author-image-116 Ομάδα του Ορθού Λόγου
author-image-372 Νικόλαος Παναγιωτόπουλος

Συντακτική Ομάδα

atc-portal

atc-portal

Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η υπερπληροφόρηση, η παραπληροφόρηση και η βαθιά πόλωση, η ύπαρξη κριτικής σκέψης καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ. Οι κοινωνίες μας βρίθουν από απόψεις, πεποιθήσεις, «ειδήσεις» και αφηγήσεις που διεκδικούν την προσοχή και την αποδοχή μας. Μέσα σ’ αυτό το χαοτικό περιβάλλον, η ικανότητα να σκεφτόμαστε καθαρά, να αξιολογούμε αποδείξεις και να αμφισβητούμε τις «έτοιμες αλήθειες», είναι απαραίτητη.
Η κριτική σκέψη θεωρείται θεμελιώδης για τη δημοκρατία, την επιστήμη και την κοινωνική πρόοδο. Είναι το εργαλείο που μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε το ουσιώδες από το επιφανειακό, το τεκμηριωμένο από το αυθαίρετο. Δεν είναι μόνο μια δεξιότητα του νου· είναι μια στάση ζωής απέναντι στην πραγματικότητα, απέναντι στους άλλους και – κυρίως – απέναντι στον εαυτό μας. Και το θετικό είναι πως η κριτική σκέψη είναι “διδακτή”, καθώς υπάρχουν τεχνικές, μεθοδολογίες και ασκήσεις, μέσω των οποίων μπορούμε να  εκπαιδεύσουμε το μυαλό να διακρίνει το λογικό από το παραπλανητικό, το έγκυρο από το αβάσιμο. Όμως, αυτό δεν αρκεί. Γιατί, ακόμα και όταν κάποιος κατέχει την ικανότητα να σκέφτεται κριτικά, πολύ συχνά δεν τη χρησιμοποιεί, γεγονός το οποίο οφείλεται στην έλλειψη θάρρους προκειμένου να την εφαρμόσει και στην πράξη, ώστε να αμφισβητήσει, να διαφωνήσει, να δράσει, να σταθεί μόνος – αν χρειαστεί – απέναντι ακόμα και στο ρεύμα…

Το πρόβλημα, λοιπόν, που ανακύπτει είναι διττό: Από τη μία, η κριτική σκέψη δεν καλλιεργείται συστηματικά ούτε από τα εκπαιδευτικά συστήματα ούτε από τα μέσα ενημέρωσης, ως όφειλε… Και, από την άλλη, ακόμα και όταν καλλιεργείται, δύσκολα ενεργοποιείται, χωρίς το απαραίτητο ψυχικό σθένος.
Εξετάζουμε παρακάτω και τις δύο όψεις αυτού του προβλήματος: γιατί η κριτική σκέψη δεν διδάσκεται όσο θα έπρεπε, γιατί δεν εφαρμόζεται όσο θα μπορούσε, καθώς και πώς μπορούμε να ενισχύσουμε τόσο την ικανότητα όσο και το θάρρος να τη χρησιμοποιούμε.

Ανεπαρκής εκπαίδευση

-Αποστήθιση αντί της σκέψης
Η εκπαίδευση θα έπρεπε να είναι το πρώτο πεδίο στο οποίο καλλιεργείται η κριτική σκέψη. Όμως, στην πραγματικότητα, τα περισσότερα εκπαιδευτικά συστήματα παγκοσμίως εξακολουθούν να ευνοούν τη συμμόρφωση και την στείρα αποστήθιση αντί για τον στοχασμό και την δημιουργική αμφισβήτηση.
Ο μαθητής εκπαιδεύεται με βασικό στόχο να βρει τη «σωστή απάντηση» και όχι να αναρωτηθεί αν η ερώτηση γεννά αληθινό προβληματισμό, αν ανοίγει τον νου ή τον περιορίζει, ή αν η απάντηση που δίνεται είναι πράγματι επαρκής. Η απόκλιση αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα, ενώ η πρωτοτυπία συχνά προκαλεί αμηχανία ή και καχυποψία.
Η απουσία ουσιαστικής ενασχόλησης με μαθήματα όπως η φιλοσοφία, η λογική ή η διαλεκτική δεν είναι τυχαία: πρόκειται για γνωστικά πεδία που ενθαρρύνουν την κρίση και τον διάλογο σε αντίθεση με τη μηχανική αναπαραγωγή γνώσεων. Όταν η εκπαίδευση περιορίζεται σε αναμετάδοση και συμμόρφωση, η σκέψη δεν ακονίζεται. αδρανοποιείται.
Η κριτική σκέψη δεν απορρίπτεται ευθέως – απλώς, δεν καλλιεργείται ποτέ. Και όταν κάποιος δεν μαθαίνει πώς να αμφισβητεί, πώς να διασταυρώνει, πώς να υποστηρίζει με επιχειρήματα, δύσκολα θα το κάνει στην ενήλικη ζωή του. Κατά συνέπεια, οι μαθητές σταδιακά αδρανοποιούνται σε διανοητικό και πνευματικό επίπεδο, γεγονός που, αφενός, υποβιβάζει την πνευματική τους αξία και, αφετέρου, συμβάλλει στη μετατροπή τους σε άβουλα μέσα αναπαραγωγής αντιλήψεων και ιδεών.

