Αριστομένης Βαρουδάκης

Δίκτυο Ειδικών

Χωρίς κατηγορία

Χωρίς κατηγορία

Στο προηγούμενο άρθρο εξετάσαμε τους θεσμούς της διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης, που δημιουργήθηκαν μεταπολεμικά και τις βασικές αρχές που διέπουν την αρχιτεκτονική τους. Το παρόν, εξετάζει την μετεξέλιξη των θεσμών, που προκάλεσε η παγκοσμιοποίηση και τις προκλήσεις τις οποίες έθεσαν οι διεθνείς οικονομικές κρίσεις.

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 70 το Δ.Ν.Τ και η Παγκόσμια Τράπεζα (ΠΤ) λειτούργησαν σύμφωνα με την αρχική αποστολή τους, εκφράζοντας την ανάγκη συλλογικής δράσης (collective action) σε συνθήκες όπου η οικονομία της αγοράς χωλαίνει. Αυτό συμβαίνει όταν η ύφεση σε μια η περισσότερες χώρες οδηγεί σε εξάπλωση της κρίσης διεθνώς. Λόγω της αλληλεξάρτησης των οικονομιών, η συρρίκνωση των εισαγωγών σε μια χώρα προκαλεί αντίστοιχη μείωση των εξαγωγών άλλων χωρών και έτσι η ύφεση επιδεινώνεται πολλαπλασιαστικά. Μια δεύτερη σημαντική ατέλεια των αγορών είναι η έλλειψη μακροχρόνιων κεφαλαίων χαμηλού κόστους για την χρηματοδότηση επενδύσεων με πολλαπλασιαστικά αναπτυξιακά οφέλη.

Η μετεξέλιξη του ρόλου των θεσμών του Bretton Woods

Το Δ.Ν.Τ ήταν επιφορτισμένο με την επιτήρηση των νομισματικών αναπροσαρμογών στις χώρες που αντιμετώπιζαν εξωτερικά ελλείμματα. Χορηγούσε πιστώσεις για την χρηματοδότηση των ελλειμμάτων, ώστε να αποφεύγονται βαθύτερες κρίσεις, με όρους για την σταδιακή εξάλειψη τους. Κατά μέσο όρο εκτιμάται ότι περίπου μια στις δέκα ανεπτυγμένες οικονομίες και μια στις τέσσερεις αναπτυσσόμενες χώρες είχαν συνάψει προγραμματική δανειακή σύμβαση με το Δ.Ν.Τ κατά την περίοδο αυτή.

Η Παγκόσμια Τράπεζα εστίασε τις δραστηριότητες της στη χρηματοδότηση αναπτυξιακών επενδύσεων, με όλο και μεγαλύτερη έμφαση στη καταπολέμηση της φτώχειας στις αναπτυσσόμενες χώρες. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η προεδρία του Robert McNamara, από το 1968 μέχρι το 1981, που είχε χρηματίσει υπουργός άμυνας στις κυβερνήσεις Kennedy και Johnson από το 1961 και μετά. Ο McNamara έδωσε ώθηση τόσο στις χρηματοδοτήσεις προς τις αναπτυσσόμενες χώρες όσο και στην έρευνα της ΠΤ σχετικά με την ανάπτυξη, την οικονομική αναδιάρθρωση, την ανακατανομή των εισοδημάτων και την καταπολέμηση της φτώχειας.

Σημαντική ήταν η συνεισφορά του Hollis Chenery που επελέγη από τον McNamara ως επικεφαλής οικονομολόγος της ΠΤ, από το 1972 ως το 1982. Επρόκειτο για έναν ακαδημαϊκό που εμβάθυνε την μελέτη των εισοδηματικών ανισοτήτων στις αναπτυσσόμενες χώρες και των διαρθρωτικών αλλαγών που συνοδεύουν την ανάπτυξη. Στην περίοδο αυτή η ΠΤ αντιμετώπισε την ανάπτυξη ρεαλιστικά, σχετικά με το ρόλο του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Σημασία είχε περισσότερο η οικονομική αποδοτικότητα των επιχειρήσεων και των τραπεζών παρά η ιδιοκτησία τους, που δεν αποτελούσε εμπόδιο στην χρηματοδότηση από την ΠΤ. Έμφαση, επίσης, δόθηκε στην καταπολέμηση της φτώχειας στα μεγάλα αστικά κέντρα των αναπτυσσόμενων χωρών, με την χρηματοδότηση έργων υποδομών, υπηρεσιών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων για τη δημιουργία απασχόλησης.

