Οι κρατικά χρηματοδοτούμενοι εορτασμοί στη σύγχρονη Ρωσία σπάνια είναι απολίτικοι, και η πρόσφατη 270ή επέτειος του κορυφαίου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας, του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας (MSU), δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Η πομπώδης συναυλία για την επέτειο του MSU περιλάμβανε μακροσκελείς βιντεοπροβολές που διαπλέκονταν με την ιδεολογικοποιημένη και μυθολογική ιστορία της Ρωσίας και του πανεπιστημίου. Ουσιαστικά, γιόρταζε το όραμα του Κρεμλίνου για τη ρωσική μεγαλοσύνη, με έμφαση στον λαϊκό ενθουσιασμό – αγγίζοντας την προθυμία για θυσία – ως κινητήρια δύναμη της εθνικής ισχύος.
Καθώς το Κρεμλίνο τείνει πλέον να εξυμνεί τον σοβιετικό ολοκληρωτισμό, δεν ήταν παράξενο που ο δικτάτορας Στάλιν και οι συνεργάτες του προβλήθηκαν σε περίοπτη θέση στην παρουσίαση. Όμως, όταν στην οθόνη εμφανίστηκε μια σειρά σοβιετικών ηγετών, συνέβη κάτι αλλόκοτο: καθώς η εικόνα κυλούσε, το πρόσωπο του Λαβρέντι Μπέρια, του διαβόητου αρχιεκτελεστή του σταλινικού καθεστώτος, έμοιασε ξαφνικά να κλείνει το μάτι.
Δεδομένου του φονικού χαρακτήρα του Μπέρια, το «κλείσιμο του ματιού» του φάνηκε εξίσου ανατριχιαστικό με εκείνο των σαδιστών «κακών» στην αριστουργηματικά τρομακτική ταινία του Μίχαελ Χάνεκε, Funny Games (1997), όταν παραβιάζουν το τέταρτο τοίχωμα.
Ήταν άραγε, αυτό το εικονικό νεύμα του Μπέρια, μια υπόσχεση προς το κοινό της επετειακής συναυλίας του MSU για την επιστροφή του σταλινικού τρόμου – ντυμένου αυτή τη φορά με τον μανδύα του ρωσικού μεγαλείου;
Δεν υπήρχε, στην πραγματικότητα, κανένα «κλείσιμο ματιού» – ήταν απλώς μια οφθαλμαπάτη, αποτέλεσμα υπερβολικής λάμψης και εκτυφλωτικών εφέ. Παρότι ακούσιο, τέτοια «τυχαία» στιγμιότυπα έχουν – μυστηριωδώς – την τάση να ξεγυμνώνουν αλήθειες οι οποίες στη Ρωσία μένουν, συνήθως, κρυμμένες.
Θυμάστε το τεχνικό πρόβλημα στην φαντασμαγορική τελετή έναρξης των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στη Ρωσία το 2014, όταν δεν άνοιξε ένας από τους πέντε ολυμπιακούς κύκλους; Εκ των υστέρων, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το ατύχημα εξέφρασε μια μορφή διαμαρτυρίας εκ μέρους του «πνεύματος» των Αγώνων – ενός θεσμού που, από την αρχαιότητα, προωθεί την Ολυμπιακή Εκεχειρία – ενάντια στις ρωσικές προετοιμασίες για τη μυστική στρατιωτική κατοχή της Κριμαίας κατά τη διάρκειά τους…
Πώς, λοιπόν, να ερμηνεύσουμε τη συναυλία του MSU και την οπτική ψευδαίσθηση με τον Μπέρια;
Η προφανής ερμηνεία είναι ότι αυτός ο επιτηδευμένος εορτασμός της δήθεν «ολοκληρωτικής ενότητας» του ρωσικού κράτους με τον ρωσικό λαό ήταν μια θεατρική παράσταση, μια μίμηση κάποιου πράγματος που στην πραγματικότητα δεν υφίσταται στη Ρωσία.