-Μέσα ενημέρωσης και κατευθυνόμενη πληροφόρηση

Ο δεύτερος μεγάλος δίαυλος κοινωνικοποίησης – τα ΜΜΕ – δεν αποκαθιστά το κενό της εκπαίδευσης. Το αντίθετο. Συχνά, ενισχύει μια επιφανειακή και κατευθυνόμενη πρόσληψη της πραγματικότητας, μέσα από αφηγήσεις που απλουστεύουν, δραματοποιούν και, τελικά, χειραγωγούν.

Η εποχή της άμεσης ενημέρωσης και των “social media” έχει δημιουργήσει ένα τοπίο στο οποίο ο θόρυβος υπερισχύει του νοήματος. Ο χρήστης, κατά κύριο λόγο, εκτίθεται σε περιεχόμενο που ενισχύει τις ήδη υπάρχουσες απόψεις και πεποιθήσεις του. Έτσι, καταλήγει στους περιβόητους «θαλάμους ηχούς» (echo chambers), σε σημεία, δηλαδή, όπου συγκεντρώνονται ομοϊδεάτες που ανταλλάσσουν κοινές απόψεις και ιδέες κατ’ επανάληψη. Αυτό, με τη σειρά του, είναι κάτι που μπορεί να οδηγήσει βαθμιαία στην ανάπτυξη αισθημάτων αδιαλλαξίας και μισαλλοδοξίας, καθώς η διαφορετική άποψη εκλαμβάνεται ως εχθρική ή, ακόμη, και ως επικίνδυνη. Επιπρόσθετα, η περιθωριοποίηση της κριτικής σκέψης φέρνει στην επιφάνεια την επιβολή της συναισθηματικής σκέψης. Διαδικτυακές πλατφόρμες, όπως το X (πρώην Twitter) και το Facebook, στις οποίες υπάρχει η δυνατότητα έκφρασης της αρέσκειας και της δυσαρέσκειας των κάθε λογής δημοσιεύσεων μέσω των likes και των dislikes, των shares και των comments, τροφοδοτούν τα πάθη και τις ποικίλες εκδηλώσεις του θυμικού, μια και οι άνθρωποι συνηθίζουν, ουσιαστικά,  να εκτιμούν περισσότερο με βάση τις συναισθηματικές τους εξάρσεις παρά με βάση τη λογική και αντικειμενική επιχειρηματολογία. Επομένως, αντί να καλλιεργείται η δεξιότητα της αξιολόγησης της πληροφορίας, προάγεται η αυτόματη αποδοχή ή απόρριψη, με κριτήριο τη συναισθηματική ταύτιση και προκατάληψη. Η κριτική σκέψη δεν είναι δημοφιλής στα timelines – η ταχύτητα και η οργή είναι.