Ο προσανατολισμός του Δ.Ν.Τ και της ΠΤ άλλαξε σημαντικά από τη δεκαετία του 80 και μετά. Δυο παράγοντες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο:

– Πρώτον, η σταδιακή υπερίσχυση του οικονομικού φιλελευθερισμού, αρχικά στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, με τις κυβερνήσεις Reagan και Thatcher αντίστοιχα. Η μετεξέλιξη συνεχίστηκε εντατικότερα στη δεκαετία του ’90 με την απελευθέρωση των κεφαλαιαγορών, την εδραίωση της παγκοσμιοποίησης και την μετάβαση των χωρών του πρώην σοβιετικού μπλοκ στην οικονομία της αγοράς. Η αλλαγή ήταν προφανέστερη στον  προσανατολισμό της ΠΤ, που εστιάστηκε εφεξής στην απελευθέρωση των αγορών σαν μοχλό ανάπτυξης. Ο ρόλος του κράτους πέρασε σε δεύτερο πλάνο, ενώ, συχνά, θεωρήθηκε και τροχοπέδη στη δυναμική του ιδιωτικού τομέα και την ανάπτυξη.

– Δεύτερον, η κρίση χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών, που ξέσπασε με την χρεοκοπία του Μεξικού, το 1982, και επεκτάθηκε, ταχύτατα, στην υπόλοιπη Λατινική Αμερική και στην Υποσαχάρια Αφρική. Αιτία ήταν η υπερχρέωση των χωρών αυτών και η κατακόρυφη αύξηση των επιτοκίων το 1979-81, που συνοδεύτηκε από ύφεση και πτώση των διεθνών τιμών των πρώτων υλών. Οι προσπάθειες να γίνει το χρέος των αναπτυσσόμενων χωρών βιώσιμο απαιτούσαν την εφαρμογή προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής (ΠΔΠ – Structural Adjustment Programs).

Τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής

Η βιωσιμότητα του εξωτερικού χρέους προϋποθέτει, καταρχήν, τη δυνατότητα δημιουργίας εξωτερικών πλεονασμάτων για την εξόφληση ή την μείωση του χρέους σε βάθος χρόνου. Η αναδιάρθρωση του χρέους γίνεται, βέβαια, αναγκαία αν η βιωσιμότητα δεν είναι εφικτή. Με βάση τις γενικές αυτές αρχές, τα ΠΔΠ που κλήθηκαν να εφαρμόσουν οι υπερχρεωμένες οικονομίες, με την χρηματοδότηση του Δ.Ν.Τ και της ΠΤ, βασίστηκαν σε δυο άξονες:
α) μακροοικονομική προσαρμογή μέσω πολιτικών λιτότητας για τη μείωση της εγχώριας ζήτησης και τη δημιουργία πλεονασμάτων, και
β) διαρθρωτική προσαρμογή με στόχο την αύξηση της εξωστρέφειας της οικονομίας και της ενίσχυσης του εξαγωγικού της δυναμικού.

Η χρηματοδότηση και οι όροι εφαρμογής των προγραμμάτων αυτών έγιναν το επίκεντρο της πολιτικής του Δ.Ν.Τ και ένας βασικός άξονας της πολιτικής της ΠΤ. Από το 1985 μέχρι την κρίση χρέους στη ζώνη του ευρώ το 2010 το Δ.Ν.Τ χρηματοδοτούσε αποκλειστικά  προγράμματα σε αναπτυσσόμενες χώρες, χωρίς να έχει πλέον  χρηματοδοτική ανάμιξη στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Κατά μέσο όρο, πάνω από το ένα τρίτο των αναπτυσσόμενων χωρών είχε χρηματοδοτικό πρόγραμμα με το Δ.Ν.Τ.

Το Δ.Ν.Τ χρησιμοποίησε (και χρησιμοποιεί) δυο χρηματοδοτικά εργαλεία: α) τα βραχυπρόθεσμα προγράμματα (Stand-By Arrangements), που αποσκοπούν στην οικονομική σταθεροποίηση των χωρών σε κρίση. β) Τα μεσοπρόθεσμα προγράμματα (Extended Fund Facility) για την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με στόχο την ανάπτυξη. Τα ΠΔΠ που χρηματοδότησε η ΠΤ εστιάστηκαν στην προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών.