Η μέθοδος
Σε αντίθεση με τη Σοβιετική Ένωση, η Ρωσία του Πούτιν δεν είναι ένα νεωτερικό κράτος. αν είναι κάτι, είναι βαθιά μετανεωτερικό. Τα ολοκληρωτικά νεωτερικά κράτη του 20ού αιώνα – όπως το Τρίτο Ράιχ και η Σοβιετική Ένωση, των οποίων την ρητορική και την αισθητική η Μόσχα εξακολουθεί να μιμείται με ενθουσιασμό – διέθεταν όλα ουτοπικά οράματα για το μέλλον. Πράγματι, κατάφεραν να μετατρέψουν τους πληθυσμούς τους σε κοινωνίες πρόθυμες να θυσιαστούν για την υλοποίηση αυτών των οραμάτων. Είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πολιτικής νεωτερικότητας – όχι μόνο στην ολοκληρωτική αλλά και στη φιλελεύθερη εκδοχή της – να κατασκευάζει κανείς το παρόν ως θεμέλιο για ένα μέλλον που επιθυμεί βαθιά.
Στη σύγχρονη Ρωσία, όμως, το παρόν διαμορφώνεται με δύο τρόπους που όχι μόνο αποφεύγουν να φανταστούν ένα καλύτερο μέλλον, αλλά και αντιστέκονται ενεργά στην άφιξή του.
Η μία προσέγγιση αντικαθιστά το μέλλον – ως στόχο των σημερινών κοινωνικοπολιτικών προσπαθειών – με την προσπάθεια διόρθωσης και τελειοποίησης του παρελθόντος. Αυτή είναι η μάχη στην οποία εμπλέκονται ενεργά ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο κύκλος των «ειδικών της ιστορίας» που τον περιβάλλει, όπως ο Βλαντίμιρ Μεντίνσκι. Αγωνίζονται να κατασκευάσουν ένα παρόν που συνεχίζει ένα παρελθόν το οποίο ποτέ δεν υπήρξε. Ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, με σκοπό την εξάλειψη του ουκρανικού έθνους, αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της μάχης για ένα φαντασιακό, ιδεατό παρελθόν στο οποίο το ουκρανικό έθνος απλώς δεν υπήρχε.
Η δεύτερη προσέγγιση διαμόρφωσης του παρόντος βασίζεται στην αποφυγή του μέλλοντος μέσω της ατέρμονης επιμήκυνσης του παρόντος. Για να το επιτύχει αυτό, το Κρεμλίνο βασίζεται στους λεγόμενους πολιτικούς τεχνολόγους ή κοινωνικούς αρχιτέκτονες – μια τεχνοκρατική ελίτ που αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως ένα παθητικό σύνολο, το οποίο μπορεί και πρέπει να προγραμματιστεί και να ελέγχεται προς όφελος της άρχουσας τάξης.
Στην πράξη, πολιτικοί τεχνολόγοι όπως ο Σεργκέι Κιριένκο, αναπληρωτής επικεφαλής της προεδρικής διοίκησης της Ρωσίας, κατασκευάζουν ατελείωτες ψεύτικες κοινωνικοπολιτισμικές συγκρούσεις και διογκώνουν τεχνητά υπαρκτές εντάσεις. Στόχος τους είναι να αποσπάσουν την προσοχή της κοινωνίας από κάθε συλλογική προσπάθεια να οραματιστεί και να διαμορφώσει ένα καλύτερο μέλλον. Κατακλύζοντας τη δημόσια σφαίρα με τεχνητές αντιπαραθέσεις, παγιδεύουν την κοινωνία σε ένα κατασκευασμένο, ατελείωτο παρόν – μια κατάσταση μόνιμης απόσπασης που ακυρώνει κάθε ουσιαστική αλλαγή.
Τελικά, μέσω αυτής της διπλής επίθεσης κατά του μέλλοντος, το Κρεμλίνο δημιουργεί ένα μεταμοντέρνο είδωλο του παρόντος – μια προσομοίωση πλήρως αποκομμένη από κάθε πραγματικότητα.
