Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, πόλωση και ηθική σύγχυση, είναι ακόμη δυνατό να μιλάμε για οικουμενικές αξίες χωρίς να μας απορρίπτουν ως αφελείς – ή, ακόμα χειρότερα, ως καταπιεστικούς; Η Susan Neiman πιστεύει όχι μόνο ότι μπορούμε, αλλά και ότι οφείλουμε να το κάνουμε. Σε αυτή την ευρεία συζήτηση, προβληματίζεται πάνω στις στρεβλώσεις της σύγχρονης πολιτικής ταυτότητας, την εξασθενημένη συνοχή ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, και εξηγεί γιατί ο Διαφωτισμός εξακολουθεί να προσφέρει επείγοντα μαθήματα για τη σημερινή εποχή. Με σαφήνεια, θάρρος και πεποίθηση, η Neiman διατυπώνει ένα πειστικό επιχείρημα υπέρ της ανάκτησης της ηθικής σοβαρότητας σε μία δυσαρμονική εποχή.

Η Susan Neiman είναι μια φιλόσοφος που δεν εγκατέλειψε ποτέ τον Διαφωτισμό – και δεν έπαψε να πιστεύει ότι η λογική, η δικαιοσύνη και η ηθική διαύγεια εξακολουθούν να έχουν σημασία. Γεννημένη στην Ατλάντα των ΗΠΑ, μεγαλωμένη στον απόηχο του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα, και πλέον εγκατεστημένη στο Βερολίνο ως διευθύντρια του Φόρουμ Αϊνστάιν, η Neiman εξετάζει εδώ και δεκαετίες τις ηθικές και πολιτικές προκλήσεις της εποχής μας μέσα από έναν αυστηρό – αλλά πάντα ελπιδοφόρο – φακό.
Το πρόσφατο βιβλίο της, “Left Is Not Woke”, προκάλεσε συζητήσεις (και αντιπαραθέσεις) και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, καλώντας τους «προοδευτικούς» να επιστρέψουν σε θεμελιώδεις αξίες όπως η οικουμενικότητα, η αξιοπρέπεια και η αλληλεγγύη.
Συζητάμε, λοιπόν, με τη Δρ. Neiman για την αυξανόμενη ασυμφωνία της εποχής μας, τις στρεβλώσεις των σύγχρονων ταυτοτικών πολιτικών και το τι απομένει να περιμένουμε από τον κόσμο – μέσα σε ένα κατακερματισμένο παρόν και ένα αβέβαιο μέλλον.
Ορθός Λόγος: Δρ. Neiman, ζούμε σε μια εποχή αυξανόμενης δυσαρμονίας – πολέμων, κλιματικής ανησυχίας, κοινωνικού κατακερματισμού, ηθικής σύγχυσης. Κατά την άποψή σας, ένας «αρμονικός κόσμος» είναι σήμερα μια αφελής φαντασίωση ή μια πιθανότητα που αξίζει να επιδιώξουμε; Πώς ερμηνεύετε φιλοσοφικά την κατάσταση του κόσμου το 2025;
Susan Neiman: Δεν είμαι σίγουρη αν πρόκειται για φιλοσοφική ερμηνεία ή όχι. Η εκπαίδευσή μου είναι στη φιλοσοφία, αλλά νομίζω ότι κάθε σκεπτόμενος πολίτης θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα: διανύουμε μια εποχή τεράστιου κινδύνου για ολόκληρο τον κόσμο. Και φοβάμαι ότι η χώρα στην οποία γεννήθηκα είναι αυτή τη στιγμή ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου.
Χαιρετίζω κάθε προσπάθεια, από οποιαδήποτε χώρα, να αντισταθεί σε ό,τι συμβαίνει. Αν και γεννήθηκα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ζω στη Γερμανία εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια και δεν χρησιμοποιώ τη λέξη «φασίστας» ελαφρά τη καρδία. Όμως, βλέπουμε μια επανεμφάνιση του φασισμού – πιο γρήγορη, πιο ύπουλη, και σε πολλές περιπτώσεις πιο ολέθρια. Όσα μάθαμε για τον φασισμό τα τελευταία 80 χρόνια φαίνονται πια πολύ διαφορετικά σε σύγκριση με όσα ζούμε σήμερα.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιχείρησε να εκφοβίσει άλλες χώρες ώστε να υποκύψουν στη θέλησή της και, φυσικά, προσπάθησε να καταστείλει κάθε εσωτερική κριτική. Αλλά δεν υπήρξε αρκετή αντίσταση. Πιστεύω πως οι Αμερικανοί δεν ήταν προετοιμασμένοι για ό,τι ερχόταν.