Τα ΠΔΠ προώθησαν αρχικά οριζόντιες περικοπές δημοσίων δαπανών με αρνητικές επιπτώσεις στις κοινωνικές δαπάνες και αύξηση των ανισοτήτων. Πιο πρόσφατα, πάντως, τόσο το Δ.Ν.Τ. όσο και η ΠΤ εστίασαν την προσοχή τους στην προστασία των ευπαθών ομάδων από τις επιπτώσεις των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της λιτότητας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, σχεδόν τα μισά από τα κράτη-μέλη του Δ.Ν.Τ παρέμειναν εξηρτημένα, μακροχρόνια, από την χρηματοδότηση των ΠΔΠ. Η εξάρτηση αυτή εγείρει ερωτηματικά για την αποτελεσματικότητα των ΠΔΠ, σαν εργαλείο διαρθρωτικού μετασχηματισμού και βιώσιμης πρόσβασης στην χρηματοδότηση των αγορών.

Η αμφιλεγόμενη «Συναίνεση της Ουάσινγκτον»

Οι μεταρρυθμίσεις των ΠΔΠ θεωρήθηκαν επιβεβλημένες και ως μοχλός ανάπτυξης μέσω της απελευθέρωσης των αγορών και της ενίσχυσης του ιδιωτικού τομέα. Οι μεταρρυθμίσεις προωθήθηκαν από το Δ.Ν.Τ και την ΠΤ σχετικά αδιάκριτα, από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας, σαν ένα «δόγμα», που έμεινε γνωστό ως η «Συναίνεση της Ουάσιγκτον», σύμφωνα με τον ευρηματικό όρο του John Williamson. Ο όρος αντανακλά την γειτνίαση της έδρας των δυο οργανισμών, αλλά και την επίδραση του υπουργείου οικονομικών των ΗΠΑ στις επιλογές τους.

Βασικοί άξονες της «Συναίνεσης της Ουάσινγκτον» ήταν η δημοσιονομική πειθαρχία, η χρηματοπιστωτική απελευθέρωση με την κατάργηση των πιστωτικών ελέγχων και των ρυθμίσεων των επιτοκίων, η διατήρηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε ανταγωνιστικό επίπεδο, η απελευθέρωση του εξωτερικού εμπορίου και των άμεσων επενδύσεων από το εξωτερικό, η ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων, η φορολογική μεταρρύθμιση με διατήρηση χαμηλών φορολογικών συντελεστών. Η απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων για επενδύσεις χαρτοφυλακίου αποτελούσε έναν ακόμη πυλώνα των μεταρρυθμίσεων, που προωθούσαν οι δυο οργανισμοί. Οι εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό θα λειτουργούσαν σαν ένα συμπλήρωμα της εσωτερικής αποταμίευσης που είναι, συχνά, ανεπαρκής στις αναπτυσσόμενες χώρες για την χρηματοδότηση των επενδύσεων.

Οι πολιτικές, που υπαγορεύτηκαν από το Δ.Ν.Τ και την ΠΤ, με βάση την «Συναίνεση της Ουάσινγκτον» ήταν εξαιρετικά αμφιλεγόμενες. Οι χώρες που ακολούθησαν αυτές τις πολιτικές πιο στενά (κυρίως στη Λατινική Αμερική) είχαν βραδύτερη ανάπτυξη και αύξηση των ανισοτήτων, σε σχέση με άλλες χώρες, ιδίως στην Ανατολική Ασία. Οι τελευταίες ακολούθησαν πιο παρεμβατικές πολιτικές, με πιο επιτελικό ρόλο του κράτους στην προώθηση των εξαγωγών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας. Η ΠΤ δεν αξιολόγησε επαρκώς, μέχρι πρόσφατα, την εμπειρία των χωρών αυτών στον συμβουλευτικό της ρόλο στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Η ιδιωτικοποίηση και η χρηματοπιστωτική απελευθέρωση θεωρείται, συχνά, ότι επέτειναν τις ανισότητες, χωρίς απτά αναπτυξιακά οφέλη. Η χρηματοπιστωτική απελευθέρωση φαίνεται να σχετίζεται με την εντατικοποίηση των χρηματοπιστωτικών και τραπεζικών κρίσεων, ιδιαίτερα όταν η ρυθμιστική ικανότητα των θεσμικών οργάνων είναι ελλιπής, οδηγώντας σε πιστωτικές εκρήξεις και «φούσκες».

Η απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων ευνόησε τις επενδύσεις, ειδικότερα στις αναδυόμενες οικονομίες, αλλά τα κίνητρα ήταν συχνά τα βραχυπρόθεσμα οφέλη στα χρηματιστήρια και στις αγορές ομολόγων η ακινήτων. Οι εισροές κεφαλαίων λειτούργησαν, αρκετές φορές, αποσταθεροποιητικά, σαν καταλύτης κρίσεων στις περιπτώσεις αναστροφής τους («sudden stops»). Χαρακτηριστικά, οι εισροές κεφαλαίων στις αναπτυσσόμενες χώρες, πριν την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09, είχαν φθάσει στο πρωτοφανές επίπεδο του 12% του ΑΕΠ των χωρών αυτών, αλλά εξανεμίστηκαν, πλήρως, μόλις ξέσπασε η κρίση, καθώς οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου μηδενίστηκαν.