-Δομές που αποθαρρύνουν την αμφισβήτηση
Τέλος, και όχι λιγότερο σημαντικό, το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτυσσόμαστε δεν ευνοεί την ύπαρξη εκπαιδευτικών διαδικασιών με στόχο την εκμάθηση της αμφισβήτησης ως μηχανισμού απόκτησης γνώσης. Με άλλα λόγια, το άτομο δεν μαθαίνει να αμφισβητεί την εξουσία, τις παραδεδεγμένες αλήθειες, την πλειοψηφία ή την μειοψηφία. Αντ’ αυτού, η «αυθεντία» παρουσιάζεται ως η μόνη αδιαμφισβήτητη αρχή: είτε είναι ο δάσκαλος, ο πολιτικός, ο ειδικός, ο ιερέας ή, ακόμα, και η ίδια η «κοινή γνώμη».
Το γεγονός αυτό οφείλεται στη συχνή αντιμετώπιση εν γένει της αμφισβήτησης ως απειλής ή εκτροπής και όχι ως πραγματικής συνιστώσας του δημοκρατικού καθεστώτος. Συνεπώς, σε τέτοια περιβάλλοντα, το άτομο μπορεί να νιώσει πως ο λόγος του φιμώνεται, πως οι απόψεις του υφίσταται λογοκρισία, πως το να σκεφτεί ή να εκφραστεί διαφορετικά από τη μάζα είναι εγχείρημα απειλητικό και επικίνδυνο. Η κριτική σκέψη δεν ευδοκιμεί εκεί που η σιωπή επιβραβεύεται και η αμφιβολία στιγματίζεται. Και χωρίς ελεύθερη σκέψη, καμία ελευθερία δεν είναι πραγματικά κατοχυρωμένη.
Αν ένας τέτοιος τρόπος σκέψης δεν καλλιεργηθεί από μικρή ηλικία, δύσκολα θα γίνει εργαλείο μετέπειτα στην καθημερινή ζωή…

Απαιτείται θάρρος

Το να γνωρίζει κανείς πώς να σκέφτεται κριτικά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα το κάνει. Η εφαρμογή της κριτικής σκέψης στην πράξη συχνά συναντά εμπόδια που δεν σχετίζονται με την ικανότητα, αλλά με τη βούληση και την εσωτερική δύναμη να διαφοροποιηθεί κανείς από το ρεύμα. Η κοινωνική πίεση, ο φόβος της απόρριψης, η ανάγκη αποδοχής, το ενδεχόμενο προσωπικού κόστους και η δύναμη της συνήθειας λειτουργούν ως αποτρεπτικοί μηχανισμοί. Για να μπορέσει κανείς να ασκήσει ελεύθερα τη σκέψη του, δεν αρκεί να έχει τα κατάλληλα εργαλεία· χρειάζεται και την ψυχική αντοχή να τα χρησιμοποιήσει.

-Κοινωνική πίεση και συμμόρφωση
Η «κοινή γνώμη», ως δύναμη πλειοψηφική, συχνά, λειτουργεί ως άτυπη αυθεντία. Όσοι συμμορφώνονται με αυτή γίνονται πιο εύκολα αποδεκτοί στο κοινωνικό σύνολο, ενώ όσοι παρεκκλίνουν κινδυνεύουν να στιγματιστούν, να περιθωριοποιηθούν ή να αποκλειστούν. Η επιθυμία του ανήκειν, η ανάγκη αποδοχής και ο φόβος της απόρριψης οδηγούν πολλούς στο να σιωπούν, ακόμα κι όταν διαφωνούν. Έτσι, διαμορφώνεται μια κοινωνία ομοιομορφίας, όπου το διαφορετικό θεωρείται απειλή.

Τη δύναμη αυτής της πίεσης ανέδειξε, ήδη, από τη δεκαετία του 1950 ο ψυχολόγος Solomon Asch, μέσω των περίφημων πειραμάτων του για τη συμμόρφωση (“Asch Conformity Experiments”). Όπως έδειξε, οι άνθρωποι συχνά προτιμούν να συμφωνήσουν με το πλήθος, ακόμα κι όταν γνωρίζουν ότι το πλήθος έχει άδικο.

Σε τέτοιες συνθήκες, η αμφισβήτηση δεν είναι απλώς δύσκολη – είναι και επικίνδυνη. Η πίεση του κυρίαρχου λόγου μπορεί να συνθλίψει κάθε απόπειρα ανεξάρτητης σκέψης. Και, ίσως πιο ανησυχητικό: πολλοί επιλέγουν να εθελοτυφλούν μπροστά σε πραγματικούς κινδύνους, μόνο και μόνο για να μη διαφοροποιηθούν.

