είναι δεδομένη· είναι διαρκώς υπό διαπραγμάτευση…
4. Πρακτικές εφαρμογές
Αν η ελευθερία είναι μια έννοια που δοκιμάζεται καθημερινά στις κοινωνικές και πολιτικές μας συνθήκες, τότε είναι σημαντικό να εξετάσουμε και το πώς αυτή εφαρμόζεται ή περιορίζεται στην πράξη. Πού λειτουργεί καλύτερα; Σε ποια συμφραζόμενα αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο και σε ποια παραμένει απλώς ρητορική επίκληση;
Ένα πρώτο πεδίο παρατήρησης είναι η οικονομική σφαίρα. Υπάρχουν χώρες ή περιφέρειες όπου η ελευθερία της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας συνδυάζεται με θεσμικά συστήματα προστασίας των εργαζομένων, με ελάχιστες κοινωνικές ανισότητες και υψηλό επίπεδο συμμετοχής. Ορισμένα σκανδιναβικά μοντέλα (π.χ. Δανία, Σουηδία), κατά περίπτωση, αναφέρονται ως παραδείγματα όπου η αγορά και η κοινωνική συνοχή συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται. Εκεί η ελευθερία δεν εξαντλείται στην απόσυρση του κράτους, αλλά ενισχύεται μέσω θεσμικής στήριξης και ισχυρών δημόσιων υπηρεσιών.
Αντίθετα, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η απορρύθμιση της αγοράς οδήγησε σε συγκέντρωση ισχύος, μονοπωλιακές πρακτικές και αποδυνάμωση της δημοκρατίας (π.χ. ΗΠΑ). Η υπερβολική εξάρτηση από μεγάλους τεχνολογικούς ή χρηματοοικονομικούς ομίλους, χωρίς αντίβαρα ή θεσμική εποπτεία, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της ουσιαστικής δυνατότητας του ατόμου να επιλέγει ελεύθερα – καθώς οι επιλογές του διαμορφώνονται από αδιαφανείς μηχανισμούς και οικονομικές εξαρτήσεις.
Αντίστοιχες διαφοροποιήσεις συναντάμε και στον τομέα των δικαιωμάτων. Η ελευθερία του λόγου, για παράδειγμα, προστατεύεται σε όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, αλλά η πραγματική της άσκηση εξαρτάται από το εάν το άτομο έχει τη δυνατότητα να ακουστεί. Εκεί όπου υπάρχει πολυφωνία, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση και εκπαίδευση, η ελευθερία της έκφρασης αποκτά κοινωνική υπόσταση. Αντίθετα, σε καθεστώτα με αυταρχικά χαρακτηριστικά ή σε κοινωνίες με βαθιές ανισότητες, η ελευθερία αυτή γίνεται άνιση και επιλεκτική.
Ακόμη και το πεδίο της τεχνολογίας –συχνά διαφημισμένο ως πεδίο απόλυτης αυτονομίας και δημιουργικότητας– παρουσιάζει αντιφάσεις. Από τη μία, τα ψηφιακά εργαλεία δίνουν φωνή σε ομάδες που παραδοσιακά δεν είχαν πρόσβαση στη δημόσια σφαίρα. Από την άλλη, η κυριαρχία των πλατφορμών, η εμπορευματοποίηση της προσοχής και η χρήση αλγορίθμων που καθοδηγούν την αλληλεπίδραση, εγείρουν νέα ερωτήματα για τα όρια της ελευθερίας.
Το ίδιο ισχύει και για την εκπαίδευση, η οποία είναι καθοριστικός παράγοντας για την ενδυνάμωση της ελευθερίας. Η ελεύθερη επιλογή χωρίς ουσιαστική παιδεία, χωρίς κριτική σκέψη και κοινωνική συνείδηση, μετατρέπεται εύκολα σε ψευδαίσθηση. Εκεί όπου τα εκπαιδευτικά συστήματα ενισχύουν τη δυνατότητα αυτονομίας, η ελευθερία μπορεί να αποκτήσει χειροπιαστό περιεχόμενο.
Η συνολική εικόνα, λοιπόν, δείχνει ότι η ελευθερία δεν είναι αφηρημένη αρχή, ούτε μεταφράζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κοινωνικά ή θεσμικά περιβάλλοντα. Αντίθετα, αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσα σε πλαίσια που τη στηρίζουν και τη νοηματοδοτούν: ισχυροί θεσμοί, συμμετοχικές διαδικασίες, προστασία των αδυνάτων, και κυρίως, ένας πολιτισμός που βλέπει την ελευθερία όχι ως ατομικό πλεονέκτημα, αλλά ως κοινό αγαθό.