Η αναποτελεσματική διαχείριση των κρίσεων

Οι χώρες που εκτίθενται σε αναστροφές των ροών κεφαλαίων αντιμετωπίζουν αναπόφευκτα κρίσεις, καθώς τα νομίσματα υποτιμώνται, ενώ το εξωτερικό χρέος, σε εθνικό νόμισμα, αυξάνεται και δύσκολα μπορεί να αναχρηματοδοτηθεί. Ταυτόχρονα, οι τράπεζες χάνουν ρευστότητα, συχνά δυσκολεύονται να αναχρηματοδοτήσουν υποχρεώσεις σε ξένο νόμισμα, ενώ, οι δανειολήπτες αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια τους.

Τρεις τύποι χρηματοπιστωτικών κρίσεων χαρακτηρίζουν διαχρονικά την διεθνή οικονομία: συναλλαγματικές κρίσεις, κρίσεις χρέους και τραπεζικές κρίσεις. Οι συναλλαγματικές κρίσεις, λόγω εξωτερικών ελλειμμάτων, ήταν το κύριο γνώρισμα του συστήματος του Bretton Woods, μέχρι την δεκαετία του ΄70. Ενώ, οι τραπεζικές κρίσεις ήταν πρακτικά ανύπαρκτες πριν την κατάρρευση του Bretton Woods –εμφανίστηκαν με αυξανόμενη συχνότητα με την απελευθέρωση των κινήσεων, κεφαλαίων από το 1980 και μετά. Επιπλέον, οι κρίσεις έγιναν όλο και πιο συχνά ταυτόχρονες. Από τις περίπου 350 χρηματοπιστωτικές κρίσεις, που ξέσπασαν παγκόσμια από το 1970 μέχρι το 2011, το 22% συνέβησαν σαν διπλές η τριπλές κρίσεις, προκαλώντας ακόμα εντονότερη ύφεση.

Το Δ.Ν.Τ και η ΠΤ κλήθηκαν να διαχειριστούν τις κρίσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες με βασικό εργαλείο τα ΠΔΠ. Όμως, η άκριτη εφαρμογή της δημοσιονομικής λιτότητας και της νομισματικής περιστολής αποδείχθηκε, πολλές φορές, επιβλαβής. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η κρίση στην Ανατολική Ασία το 1997-98. Οι λεγόμενες «ασιατικές τίγρεις», που υπέστησαν περισσότερο την κρίση (Κορέα, Ταϊλάνδη, Ινδονησία, Φιλιππίνες, Μαλαισία), εμφάνιζαν εξωτερικά ελλείμματα, λόγω της ραγδαίας τους ανάπτυξης και των εισαγωγών, που ήταν απαραίτητες για την τροφοδότηση των εξαγωγών. Οι χώρες αυτές είχαν δημοσιονομικά πλεονάσματα. Τα εξωτερικά ελλείμματα αντανακλούσαν την αύξηση της δαπάνης των επιχειρήσεων, μέσω δανειακής χρηματοδότησης, ως επί το πλείστον.

Η δημοσιονομική λιτότητα, που επιβλήθηκε στις χώρες αυτές από το Δ.Ν.Τ, ήταν, συνεπώς, άστοχη και επέτεινε την ύφεση που επέφερε η συναλλαγματική κρίση. Η νομισματική περιστολή, με αύξηση των επιτοκίων, σκόπευε να αποθαρρύνει τις εκροές κεφαλαίων και να περιορίσει την υποτίμηση των νομισμάτων. Έπληξε, όμως, ιδιαίτερα, τον υπερχρεωμένο επιχειρηματικό τομέα και προκάλεσε, τελικά, τραπεζική κρίση, που επιβάρυνε, επιπλέον, την οικονομία. Η απελευθέρωση των ροών κεφαλαίων, που επέλεξαν οι χώρες αυτές, υπό την επήρεια της «συναίνεσης της Ουάσινγκτον», δεν ήταν ουσιαστικά αναγκαία, καθώς η εσωτερική αποταμίευση ήταν ιδιαίτερα υψηλή και αρκούσε για την χρηματοδότηση της ανάπτυξης.