Φοβόμασταν το ενδεχόμενο μιας δεύτερης διακυβέρνησης Τραμπ, αλλά δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό από την πρώτη του θητεία. Τώρα, όμως, εκείνος και οι άνθρωποι γύρω του ξέρουν τι τους σταμάτησε την προηγούμενη φορά – ιδίως ο στρατός, που λειτούργησε ως ανεξάρτητη δύναμη με δικό του ήθος. Ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, ίσως, να μην ήταν ποτέ στο τραπέζι, αλλά πολλοί άλλοι θεσμικοί φραγμοί έχουν πλέον εκλείψει. Μόνο κάποια δικαστήρια φαίνεται να διατηρούν μια στοιχειώδη ανεξαρτησία.
Αρχίζω να σκέφτομαι ότι αυτό που χρειαζόμαστε, τώρα, είναι να μάθουμε από ανθρώπους που έζησαν κάτω από στρατιωτικές δικτατορίες, πραξικοπήματα ή αυταρχικά καθεστώτα – και κατάφεραν, λίγο πολύ, να τα ξεπεράσουν.
Πέρασα, σχεδόν, ολόκληρο τον Φεβρουάριο στη Νότια Αφρική. Ήταν μια εμπειρία συγκινητική και ενθαρρυντική. Δεν είναι τυχαίο που ο Τραμπ την έχει βάλει στο στόχαστρο· γιατί εκεί εξακολουθούν να υπάρχουν ελπίδες για την πραγμάτωση μιας δημοκρατικής επανάστασης που επιτεύχθηκε κόντρα σε κάθε πρόβλεψη.
Έτσι, βλέπω τον κόσμο το 2025. Δεν είμαι σίγουρη αν αυτή είναι φιλοσοφική ανάλυση – στην πραγματικότητα, μάλλον δεν είναι. Αλλά αρχίζω να σκέφτομαι πως ίσως η φιλοσοφία δεν είναι αυτό για το οποίο πρέπει να ανησυχούμε περισσότερο αυτή τη στιγμή.
Αυτό που χρειάζεται να ξανασκεφτούμε είναι το θάρρος. Πώς το αποκαθιστούμε – και πώς το καλλιεργούμε ώστε να μπορούμε να στεκόμαστε όρθιοι όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.
O.Λ: Νιώθετε πιο αισιόδοξη ή πιο απαισιόδοξη για το μέλλον των κοινωνιών μας; Πού βρίσκετε προσωπικά κίνητρα για ελπίδα – ή για προσοχή;
S.N: Πρώτα απ’ όλα, διαχωρίζω την ελπίδα από την αισιοδοξία. Δεν είμαι αισιόδοξη – αλλά, ούτε και απαισιόδοξη. Και οι δύο έννοιες, αισιοδοξία και απαισιοδοξία, είναι δηλώσεις για το πώς θα είναι ο κόσμος. Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε τέτοιες δηλώσεις, γιατί εξαρτώνται από την ανθρώπινη ελευθερία. Εξαρτώνται από εμάς.
Ελπίζω με βάση το γεγονός ότι – όπως έλεγε και ο Καντ, και όπως το επανέλαβε ο Νόαμ Τσόμσκι – η ελπίδα δεν είναι συναίσθημα. Είναι ηθική υποχρέωση.
Αν χάσουμε την ελπίδα, τότε πραγματικά ο κόσμος θα καταρρεύσει. Δεν ξυπνάω κάθε πρωί νιώθοντας ούτε αισιοδοξία ούτε απαισιοδοξία. Αλλά τις περισσότερες μέρες υπενθυμίζω στον εαυτό μου πως υπάρχει δουλειά που πρέπει να γίνει – ακόμα κι αν δεν κάνω όση θα έπρεπε. Εν μέρει αυτό συμβαίνει γιατί δεν είναι πάντα ξεκάθαρο ποια ακριβώς βήματα πρέπει να κάνει κανείς. Συμμετέχω σε κάποια πολιτικά εγχειρήματα, αλλά ως Αμερικανίδα μετανάστρια που ζει στο εξωτερικό, δεν είναι εύκολο να έχω πραγματικό αντίκτυπο σε ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ.