Και τώρα τι;
Αφού χαρτογραφήσαμε το εύρος και το βάθος της ελευθερίας στις μέρες μας – τις θεωρητικές της ρίζες, τις εννοιολογικές μετατοπίσεις, τις σύγχρονες αντιφάσεις και τις πρακτικές εφαρμογές – απομένει το κρίσιμο ερώτημα: ποια είναι η κατεύθυνση; Τι απομένει να υπερασπιστούμε, να επανανοηματοδοτήσουμε, να διεκδικήσουμε;
Η ελευθερία δεν είναι, και ίσως ποτέ δεν ήταν, μια στατική κατάσταση ή ένα οριστικά «κατοχυρωμένο» δικαίωμα. Είναι μια δυναμική συνθήκη, συνεχώς εκτεθειμένη σε κοινωνικές εντάσεις, θεσμικές μεταβολές και ιστορικές συγκυρίες. Ενώ σε περασμένους αιώνες γινόταν αντιληπτή πρωτίστως ως απαλλαγή από εξουσιαστικούς περιορισμούς, στη σύγχρονη εποχή εμπλουτίζεται ως δυνατότητα ενεργής συμμετοχής σε δίκαιες, ανοιχτές και βιώσιμες κοινωνίες, καθώς και ως ικανότητα του ατόμου να συνδιαμορφώνει τις συλλογικές συνθήκες της ζωής του.
Η πρόκληση είναι διπλή:
-Από τη μία, να μην παραιτηθούμε από τη φιλελεύθερη παρακαταθήκη της ελευθερίας, η οποία αποτέλεσε θεμέλιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισονομία και την αυτονομία του ατόμου.
-Από την άλλη, να την επεκτείνουμε πέρα από τις στενές ατομικιστικές ερμηνείες, αναγνωρίζοντας ότι χωρίς ισότητα, θεσμούς, παιδεία και συλλογική φροντίδα, η «ελευθερία» καταλήγει συχνά να είναι ένα προνόμιο των λίγων.
Η τεχνολογία, η οικολογία, η παγκόσμια κινητικότητα, η δημογραφική αλλαγή και οι μετατοπίσεις της εργασίας αλλάζουν διαρκώς τους όρους με τους οποίους εκφράζεται, περιορίζεται ή διεκδικείται η ελευθερία. Αν θέλουμε να μην εκφυλιστεί σε απονευρωμένο σύμβολο ή απλό σύνθημα, οφείλουμε να ξαναστοχαστούμε τόσο τους όρους της συλλογικής μας συνύπαρξης όσο και τον τρόπο με τον οποίο χτίζουμε τα θεμέλια της εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η ελευθερία δεν είναι μόνο πολιτικό, οικονομικό ή κοινωνικό ζήτημα, αλλά και υπαρξιακή πρόκληση. Δεν αφορά μόνο την απαλλαγή από εξωτερικούς καταναγκασμούς, αλλά και από τους εσωτερικούς μας «δυνάστες»: φόβους, πάθη, εθισμούς, ιδεοληψίες. Για να λάβει πραγματική υπόσταση απαιτεί και προσωπική καλλιέργεια –αυτογνωσία, πειθαρχία, ικανότητα διάκρισης. Χωρίς αυτή την εσωτερική διεργασία, ακόμη και τα πιο ελεύθερα πολιτεύματα μπορεί να αναπαράγουν ανελεύθερους ανθρώπους.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι μόνο τι είναι η ελευθερία σήμερα, αλλά τι μπορεί να είναι αύριο. Ποια μορφή θα πάρει σε έναν κόσμο αλληλοεξαρτήσεων, μεταβλητών ταυτοτήτων και πλανητικών απειλών. Πώς θα την κατανοήσουμε και θα την ενισχύσουμε χωρίς να την εκχυδαΐσουμε ή να την περιορίσουμε σε απλουστευτικά συνθήματα.
Το διακύβευμα της ελευθερίας, όπως αναδείχθηκε, δεν εξαντλείται στο δίπολο αγορά ή κράτος. Η συζήτηση, πλέον, δεν μπορεί να αφορά απλώς την επικράτηση του ενός έναντι του άλλου, αλλά την ανάγκη για μια νέα σύνθεση: ανάμεσα στην ατομική πρωτοβουλία και την συλλογική φροντίδα· ανάμεσα στην αυτορρύθμιση και την θεσμική ευθύνη. Ούτε η αγορά ούτε το κράτος, από μόνα τους, εγγυώνται την ελευθερία ή την αποτελεσματική λειτουργία των ίδιων τους των μηχανισμών – αν αυτή δεν στηρίζεται σε θεσμούς εμπιστοσύνης, σε μηχανισμούς λογοδοσίας, και σε ένα πολιτισμικό ήθος που βλέπει την ελευθερία όχι απλώς ως ατομικό κεκτημένο αλλά ως σχέση αμοιβαιότητας και ευθύνης μέσα στον κοινό μας κόσμο. Άλλωστε, η ορθολογική απάντηση στο δίλημμα «αγορά ή κράτος» σχετίζεται με την ανάγκη για αποτελεσματικότητα πέρα από ιδεολογίες – ανάλογα με τις περιστάσεις. Κατά τη γνωστή ρήση «άσπρη γάτα, μαύρη γάτα φτάνει να πιάνει ποντίκια»…
Ίσως, εν κατακλείδι, το πιο ριζοσπαστικό βήμα, σήμερα, δεν είναι να ανακαλύψουμε «νέες» ελευθερίες, αλλά να επανασυνδέσουμε την ελευθερία με την ατομική και συλλογική ευθύνη, τη συμμετοχή και την κοινή μοίρα.