Ανάμεσα στα πολλά εγκλήματα αυτών των προσομοιώσεων που κατασκευάζει το Κρεμλίνο εις βάρος της κοινωνίας, ξεχωρίζει η επίθεσή τους στο άτομο ως ελεύθερο, λογικό και υπεύθυνο υποκείμενο, ικανό να καθορίσει μόνο του το νόημα και τον σκοπό της ζωής του. Αυτή η επίθεση εδράζεται σε μια ελιτίστικη και βαθιά αντιδημοκρατική πεποίθηση: ότι οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να οργανώσουν μόνοι τους την κοινωνία και, ως εκ τούτου, για να διασφαλίζεται η λειτουργία της, πρέπει να τους υπαγορεύεται από τις άρχουσες τάξεις – κάτι που, στην πραγματικότητα, αποσκοπεί στη διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας των ελίτ.
Ένας από τους κορυφαίους θεωρητικούς αρχιτέκτονες της σοβιετικής εξουσίας, ο Γκεόργκι Στσεντρόβιτσκι, υποστήριζε – ειρωνικά, στα τελευταία χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης – ότι αυτή η κοινωνική τάξη δεν ήταν μόνο η μόνη ορθολογική οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και ότι το ολοκληρωτικό Τρίτο Ράιχ και η Σοβιετική Ένωση είχαν πρωτοπορήσει στις κοινωνικοπολιτικές δομές που, τελικά, θα υιοθετούσαν αναπόφευκτα όλα τα κράτη, ακόμη και οι δημοκρατίες, για να διασφαλίσουν την πρόοδο της ανθρωπότητας.
Οι ιδέες του Στσεντρόβιτσκι βασίζονταν στην πεποίθηση της Σοβιετικής Ένωσης για την ανωτερότητα της θεμελιωδώς αντι-ατομικιστικής σχεδιασμένης οικονομίας έναντι του καπιταλισμού, ο οποίος δίνει έμφαση στην ατομική προσπάθεια ως κινητήριο μοχλό της επιτυχίας. Και αυτή η πεποίθηση δεν περιοριζόταν εντός της Σοβιετικής Ένωσης: ο Στσεντρόβιτσκι και οι σύγχρονοί του θεωρούσαν το σοβιετικό μοντέλο ως παγκοσμίως εφαρμόσιμο και προορισμένο να αντικαταστήσει τα δυτικά φιλελεύθερα μοντέλα.
Οι μετασοβιετικοί Ρώσοι πολιτικοί τεχνολόγοι, ενισχυμένοι από τις επιτυχίες τους στον χειρισμό της ρωσικής κοινής γνώμης, έχουν διατηρήσει την πεποίθηση της σοβιετικής εποχής ότι η Ρωσία πρωτοπορεί σε πολιτικές στρατηγικές που είναι προορισμένες, τελικά, να υιοθετηθούν παγκοσμίως.
Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη ότι το 2024, ένας από τους βασικούς Ρώσους πολιτικούς τεχνολόγους, ο Βλάντισλαβ Σούρκοφ – υπεύθυνος για τις πολιτικές κοινωνικής μηχανικής του Κρεμλίνου από το 1999 έως το 2011 – ισχυρίστηκε πως διάφορες παγκόσμιες δυνάμεις, όπως η Τουρκία, το Ισραήλ, η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες, μιμούνται ή «μεταφράζουν» εκ νέου τις ρωσικές ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες. Όπως είπε:
«Η Ρωσία περιβάλλεται από τα είδωλά της και τους μιμητές της, που ξεδιπλώνουν μια αληθινή παρέλαση ιμπεριαλισμών ασήμαντων και μεγαλεπήβολων, επαρχιακών και παγκόσμιων – συχνά γελοίων, αλλά ακόμη συχνότερα επικίνδυνων».