Άλλες κρίσεις, που το Δ.Ν.Τ απέτυχε να αποσοβήσει, ήταν οι τριπλές κρίσεις που κατέληξαν στην χρεοκοπία της Ρωσίας το 1998 και της Αργεντινής το 2001, με δραματική ύφεση και κοινωνική αναταραχή. Πιο πρόσφατα, το Δ.Ν.Τ κλήθηκε να αντιμετωπίσει συνθήκες κρίσης σε ανεπτυγμένες οικονομίες, συμμετέχοντας στα δανειοδοτικά προγράμματα της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη. Το πρώτο πρόγραμμα εφαρμόστηκε, το 2010, στην Ελλάδα και ακολούθησαν ανάλογα προγράμματα, σε Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο.

Κατά την κρίση χρέους του ευρώ το Δ.Ν.Τ βρέθηκε εκτεθειμένο σε πολιτικές πιέσεις, από τις χώρες της Ευρωζώνης και την ΕΚΤ, τόσο στην τεχνική του ανάλυση όσο και στον σχεδιασμό των προγραμμάτων στα οποία συμμετείχε. Το Δ.Ν.Τ εξ αρχής θεώρησε ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους δεν ήταν εξασφαλισμένη.

Όπως όμως αναγνωρίζει και το ανεξάρτητο τμήμα αξιολογήσεων του Δ.Ν.Τ (Independent Evaluation Office of the IMF), τα προγράμματα του 2010 και 2012 στην Ελλάδα είχαν βασιστεί σε υπερβολικά αισιόδοξες προβλέψεις σχετικά με το βάθος της ύφεσης και την επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Δημιουργήθηκε, έτσι, μια εσφαλμένη εικόνα για την βιωσιμότητα του χρέους. Αυτό συνεισέφερε στο να αποσιωπηθεί η ανάγκη αναδιάρθρωσης του χρέους, μέχρι το 2012, σε όφελος των επενδυτών σε ελληνικά ομόλογα – ειδικά γαλλικών και γερμανικών τραπεζών. Αυτό επέτεινε την αβεβαιότητα για την δυνατότητα παραμονής της χώρας στο ευρώ, οδηγώντας σε απώλεια εμπιστοσύνης και βαθύτερη κρίση. Στο τρίτο πρόγραμμα του 2015, το Δ.Ν.Τ συμμετείχε συμβουλευτικά,  αλλά όχι χρηματοδοτικά, υπογραμμίζοντας, ταυτόχρονα, την ανάγκη περαιτέρω ελάφρυνσης του χρέους.

Από τη «Συναίνεση της Ουάσινγκτον» στην «ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς»

Η εμπειρία των χωρών που ακολούθησαν το δόγμα της «συναίνεσης της Ουάσινγκτον», σε αντιπαράθεση με αυτήν των χωρών της Ανατολικής Ασίας, έθεσε  σε αμφισβήτηση την δυνατότητα της ανάπτυξης, με βάση τους μηχανισμούς της αγοράς να μειώσει από μόνη της την φτώχεια και τις ανισότητες. Σε πολλές χώρες το εισόδημα των φτωχότερων ομάδων του πληθυσμού αυξάνεται ταχύτερα από το μέσο εισόδημα της οικονομίας. Η ανάπτυξη συνοδεύεται, έτσι, από άμβλυνση των ανισοτήτων. Το αντίθετο παρατηρείται σε άλλες χώρες, όπου η ανάπτυξη εντείνει τις ανισότητες.

Η ΠΤ έλαβε πρώτη αποστάσεις από τη «συναίνεση της Ουάσινγκτον», κυρίως, όταν ο Joseph Stiglitz ανέλαβε ως επικεφαλής οικονομολόγος, από το 1997 ως το 2000. Ο νομπελίστας (το 2001) οικονομολόγος θεωρείται ένας από τους βασικούς αναλυτές των αδυναμιών των αγορών και της σημασίας των θεσμών για την οικονομική ανάπτυξη. Η ΠΤ μετακινήθηκε, έτσι, σταδιακά, προς το αποκαλούμενο «post-Washington Consensus». Η θεμελιώδης καινοτομία ήταν η έμφαση στις ατέλειες των αγορών και της ανάγκης ενίσχυσης των θεσμών και του σχεδιασμού τους, με τρόπο «φιλικό» προς την ανάπτυξη. Η νέα προσέγγιση έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στη μάχη κατά της διαφθοράς, τη βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης, την ανεξαρτησία των ρυθμιστικών αρχών, τη συνετή απελευθέρωση των ροών κεφαλαίων, την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας και τα εστιασμένα προγράμματα άμβλυνσης της φτώχειας.