Αυτό που μου δίνει ελπίδα είναι η πεποίθηση ότι είναι καθήκον μου να ελπίζω. Και ίσως –ως ένα βαθμό – είναι και το γεγονός ότι έχω τρία παιδιά. Όλα είναι πια ενήλικες, αλλά όταν φέρνεις παιδιά στον κόσμο, δεν μπορείς να «νίπτεις τας χείρας». Πρέπει, με κάποιον τρόπο, να αναλάβεις δέσμευση. Να κάνεις ό,τι μπορείς για να κάνεις τον κόσμο πιο κατοικήσιμο για εκείνα.
Ο.Λ: Στο έργο σας διερευνάτε πώς οι κοινωνίες μπορούν να συμβιβαστούν με το ιστορικό κακό. Πιστεύετε ότι η συλλογική μνήμη μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο για τη δημιουργία βαθύτερης αρμονίας – ή γίνεται, συχνά, ένα ακόμη πεδίο μάχης ταυτότητας και διχασμού;
S.N: Όταν έγραψα το “Learning from the Germans” – το οποίο έγινε ένα από τα πιο επιτυχημένα βιβλία μου σε αρκετές χώρες – πίστευα πραγματικά ότι θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως εργαλείο για τη δημιουργία περισσότερης αρμονίας. Όμως, τα γεγονότα στη Γερμανία, ιδίως την τελευταία πενταετία, είναι εξαιρετικά ανησυχητικά.
Από τότε που εκδόθηκε το βιβλίο, έχω γράψει περισσότερα πάνω στο θέμα. Αν σας ενδιαφέρει, μπορείτε να βρείτε σχετικά κείμενα στον ιστότοπό μου, ανάμεσά τους κι ένα άρθρο στη New York Review of Books με τίτλο “Historical Reckoning Gone Haywire”, στο οποίο συζητώ τι πήγε στραβά – τόσο στη Γερμανία όσο και με τους κινδύνους που βλέπω να διαφαίνονται στις ΗΠΑ.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα με την έννοια του «ιστορικού απολογισμού» είναι η τάση να ταξινομούνται οι άνθρωποι σε θύματα ή ήρωες. Νομίζω πως αυτή η διχοτόμηση είναι ένα σοβαρό λάθος. Βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η θυματοποίηση έχει αναχθεί σε κεντρικό άξονα της ιστορικής αφήγησης – και αυτό ακριβώς είναι το θέμα του επόμενου βιβλίου μου.
Από μια άποψη, αυτή η στροφή είναι πρόοδος: για πολύ καιρό, τα θύματα αγνοούνταν πλήρως, και η ιστορία γραφόταν αποκλειστικά από την οπτική των νικητών. Όμως τώρα, η θυματοποίηση – αν και δεν είναι προσωπική επιλογή, αλλά αποτέλεσμα των πράξεων των άλλων – έχει μετατραπεί σε βασικό μέτρο για την ιστορική αναγνώριση. Και όσο αναγκαία κι αν ήταν η αναγνώριση των θυμάτων, αυτή η στροφή έχει πάρει μια ανησυχητική τροπή.
Δεν χρειάζεται παρά να δούμε δύο από τις πιο ισχυρές προσωπικότητες στον κόσμο σήμερα —τον Τραμπ και τον Πούτιν— οι οποίοι εμφανίζονται ως «θύματα», παρά το γεγονός ότι κατέχουν τεράστια δύναμη και πλούτο. Η αφήγηση του θύματος έχει γίνει κρίσιμο στοιχείο της πολιτικής τους στρατηγικής.
Ασχολούμαι πολύ με αυτό το ζήτημα. Έχω συμμετάσχει ενεργά και στη γερμανική δημόσια ζωή. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι πως, αφού η Γερμανία χρειάστηκε περίπου 40 χρόνια για να αναγνωρίσει τον ρόλο της ως «θύτης», όταν τελικά το έκανε, το εσωτερίκευσε σε τέτοιο βαθμό που σήμερα πολλοί Γερμανοί μιλούν για τον εαυτό τους ως «έθνος-θύτης» – κάτι που εγώ δεν θα υιοθετούσα, αλλά έχει επικρατήσει.