Είναι, φυσικά, μια μορφή αυτομεγέθυνσης από την πλευρά των Ρώσων πολιτικών τεχνολόγων να ισχυρίζονται ότι οι δυτικές κοινωνίες υιοθετούν ή μιμούνται τα κοινωνικοπολιτικά ή εξωτερικής πολιτικής μοντέλα της Ρωσίας. Ωστόσο, εκεί όπου η Ρωσία ενδέχεται πράγματι να έχει πρωτοπορήσει – και ίσως να έχει εμπνεύσει κάποιους ηγέτες ανά τον κόσμο – είναι στη μεταμοντέρνα μέθοδο ελέγχου και προγραμματισμού της κοινωνίας, μέσω της εγκαθίδρυσης μιας εναλλακτικής «πραγματικότητας» – μιας πλήρους προσομοίωσης, ασύνδετης με την αλήθεια.
Ο χαιρετισμός
Όταν ο Αμερικανός ολιγάρχης Ίλον Μασκ απέδωσε έναν «ναζιστικό χαιρετισμό» στη συγκέντρωση νίκης του Ντόναλντ Τραμπ στις 20 Ιανουαρίου 2025, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εξέφραζε ναζιστικές συμπάθειες — ανεξαρτήτως του αν τις έχει ή όχι. Αντί να εξυμνεί ρατσιστικές ιδέες, ο Μασκ φάνηκε να επικαλείται τη ναζιστική αισθητική για να γιορτάσει την ιδέα της εξουσίας και, ταυτόχρονα, την ατιμωρησία για την παραβίαση του ταμπού του ναζιστικού συμβολισμού στις φιλελεύθερο-δημοκρατικές ελίτ. Με καθαρά μεταμοντέρνο τρόπο, το νόημα της χειρονομίας ήταν η ίδια η πράξη – και όχι η προφανής της σύνδεση με ιστορικά ή σύγχρονα ναζιστικά κινήματα.
Αυτό που εξύμνησε ο Μασκ ήταν η δύναμη να παραπλανάς ολόκληρους πληθυσμούς, δηλώνοντας πως οποιαδήποτε προσομοίωση ή ψεύδος επινοήσουν οι ολιγαρχικές ελίτ για να διατηρήσουν τον έλεγχο, θα υποστηριχθεί συστηματικά και διαρκώς με επαρκείς πόρους, ώστε να φαίνεται ως πειστική εναλλακτική της πραγματικότητας.
Οι Δυτικές κοινωνίες έχουν μια σύνθετη σχέση με τα ψεύδη που προέρχονται από τους ίδιους τους θεσμούς τους. Γενικά, ανέχονται την παραπλάνηση όταν αυτή συμβαίνει στο πλαίσιο ανταγωνισμού. Είναι κοινωνικά αποδεκτό οι εμπορικές εταιρείες να δυσφημούν τις ανταγωνίστριες, να υπερβάλλουν για την ποιότητα των προϊόντων τους ή να διαφημίζουν ότι είναι «οι καλύτερες στην αγορά». Παρομοίως, τα πολιτικά κόμματα μπορούν να διογκώνουν συνειδητά πραγματικά ή φανταστικά ελαττώματα των αντιπάλων τους ή να υπερτονίζουν τη δική τους ικανότητα να επιλύσουν τα – υποτιθέμενα – σφάλματα των κυβερνώντων, χωρίς να αντιμετωπίζουν σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις. Αντιθέτως, αυτό που οι δυτικές κοινωνίες δεν ανέχονται είναι το ψεύδος από φορείς εξουσίας που δεν λειτουργούν στο πλαίσιο του ανταγωνισμού. Γι’ αυτό, όταν οι κυβερνήσεις ψεύδονται, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να το αποκρύψουν.
Αυτό που έχει εισαγάγει η Ρωσία του Πούτιν σε αυτό το σύνθετο τοπίο είναι μια νέα διάσταση: η κατασκευή μιας εναλλακτικής πραγματικότητας, επιδοτούμενη από την ελίτ, η οποία όχι μόνο είναι προφανής αλλά και παραμένει ατιμώρητη από την κοινωνία. Φυσικά, οι φιλελεύθερες-δημοκρατικές ελίτ της Δύσης – που μόνο άγνωστες δεν είναι με την έννοια του PR, της προώθησης συμφερόντων, της άσκησης επιρροής και της διαχείρισης φήμης – κατανοούν καλά τη δύναμη του να πλάθεις ψεύδη. Όμως, αυτό που μόλις πρόσφατα φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει είναι κάτι που η Ρωσία έχει ήδη καταδείξει, τόσο στην εσωτερική της πολιτική όσο – και κυρίως – στη διεθνή της στάση: ότι αυτό μπορεί να γίνεται ανοιχτά. Το κλειδί για την αποφυγή συνεπειών βρίσκεται στην κοινωνική μηχανική – είτε μέσω ελέγχου των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης, είτε, όλο και πιο αποτελεσματικά, μέσω της χειραγώγησης των αλγορίθμων στα κοινωνικά δίκτυα.