Πιο πρόσφατα, η πολιτική της ΠΤ μετεξελίχθηκε προς την «ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς» (Inclusive Growth). Πρόκειται για μια ακόμη πιο ρεαλιστική προσέγγιση, που λαμβάνει υπ όψη την εμπειρία των χωρών, που πέτυχαν ταχύρυθμη ανάπτυξη με άμβλυνση των ανισοτήτων. Επιπλέον, έμφαση δίνεται στις δημόσιες επενδύσεις και στην προσήλωση των κυβερνήσεων σε πολιτικές φιλικές προς την ανάπτυξη και την κοινωνική προστασία. Τα δανειοδοτικά εργαλεία της ΠΤ προσανατολίστηκαν, ταυτόχρονα, προς την κατεύθυνση αυτή (Development Policy Financing).

Ο Ο.Ο.Σ.Α εστίασε, επίσης, πρόσφατα, την προσοχή του στην «ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς», αναγνωρίζοντας ότι οι εισοδηματικοί μέσοι όροι δεν αντανακλούν πλήρως την οικονομική και κοινωνική ευημερία. Οι μετρήσεις του οργανισμού λαμβάνουν υπόψη την κατανομή του εισοδήματος κατά ομάδες πληθυσμού, αλλά και δείκτες υγειονομικής κατάστασης και εκπαιδευτικού επιπέδου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθέτησε, επίσης, το 2010, την ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς στη «στρατηγική για την Ευρώπη 2020». Η στρατηγική αφορούσε δράσεις με στόχο την αύξηση της απασχόλησης, τη βελτίωση των δεξιοτήτων και την καταπολέμηση της φτώχειας.

Μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, που όξυνε τις ανισότητες, η ΠΤ έθεσε ρητά, ως στόχο, την προαγωγή της «συμμετοχής στην ευημερία» (shared prosperity). Ο στόχος εξειδικεύτηκε στην προαγωγή της μεγέθυνσης του εισοδήματος του φτωχότερου 40% του πληθυσμού. Τέθηκε, έτσι, για πρώτη φορά, ένας στόχος άμβλυνσης των ανισοτήτων στις δραστηριότητες του οργανισμού.

Το Δ.Ν.Τ έχει στρέψει, επίσης την προσοχή του, σε μεγαλύτερο βαθμό, στον τρόπο που οι μακροοικονομικές πολιτικές επηρεάζουν τις ανισότητες, τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και τη μείωση της φτώχειας. Εξάλλου, μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, αναθεώρησε τις θέσεις του σχετικά με τις ροές κεφαλαίων, τονίζοντας την ανάγκη σταδιακής απελευθέρωσης και ταυτόχρονης ενίσχυσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των ρυθμιστικών αρχών.

Η διεθνής οικονομική διακυβέρνηση αντιμέτωπη με την κρίση της πανδημίας

Η πανδημία Covid-19 έχει καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, που διανύει την βαθύτερη ύφεση από την κρίση της δεκαετίας του 30.
Το Δ.Ν.Τ εκτιμά την ύφεση το 2020 σε 5,8% στις ανεπτυγμένες οικονομίες και 3,3% στις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι επιπτώσεις της κρίσης στην ανεργία και την φτώχεια είναι εξαιρετικά έντονες.
Η ΠΤ –επισημαίνοντας ότι απαιτείται επειγόντως Παγκόσμια Δράση για να σταματήσει τις ιστορικές απειλές προς τη μείωση της φτώχειας εκτιμά ότι το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε βαθειά φτώχεια (δηλαδή, με λιγότερο από 1,90 $ ημερησίως) θα αυξηθεί από 8,4% το 2019 σε μεταξύ 8,9% και 9,4% το 2021, ανάλογα με την έκταση της κρίσης στις αναπτυσσόμενες χώρες. Αυτό σημαίνει ότι 88 με 115 εκατομμύρια άτομα θα προστεθούν, μέχρι το 2021, στα περίπου 630 εκατομμύρια άτομα, που εκτιμάται ότι ζούσαν σε συνθήκες βαθειάς φτώχειας το 2019.