-Ο φόβος των συνεπειών
Η άσκηση κριτικής σκέψης προϋποθέτει, πέρα από αυτοέλεγχο και λογική, και την επίγνωση του κινδύνου. Ο δημόσιος αντίλογος μπορεί να έχει κοινωνικές, επαγγελματικές, ακόμη και νομικές συνέπειες. Όσοι δεν επιθυμούν να διακινδυνεύσουν την ασφάλεια ή τα προνόμιά τους, συχνά επιλέγουν να παραμείνουν «ουδέτεροι»· δηλαδή συμμορφωμένοι με τα αποδεκτά. Έτσι, ακόμη και όσοι αντιλαμβάνονται ότι ορισμένες κυρίαρχες θέσεις – είτε προέρχονται από πλειοψηφίες είτε από μειοψηφικά ρεύματα – είναι προβληματικές, σπανίως τολμούν φανερά να τις αμφισβητήσουν. Επιλέγουν τη σιωπή ή τη συμβατική συναίνεση.

Σε αυταρχικά καθεστώτα, η τιμωρία των διαφωνούντων ενισχύει την αυτολογοκρισία. Όμως, ακόμη και σε δημοκρατικές κοινωνίες, η απόκλιση από το «ρεύμα» μπορεί να οδηγήσει σε στοχοποίηση — όχι με θεσμικά μέσα, αλλά μέσα από κοινωνική απαξίωση, διαδικτυακή επίθεση ή δημόσιο διασυρμό. Παραδείγματα όπως η cancel culture ή ο υπερβάλλων ζήλος που συνοδεύει συχνά το λεγόμενο woke κίνημα αναδεικνύουν ότι ακόμη και όταν τα κίνητρα είναι «δικαιωματικά ή προοδευτικά», η πίεση για απόλυτη συμμόρφωση μπορεί να καταστεί ασφυκτική.
Όταν ο διάλογος υποκαθίσταται από την απαίτηση για πλήρη συμφωνία, η κριτική σκέψη εκλείπει υπό τον φόβο της «ακύρωσης». Γι’ αυτό και η άσκησή της έχει κόστος — και πολλοί δεν είναι πρόθυμοι να το πληρώσουν.

-Η «γνωστική τεμπελιά»
Πέρα από τους εξωτερικούς φραγμούς, υπάρχει και ένας εσωτερικός: η πνευματική αδράνεια. Η κριτική σκέψη είναι μια ενεργητική, σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία. Απαιτεί συμμετοχή, προσπάθεια και συνεχή αμφισβήτηση – όχι μόνο του κόσμου, αλλά και του ίδιου του εαυτού μας. Όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι, κουρασμένοι ή βολεμένοι, επιλέγουν την ευκολία των έτοιμων απαντήσεων και των επαναλαμβανόμενων αφηγημάτων. Αντί να εμβαθύνουν, αναπαράγουν. Αντί να επεξεργάζονται, καταναλώνουν… Όσο η πληροφορία παρέχεται αφιλτράριστα και αδιάκριτα, ο δέκτης κινδυνεύει να μετατραπεί σε παθητικό δοχείο αναπαραγωγής γνώσεων και απόψεων. Η σκέψη παραχωρεί τη θέση της στη συνήθεια και η κρίση υποχωρεί μπροστά στην άνεση.

-Η κριτική σκέψη δεν είναι δημαγωγία
Σημαντικό είναι, τέλος, να διαχωρίσουμε την αυθεντική κριτική σκέψη από τη ρητορική του λαϊκισμού ή του αυταρχισμού. Το να αμφισβητεί κάποιος το κατεστημένο δεν τον καθιστά αυτόματα κριτικά σκεπτόμενο.

Οι δημαγωγοί συχνά εμφανίζονται ως αντισυστημικοί, υπερασπιστές των «απλών ανθρώπων», εχθροί των «ελίτ». Στην πραγματικότητα, δεν προωθούν τον διάλογο και την ελεύθερη σκέψη, αλλά επιδιώκουν την επιβολή μιας νέας αυθεντίας, με διαφορετική απόχρωση… Χρησιμοποιούν συναισθηματική χειραγώγηση, όχι λογικά επιχειρήματα. Κάνουν επικλήσεις στο συναίσθημα και στο ήθος, όχι στην ανάλυση και στον στοχασμό. Επενδύουν σε θεωρίες συνωμοσίας και ενισχύουν τις συναισθηματικές αντιδράσεις, όχι τη νηφάλια κρίση.