Ο Σούρκοφ παρατήρησε εύστοχα ότι, όταν η Ρωσία διατηρούσε ακόμη φυσιολογικές σχέσεις με τη Δύση, μιμούνταν τους θεσμούς της για να καλύψει τον μη κολακευτικό πολιτικό της πολιτισμό. Το τέλος αυτής της μίμησης σηματοδότησε την οριστική απομάκρυνση της Ρωσίας από τη Δύση. Για τον Σούρκοφ, αυτή η στροφή δεν ήταν δείγμα κυνισμού, αλλά ειλικρίνειας: σε αντίθεση με τις Δυτικές κυβερνήσεις, που χρησιμοποιούν τους δημοκρατικούς θεσμούς ως προπέτασμα για αντιδημοκρατικές πολιτικές, το Κρεμλίνο παρουσίασε ανοιχτά τους «άγριους σκελετούς του πλαισίου εξουσίας» του ρωσικού συστήματος, χωρίς κανένα διακοσμητικό προσωπείο.
Περάσαν οι μέρες που η παρουσίαση του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κόλιν Πάουελ, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ — με τον ψευδή ισχυρισμό ότι το Ιράκ διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής — προκαλούσε ντροπή και έπληττε τη φήμη της Ουάσινγκτον. Μετά από χρόνια ανεμπόδιστων ψευδών εκ μέρους της Ρωσίας σχετικά με το ότι δεν εισέβαλε — ή δεν σχεδίαζε να εισβάλει — στην Ουκρανία, παρά την αδιάσειστη πληθώρα στοιχείων, το γεγονός ότι η ιδέα μιας εθνοκάθαρσης στη Γάζα μπορεί πλέον να περιγράφεται χωρίς ντροπή ως «μετεγκατάσταση» των Παλαιστινίων σε «πολύ ασφαλέστερες και πιο όμορφες κοινότητες» συγκλονίζει τον κόσμο πολύ λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
Οι Αμερικανοί ολιγάρχες έχουν πλέον υιοθετήσει πλήρως τη ρωσική μέθοδο του να είναι «ειλικρινείς» σχετικά με την κατασκευή ψευδών πραγματικοτήτων — και όλα αυτά χωρίς καμία συνέπεια. Αυτή ακριβώς τη δύναμη και την ατιμωρησία ήταν που εξύμνησε ο χαιρετισμός του Μασκ.
Το έγκλημα
Όπως και στη Ρωσία, το πιο σοβαρό έγκλημα αυτής της πολιτικής τεχνολογίας στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι η ελιτίστικη, αντι-διαφωτιστική επίθεση στο άτομο. Οι ολιγαρχικές ελίτ επιδιώκουν να πείσουν τους ανθρώπους για τη νομιμότητα/κανονικότητα οποιασδήποτε εναλλακτικής πραγματικότητας κατασκευάζουν, προκειμένου να διατηρήσουν τον έλεγχο πάνω στον πληθυσμό — εμποδίζοντας έτσι την πορεία του ατόμου προς τον γνήσιο αυτοπροσδιορισμό και πολιτική του υπόσταση.
Μάλιστα, οι Αμερικανοί ολιγάρχες έχουν επιδεινώσει σημαντικά τις επιβλαβείς συνέπειες της ρωσικής μεθόδου με δύο διαφορετικούς αλλά αλληλένδετους τρόπους.