Από εκεί και πέρα, θεωρήθηκε, σχεδόν, αυτονόητο ότι οι Εβραίοι είναι ο λαός-θύμα. Αυτό οδήγησε σε μια γενικευμένη απροθυμία για οποιαδήποτε κριτική στο κράτος του Ισραήλ, με πολλούς να ενστερνίζονται το επιχείρημα του Νετανιάχου ότι κάθε κριτική προς το Ισραήλ είναι αντισημιτισμός και ότι το Ισραήλ αντιπροσωπεύει το σύνολο του εβραϊκού λαού παγκοσμίως.
Αυτή η κατάσταση είναι βαθύτατα ανησυχητική. Έχω επηρεαστεί και προσωπικά – έχοντας αντιμετωπίσει αποκλεισμούς και «ακυρώσεις» από ορισμένα προγράμματα, παρότι είμαι Εβραία. Και δεν είμαι η μόνη: περίπου το 25% όσων επλήγησαν από το νέο κύμα γερμανικής λογοκρισίας είναι Εβραίοι. Αυτός είναι ένας από τους απρόβλεπτους κινδύνους του ιστορικού απολογισμού με τους οποίους ερχόμαστε αντιμέτωποι σήμερα.
O.Λ: Στο πρόσφατο βιβλίο σας Left Is Not Woke, υποστηρίζετε ότι μεγάλο μέρος της σημερινής πολιτικής ταυτότητας διαστρεβλώνει τα θεμελιώδη ιδανικά αυτού που ονομάζαμε Αριστερά – τη δικαιοσύνη, την οικουμενικότητα, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ποιες βασικές αξίες πιστεύετε ότι πρέπει να διεκδικήσει εκ νέου η Αριστερά για να παραμείνει πιστή στις ρίζες της στον Διαφωτισμό;
S.N: Θα ήθελα να ξεκινήσω με μια παρεξήγηση που περιβάλλει, συχνά, το βιβλίο μου. Περιγράφεται συχνά ως επίθεση στις πολιτικές ταυτότητας. Όμως, πρώτον, δεν χρησιμοποιώ τον όρο «πολιτική ταυτότητας» στο βιβλίο, και αυτό για συγκεκριμένο λόγο. Ο όρος προϋποθέτει κάτι που οφείλουμε να αποδείξουμε: ότι η φυλετική ή έμφυλη ταυτότητα είναι η ουσία της προσωπικής ταυτότητας. Εγώ δεν πιστεύω ότι είναι. Είναι στοιχεία της ταυτότητάς μας που δεν επιλέγουμε, και ο όρος καθορίζει, ήδη, το πλαίσιο της συζήτησης με τρόπο που θεωρώ λανθασμένο. Όταν αποδεχόμαστε αυτόν τον όρο, υπονοούμε ότι η ταυτότητα έχει ως θεμέλιο τη φυλή και το φύλο – και εγώ διαφωνώ με αυτή τη θεώρηση.
Στο βιβλίο, επικεντρώνομαι σε τρεις βασικές αξίες που θεωρώ ότι η Αριστερά πρέπει να ξανακάνει δικές της, διότι η κουλτούρα του «woke» τις έχει εγκαταλείψει.
1. Οικουμενισμός. Οικουμενισμός σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν ορίζονται αποκλειστικά από τη φυλετική τους ταυτότητα. Ακόμη κι αν ανήκουμε σε συγκεκριμένες φυλετικές ή πολιτισμικές ομάδες, μπορούμε -και πρέπει- να καλλιεργούμε βαθιές συνδέσεις και ηθικές υποχρεώσεις προς όλους τους ανθρώπους.
Η εθνικιστική αντίληψη ισχυρίζεται ότι μόνο εντός της «δικής μας φυλής» μπορούμε να νιώθουμε αληθινή αλληλεγγύη. Η προοδευτική στάση, αντίθετα, πιστεύει ότι η οικουμενική σύνδεση είναι δυνατή – αρκεί να την επιδιώξουμε.
Η «woke» κουλτούρα, με ιδέες όπως η «πολιτισμική οικειοποίηση», έχει στην πραγματικότητα υιοθετήσει μια «δεξιά θεώρηση», εγκαταλείποντας αυτή τη βασική αριστερή φιλελεύθερη αρχή.