Οι κυβερνήσεις έχουν λάβει ισχυρά μέτρα οικονομικής στήριξης. Σύμφωνα με το Δ.Ν.Τ, τα δημοσιονομικά μέτρα στις ανεπτυγμένες οικονομίες ανέρχονται σε 9% του ΑΕΠ, ενώ, ένα επιπλέον 11% του ΑΕΠ έχει διατεθεί για μέτρα στήριξης της ρευστότητας των επιχειρήσεων, δάνεια και κρατικές εγγυήσεις. Όπως έχω αναλύσει σε προηγούμενο άρθρο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση η χρηματοδοτική στήριξη των οικονομιών συμπληρώνεται από πιστοληπτικές γραμμές του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, αλλά και από τον αμοιβαίο δανεισμό μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ταυτόχρονα, τα μέτρα «ποσοτικής χαλάρωσης» που εφαρμόζουν οι κεντρικές τράπεζες στις ΗΠΑ, στην Ευρωζώνη και τις άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες δημιουργούν την απαραίτητη ρευστότητα για την στήριξη των τραπεζικών πιστώσεων, αλλά και της ζήτησης στην αγορά κρατικών ομολόγων.

Οι αναπτυσσόμενες χώρες στερούνται των πόρων και των μηχανισμών που έχουν κινητοποιήσει οι ανεπτυγμένες οικονομίες για να αντιμετωπίσουν την ύφεση. Τα δημοσιονομικά μέτρα και τα μέτρα στήριξης της ρευστότητας στις αναπτυσσόμενες χώρες ανέρχονται αντίστοιχα σε 3,5% και 2% του ΑΕΠ. Η χρηματοδοτική στήριξη από το Δ.Ν.Τ, την ΠΤ και τις περιφερειακές αναπτυξιακές τράπεζες γίνεται συνεπώς ιδιαίτερα αναγκαία.

Οι αναπτυσσόμενες χώρες αντιμετωπίζουν, επιπλέον, συνθήκες κρίσης χρέους λόγω της ύφεσης. Για να αποφευχθούν οι μαζικές χρεοκοπίες, το G20 (που περιλαμβάνει τις 10 μεγαλύτερες ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες) αποφάσισε την αναστολή το 2020 της εξυπηρέτησης του χρέους 73 ευάλωτων χωρών. Η αναστολή (Debt Service Suspension Initiative-DSSI) προβλέπεται ότι θα επεκταθεί, μέχρι τα μέσα του 2021. Αφορά, όμως, μόνο το χρέος προς επίσημους φορείς, ενώ η συμμετοχή ιδιωτών δανειστών είναι εθελοντική. Ταυτόχρονα, το G20 υπογράμμισε την ανάγκη για μια σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης των αναπτυσσόμενων χωρών. Το Δ.Ν.Τ έχει δανειοδοτική επάρκεια 1 τρις $, εκφράζοντας την ετοιμότητα του να κινητοποιήσει το ένα τέταρτο των πόρων αυτών σε όφελος των κρατών μελών του. Η ΠΤ υιοθέτησε ένα σχέδιο στήριξης των αναπτυσσόμενων χωρών, με χρηματοδοτήσεις μέχρι 160 δις $, ως τα μέσα του 2021.

Η στήριξη, ωστόσο, που έχει παρασχεθεί, ως τώρα, φαίνεται ανεπαρκής, ιδιαίτερα αν συγκριθεί με την κινητοποίηση πόρων από τους δυο οργανισμούς, κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2008-10, όταν η ύφεση ήταν μικρότερη σε σύγκριση με αυτήν της πανδημίας. Το Δ.Ν.Τ έχει χορηγήσει, από την αρχή της πανδημίας, 102 δις $ και συμμετέχει, επίσης, στο DSSI. Παρότι σημαντικοί, οι πόροι αυτοί υπολείπονται από τις χορηγήσεις της περιόδου 2008-10, που ανήλθαν σε 338 δις $.

Η ΠΤ έχει αυξήσει τις χορηγήσεις σημαντικά, κατά 118%, σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία. Κατά την χρηματοπιστωτική κρίση, οι πιστώσεις είχαν αυξηθεί κατά 96%. Όμως, οι εκταμιεύσεις των νέων δανείων γίνονται με αργό ρυθμό. Εκτιμάται ότι έχουν αυξηθεί 31% από την αρχή της πανδημίας, έναντι 71% κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση. Σε αντίθεση με το Δ.Ν.Τ, η ΠΤ δεν συμμετέχει στην αναστολή της εξυπηρέτησης του χρέους των πιο ευάλωτων χωρών, καθώς θεωρεί ότι αυτό θα μπορούσε να μειώσει την πιστοληπτική της αξιολόγηση από τις αγορές και, άρα, τη δυνατότητα χορήγησης χαμηλού κόστους χρηματοδοτήσεων.