Πρώτον, η κατασκευή πολλαπλών προσομοιώσεων ανύπαρκτων πραγματικοτήτων έχει συμβάλει καθοριστικά στη μετατροπή της πραγματικότητας σε είδος πολυτελείας… Όπως τα πλαστά είδη πολυτελείας (προϊόντα μαϊμούδες) κατασκευάζονται με σχετική ευκολία, έτσι και οι ολιγαρχικές ελίτ μαζί με τους κοινωνικούς μηχανικούς τους κατασκευάζουν ψεύδη με ανάλογη ευκολία. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ίδια η πραγματικότητα μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας – προσιτό μόνο στις ελίτ και απρόσιτο για τους απλούς πολίτες. Αντιθέτως, οι τελευταίοι καλούνται να αποδεχτούν τα αντίγραφα και τα υποκατάστατα του «αυθεντικού προϊόντος» που τους προσφέρονται δωρεάν.
Ειρωνικά, αυτή η μετατροπή της αντικειμενικής πραγματικότητας σε είδος πολυτελείας ενισχύεται από τα σοβαρά/ποιοτικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία τοποθετούν τις έγκυρες, διασταυρωμένες αναλύσεις τους πίσω από συνδρομητικούς τοίχους (paywalls), μετατρέποντας έτσι την πρόσβαση στην καλά τεκμηριωμένη πληροφορία από δημόσιο αγαθό σε προνόμιο.
Δεύτερον, οι κατασκευασμένες πραγματικότητες χρησιμοποιούνται για να ελέγχεται και να περιορίζεται η πρόσβαση στο μέλλον – ένα μέλλον που οι Αμερικανοί ολιγάρχες, και ιδιαίτερα εκείνοι του τεχνολογικού τομέα, ταυτίζουν με την τεχνολογικά υποβοηθούμενη αθανασία ή, τουλάχιστον, με σημαντική επιμήκυνση της ζωής. Σε αντίθεση με το καθεστώς του Κρεμλίνου, δεν απορρίπτουν το μέλλον – αντιθέτως, το αγκαλιάζουν. Όμως, για τους απλούς ανθρώπους επιδιώκουν την παράταση ενός ατελείωτου παρόντος. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από συναισθηματικές χειραγωγήσεις, βασισμένες σε έννοιες όπως η θρησκεία, η φυλή, η οικογένεια κλπ., που υπόσχονται συμβολική αθανασία αλλά ταυτόχρονα παγιδεύουν τους ανθρώπους σε διαρκή ανταγωνισμό – αν όχι και σύγκρουση – με όσους έχουν διαφορετικές πεποιθήσεις, κοινωνικά ιδανικά ή διαφορετική εθνοτική καταγωγή.
Την ίδια στιγμή, όπως και στην περίπτωση της μετατροπής της αντικειμενικής πραγματικότητας σε είδος πολυτελείας, η απτή υπόσχεση της παράτασης της ζωής, των ενισχύσεων μέσω τεχνητής νοημοσύνης και των βιοϊατρικών καινοτομιών παρουσιάζεται ως αποκλειστικό εμπόρευμα – ενισχύοντας την ιδέα ότι μόνο μια εκλεκτή μειοψηφία αξίζει να υπερβεί τα φυσικά όρια της ανθρώπινης ύπαρξης.
Επιπλέον, οι ίδιες ακριβώς τεχνολογίες – και ιδιαίτερα στον τομέα της βιοϊατρικής και των νευροεπιστημών – που σχεδιάζονται για την παράταση της ανθρώπινης ζωής, αναπόφευκτα θα χρησιμοποιηθούν και ως εργαλεία εντονότερου ελέγχου μέσω συστηματικής επιτήρησης και ψυχολογικής κατεύθυνσης των μαζών. Δεν πρόκειται για νεολουδιστικό επιχείρημα, αλλά για αναγνώριση ενός ιστορικού μοτίβου: κάθε μεγάλη τεχνολογία έχει χρησιμοποιηθεί τόσο για τη βελτίωση όσο και για την καταστροφή της ανθρώπινης ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι η πυρίτιδα – που, στις διάφορες μορφές της, έχει προκαλέσει περισσότερους θανάτους από οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη εφεύρεση – ανακαλύφθηκε κατά λάθος από Ταοϊστές αλχημιστές που αναζητούσαν το ελιξίριο της αιώνιας ζωής.