Ο κριτικά σκεπτόμενος άνθρωπος είναι πρόθυμος να αναθεωρήσει, όταν του παρουσιαστούν επαρκή και πειστικά δεδομένα. Αντίθετα, ο ιδεοληπτικός – είτε πρόκειται για τον ίδιο τον δημαγωγό ή λαϊκιστή είτε για φανατικό ακόλουθο – εμμένει στη δική του «αλήθεια» απορρίπτοντας κάθε αντίθετη άποψη, όχι με λογικά επιχειρήματα αλλά με προκατάληψη, απαξίωση ή επίθεση. Δεν τον ενδιαφέρει ο διάλογος, αλλά η διατήρηση της βεβαιότητάς του…
Η γνήσια κριτική σκέψη δεν επιδιώκει να αντικαταστήσει ένα δόγμα με ένα άλλο, αλλά να σκεφτεί κανείς πέρα από δόγματα. Δεν επιδιώκει να επιβληθεί, αλλά να κατανοήσει. Δεν υποτάσσεται στο πλήθος, ούτε εξουσιάζει το πλήθος – του απευθύνεται.

Πιθανές Λύσεις

Αν στόχος μας είναι η συγκρότηση προσωπικοτήτων που σκέφτονται ελεύθερα και εκφράζονται υπεύθυνα, δεν αρκεί να αναδεικνύουμε θεωρητικά τη σημασία της κριτικής σκέψης. Χρειάζεται να αναλάβουμε δράση, να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες που θα επιτρέψουν όχι μόνο την καλλιέργεια της ικανότητας αυτής, αλλά και την ουσιαστική, πρακτική της εφαρμογή. Το διπλό πρόβλημα, της απουσίας διδασκαλίας και της απροθυμίας χρήσης της κριτικής σκέψης, απαιτεί παρεμβάσεις σε πολλαπλά επίπεδα.

Μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης
Η κριτική σκέψη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια ή δεξιότητα για «λίγους και εκλεκτούς». Πρέπει να αναδειχθεί σε βασικό πυλώνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, από τη βασική παιδεία έως την ανώτατη εκπαίδευση.
Η εισαγωγή μαθημάτων όπως φιλοσοφία, λογική, ρητορική και επιχειρηματολογία, ως αναπόσπαστο μέρος του διδακτικού κορμού, μπορεί να συμβάλει στην καλλιέργεια στοχαστικών δεξιοτήτων. Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να ενθαρρύνουν τους μαθητές να εκφράζουν σκέψεις και απόψεις που ξεφεύγουν από τη νόρμα, δίχως φόβο απόρριψης ή βαθμολογικής τιμωρίας. Η δημιουργική αμφιβολία και η καλλιέργεια ερωτημάτων είναι βασικά στοιχεία της μαθησιακής διαδικασίας και θεμέλια της κριτικής σκέψης.

Ανεξάρτητη και κριτική πρόσληψη της πληροφορίας
Η πρόσβαση σε ποιοτική και αξιόπιστη πληροφόρηση είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί. Αν ο πολίτης παραμένει παθητικός, ακόμη και η πιο έγκυρη πληροφορία παραμένει ανενεργή. Γι’ αυτό, είναι κρίσιμη η ύπαρξη ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και η ενίσχυση του γραμματισμού στα μέσα από νεαρή ηλικία.
Απαιτείται η στήριξη της ανεξάρτητης και εποικοδομητικής δημοσιογραφίας, καθώς και η ανάπτυξη προγραμμάτων «media literacy» στα σχολεία, ώστε οι νέοι να μάθουν να διακρίνουν ανάμεσα σε τεκμηριωμένη γνώση και παραπληροφόρηση. Παράλληλα, οι πολίτες πρέπει να εκπαιδεύονται στην αναγνώριση τεχνικών χειραγώγησης — όπως τα clickbaits, τα echo chambers, η confirmation bias και η πολιτική προπαγάνδα.
Η εποχή της πληροφορίας μάς καλεί να συμμετάσχουμε ενεργά στον δημόσιο διάλογο. Η ενίσχυση της κουλτούρας πολυφωνίας και του ανοιχτού διαλόγου, τόσο στα μέσα ενημέρωσης όσο και στα κοινωνικά δίκτυα, είναι θεμέλιος λίθος μιας κοινωνίας που θέλει να σκέφτεται – και να προοδεύει.

Ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας και της δημοκρατικής κουλτούρας
Η κριτική σκέψη δεν είναι μόνο γνωσιακή λειτουργία· είναι πράξη ψυχικού σθένους. Απαιτεί εσωτερική δύναμη τόσο για να σκεφτεί κανείς ανεξάρτητα όσο και για να εκφράσει δημόσια μια διαφορετική άποψη. Πολλοί, υπό το βάρος πιθανών συνεπειών, επιλέγουν τη σιωπή. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο να καλλιεργήσουμε την αυτοπεποίθηση, την ενσυναίσθηση, την αποδοχή της αβεβαιότητας και τη δυνατότητα συνύπαρξης με αντίθετες απόψεις. Το σχολείο μπορεί να διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο, με την υποστήριξη κατάλληλα καταρτισμένων εκπαιδευτικών, που θα βοηθήσουν τους μαθητές να μάθουν να ακούν, να εκφράζονται και να διαφωνούν με σεβασμό. Η κανονικοποίηση της διαφωνίας ως αναγκαίου στοιχείου του διαλόγου αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής κουλτούρας – και αναγκαία προϋπόθεση για τη γνήσια κριτική σκέψη.

Ανάδειξη αυθεντικών προτύπων
Η ιστορία είναι γεμάτη από ανθρώπους που δεν αρκέστηκαν στο να σκέφτονται διαφορετικά, αλλά τόλμησαν να το εκφράσουν – και να το ζήσουν. Από τον Σωκράτη και τον Γαλιλαίο, μέχρι τον Γκάντι, τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ και τον Μαντέλα, τη Ρόζα Παρκς και τη Μαλάλα, πρόκειται για προσωπικότητες που εφάρμοσαν την κριτική σκέψη και την έκφρασή της με συνέπεια και θάρρος, συχνά με μεγάλο προσωπικό κόστος.
Αυτά τα πρότυπα δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως εξαιρέσεις, αλλά ως υπενθύμιση ότι η κριτική σκέψη είναι στάση ζωής. Όχι για να ηγηθείς ή να επιβληθείς, αλλά για να συμβάλεις σε μια κοινωνία πιο ελεύθερη, πιο ανοιχτή και πιο δίκαιη. Αυτές οι μορφές μάς δείχνουν πως το να σκέφτεσαι διαφορετικά δεν είναι πολυτέλεια, αλλά πράξη ευθύνης.

Και τώρα τι;

Όλα όσα προηγήθηκαν δεν έχουν πραγματική αξία, αν μείνουν μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Η κριτική σκέψη δεν είναι αφηρημένο ιδανικό για βιβλία ή συνέδρια· είναι καθημερινή πράξη. Συμβαίνει – ή δεν συμβαίνει – κάθε φορά που ακούμε, που μιλάμε, που επιλέγουμε.
Ναι, το σχολείο, τα μέσα, οι θεσμοί, έχουν τον ρόλο τους. Αλλά η ευθύνη να σκεφτόμαστε κριτικά δεν μεταβιβάζεται. Είναι δική μας. Εμείς αποφασίζουμε αν θα αρκεστούμε στο «έτσι είναι» ή αν θα ρωτήσουμε «γιατί». Αν θα αναζητήσουμε τεκμήρια ή θα αρκεστούμε στην άποψη του πλήθους. Αν θα σκεφτούμε μόνοι μας ή θα συνεχίσουμε να αφήνουμε άλλους να σκέφτονται για μας.

Δεν χρειάζεται να φωνάζουμε για να στοχαζόμαστε ελεύθερα. Ούτε να συμφωνούμε για να έχουμε φωνή. Η κριτική σκέψη δεν είναι για τους τέλειους – είναι για τους πρόθυμους. Δεν ανήκει μόνο στους ειδικούς, αλλά σε κάθε άνθρωπο.

Ίσως, τελικά, η πιο γενναία επανάσταση σήμερα δεν είναι να διαφωνείς – αλλά να στοχαστείς. Να σκεφτείς μόνος σου. Και να βρεις το θάρρος να το πεις. Και να το κάνεις…!

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε εποικοδομητικά στα άρθρα μας.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση του άρθρου πατώντας εδώ, αλλά...

... είναι μόνο χάρη των μελών/συνδρομητών που μας στηρίζουν που μπορούμε να έχουμε άρθρα.

Εάν μια εποικοδομητική δημοσιογραφία, που δεν εξαρτάται από διαφημίσεις, είναι κάτι που θέλετε να υποστηρίξετε γίνετε μέλος σήμερα.

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 61

Μάρτιος 2025

Μετάβαση στο περιεχόμενο