Συνοψίζοντας: Ανάγκη η μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης των θεσμών

Η διεθνής οικονομική διακυβέρνηση διήλθε από φάσεις, που άλλαξαν τον ρόλο της και επηρέασαν την αποτελεσματικότητα της. Αρχικά, η αποστολή των θεσμών, ιδιαίτερα του Δ.Ν.Τ, εξέφρασε την ανάγκη συλλογικής δράσης απέναντι στις κρίσεις, όπου οι διορθωτικοί μηχανισμοί της οικονομίας της αγοράς χωλαίνουν. Η ΠΤ εστιάστηκε στη χρηματοδότηση επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς, με στόχο την επιτάχυνση της ανάπτυξης και την καταπολέμηση της φτώχειας.

Με την κατάρρευση του Bretton Woods και την έλευση της παγκοσμιοποίησης οι θεσμοί μετεξελίχθηκαν (θα ήταν δυνατό επίσης να θεωρηθεί ότι χειραγωγήθηκαν) σε έναν ρόλο περαιτέρω εδραίωσης της παγκοσμιοποίησης, της απελευθέρωσης των αγορών και των ροών κεφαλαίων. Η οικονομία της αγοράς θεωρήθηκε, σε μεγάλο βαθμό, αυτορρυθμιζόμενη και βασικός μοχλός ανάπτυξης, εφόσον αποφεύγονται οι κρατικές στρεβλώσεις. Η μετεξέλιξη αυτή οδήγησε σε αποτυχίες, τόσο στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που προωθήθηκαν, συχνά, δογματικά, όσο και στη διαχείριση των κρίσεων. Έγινε, έτσι, αναγκαία μια σταδιακή προσαρμογή προς περισσότερο τεκμηριωμένες και λιγότερο δογματικές κατευθύνσεις, με την μεταστροφή, ιδιαίτερα της ΠΤ και του Ο.Ο.Σ.Α, προς την ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς. Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην προοπτική εξόδου από την υγειονομική κρίση, που έχει οξύνει δραματικά τις ανισότητες.

Οι θεσμοί της διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης, αν και συνολικά συνεισέφεραν στην σταθερότητα και την ανάπτυξη, αποδείχτηκαν σε σημαντικό βαθμό ευάλωτοι σε πολιτικές και ιδεολογικές επιρροές και παρεμβάσεις. Έγινε, έτσι, προφανής η ανάγκη μεταρρύθμισης της διακυβέρνησης τους (governance), ώστε να ενισχυθεί η διαφάνεια, η λογοδοσία και η ευρύτερη συμμετοχή στις αποφάσεις. Έχουν γίνει σημαντικά βήματα προώθησης της διαφάνειας και της λογοδοσίας με την εγκαθίδρυση και ενίσχυση του θεσμού της ανεξάρτητης αξιολόγησης, τόσο του Δ.Ν.Τ όσο και της ΠΤ και των περιφερειακών αναπτυξιακών τραπεζών.

Έχουν επίσης γίνει βήματα για την βελτίωση της αντιπροσώπευσης των αναπτυσσόμενων χωρών στην λήψη των αποφάσεων, με τη μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης του Δ.Ν.Τ που εγκρίθηκε το 2016. Αυξήθηκε, έτσι, περίπου 6% η συμμετοχή των αναδυόμενων οικονομιών στις ποσοστώσεις του Ταμείου, ενώ οι έδρες των Ευρωπαϊκών χωρών στο διοικητικό συμβούλιο περιορίστηκαν κατά δυο. Η επιρροή των ανεπτυγμένων οικονομιών παραμένει πάντως κυρίαρχη, αφού αντιστοιχεί στο 55% των ψήφων στο Δ.Ν.Τ, ενώ η συμμετοχή τους στο παγκόσμιο ΑΕΠ, σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης, φθάνει μόνο το 42%. Επιπλέον, οι επικεφαλείς του Δ.Ν.Τ και της ΠΤ συνεχίζουν να διορίζονται από τις κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων χωρών (παραδοσιακά από την ΕΕ στο Δ.Ν.Τ και τις ΗΠΑ στην ΠΤ) σε αντίθεση με αξιοκρατικά κριτήρια ανοιχτής επιλογής που θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν…

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε εποικοδομητικά στα άρθρα μας.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση του άρθρου πατώντας εδώ, αλλά...

... είναι μόνο χάρη των μελών/συνδρομητών που μας στηρίζουν που μπορούμε να έχουμε άρθρα.

Εάν μια εποικοδομητική δημοσιογραφία, που δεν εξαρτάται από διαφημίσεις, είναι κάτι που θέλετε να υποστηρίξετε γίνετε μέλος σήμερα.

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 18

Νοεμ. - Δεκ. 2020