«Δεν είσαι καν ζωντανός»
Το συνδυασμένο αποτέλεσμα της ρωσικής μεθόδου μεταμοντέρνας αυταρχικότητας, ενισχυμένο από τις αμερικανικές ελιτίστικες εκδοχές της, οδηγεί σε έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
Στο τραγούδι “We Appreciate Power”, όπου η πρωταγωνίστρια ορκίζεται πίστη στους “ρομποτικούς κυρίαρχους” της τεχνητής νοημοσύνης, η Καναδή μουσικός Grimes τραγουδά:
«Και αν λαχταράς να μην πεθάνεις ποτέ Μωρό μου, σύνδεσε τον εαυτό σου, ανέβασε το μυαλό σου
Έλα τώρα, δεν είσαι καν ζωντανός
Αν δεν έχεις αποθηκεύσει τον εαυτό σου σε ένα δίσκο»…
Αν, λοιπόν, το να είσαι ζωντανός – το να είσαι ανθρώπινος – σημαίνει να έχεις πρόσβαση στο πολυτελές «προϊόν» της αντικειμενικής πραγματικότητας και σε ένα μέλλον που ορίζεται στενά ως τεχνολογικά υποβοηθούμενη ανθρώπινη ενίσχυση, τότε προκύπτει το εξής: οι απλοί άνθρωποι, που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά αυτή την πρόσβαση, δεν θεωρούνται πλέον πλήρως ανθρώπινοι.
Ο χαιρετισμός του Μασκ είναι, επομένως, σύμβολο για κάτι ακόμη πιο ζοφερό από τον φυλετικό υπερεθνικισμό με τον οποίο συνδέεται συνήθως η συγκεκριμένη χειρονομία. Στο στοχαστικό του άρθρο για τις τρέχουσες εξελίξεις στις ΗΠΑ, ο Τίμοθι Σνάιντερ περιέγραψε τι μπορεί να σημαίνει αυτό το «κάτι πιο ζοφερό»:
«Ο νέος κόσμος που οραματίζονται [οι ολιγάρχες] δεν είναι απλώς αντιαμερικανικός, αλλά αντι-ανθρώπινος. Ο λαός είναι απλώς δεδομένα – μέσα για την επίτευξη του σκοπού της συσσώρευσης πλούτου».
Ο μεταμοντέρνος αυταρχισμός δεν περιορίζεται στην απόρριψη της δημοκρατίας ή στην επίθεση στα ατομικά δικαιώματα. Ανυψώνει τις ολιγαρχικές ελίτ σε ρόλο των μόνων «πραγματικά ανθρώπινων» όντων, ενώ υποβιβάζει τους απλούς ανθρώπους σε μια σχεδόν υπανθρώπινη κατάσταση, όπου η αξία και η λειτουργία τους δύσκολα διακρίνονται από εκείνες των άψυχων μονάδων μιας οικονομικής μηχανής. Το σύστημα αυτό προσφέρει στις συγκεκριμένες ελίτ αποκλειστική πρόσβαση στην πραγματικότητα και στο μέλλον, ενώ οι μάζες παγιδεύονται σε ένα ατέρμονο παρόν – ή και παρελθόν – τροφοδοτούμενο από προσομοιώσεις κατασκευασμένων πραγματικοτήτων.
Η χάραξη ενός καλύτερου μέλλοντος προϋποθέτει την ανάκτηση της πρόσβασης στην αντικειμενική πραγματικότητα ως αναφαίρετο δικαίωμα όλων. Αν οι ολιγαρχικές ελίτ καταφέρουν να μετατρέψουν την πραγματικότητα σε είδος πολυτελείας και να επαναπροσδιορίσουν την έννοια του ανθρώπου με βάση τα δικά τους μέτρα, τότε θα έχουν καταλάβει το μέλλον – αφήνοντας όλους τους υπόλοιπους ανίκανους να διεκδικήσουν τη θέση τους μέσα σε αυτό.