2. Η διάκριση μεταξύ δικαιοσύνης και εξουσίας. Αν και πολλές φορές εξουσία και δικαιοσύνη συμπλέκονται, μια θεμελιώδης φιλελεύθερη και αριστερή αξία είναι ότι πρέπει να μπορούμε να τις ξεχωρίζουμε.
Ένα παράδειγμα: η κυβέρνηση Μπους δικαιολόγησε τον πόλεμο στο Ιράκ ως «προώθηση της δημοκρατίας», ενώ ήταν ξεκάθαρα πόλεμος για έλεγχο πόρων, κυρίως πετρελαίου.
Απογοητευμένοι από τέτοιες περιπτώσεις, πολλοί εκπρόσωποι της «woke» σκέψης καταλήγουν να θεωρούν κάθε παρέμβαση εξ ορισμού έκφραση εξουσίας. Αν και σε πολλές περιπτώσεις αυτό ισχύει, δεν είναι καθολική αλήθεια. Ο Τραμπ, για παράδειγμα, δεν προσποιείται καν ότι υπερασπίζεται τη δημοκρατία — η στάση του είναι ανοιχτά αυταρχική.
Δυστυχώς, πολλοί προοδευτικοί, επηρεασμένοι από στοχαστές όπως ο Φουκώ ή ο Καρλ Σμιτ, έχουν υιοθετήσει την ιδέα ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη, μόνο δύναμη.
3. Η πίστη στην πρόοδο. Δεν εννοώ πως η πρόοδος είναι αναπόφευκτη – ξέρουμε ότι μπορεί να υπάρξει και οπισθοδρόμηση. Όμως η πίστη ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος είναι ένα θεμέλιο της σκέψης του Διαφωτισμού. Ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε τη μετά θάνατον ζωή για έναν πιο δίκαιο κόσμο· ότι η ιστορία δεν είναι μοιραία κυκλική, αλλά μπορεί να έχει κατεύθυνση.
Αυτές οι τρεις αξίες – οικουμενισμός, διάκριση δικαιοσύνης-εξουσίας, και πίστη στην πρόοδο – είναι κοινές στην φιλελεύθερη και αριστερή παράδοση. Υπάρχει όμως και μία τέταρτη αξία που διακρίνει την Αριστερά από τον σημερινό «φιλελευθερισμό»:
4. Τα κοινωνικά δικαιώματα ως θεμελιώδη. Η Αριστερά υπερασπίζεται την ιδέα ότι η υγειονομική περίθαλψη, η στέγαση, η αξιοπρεπής εργασία, η εκπαίδευση και η πρόσβαση στον πολιτισμό δεν είναι προνόμια ή παροχές, αλλά θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
Αυτά κατοχυρώνονται στη Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.
Κανένα κράτος δεν τα έχει πλήρως ενσωματώσει, αλλά για την Αριστερά είναι στόχοι προς επίτευξη. Ο νέο-φιλελευθερισμός, από την άλλη, τείνει να τα βλέπει ως ιδανικά, τα οποία ίσως παρέχει το κράτος ή ο εργοδότης, αλλά όχι ως κατοχυρωμένα δικαιώματα. Σε χώρες όπως η Νότια Αφρική, ωστόσο, αυτά έχουν συνταγματική κατοχύρωση – δίπλα στα πολιτικά δικαιώματα. Εκεί αντιμετωπίζονται ως αδιαμφισβήτητα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ο.Λ: Είστε συχνά επικριτική για το πώς η ταυτότητα — φυλή, φύλο, σεξουαλικότητα — έχει βρεθεί στο επίκεντρο του πολιτικού λόγου. Τι πιστεύετε ότι πρέπει να μας καθορίζει σήμερα; Είμαστε πρωτίστως «αυτός/αυτή/αυτοί» ή ανθρώπινα όντα με κοινές ηθικές ευθύνες;
S.N: Σαφώς θα έτεινα προς το δεύτερο. Ενθαρρύνω τον κόσμο να το σκεφτεί κάπως έτσι: αν κάνατε αίτηση για δουλειά, αν γράφατε ένα προφίλ σε μια ιστοσελίδα γνωριμιών ή αν απλώς γνωρίζατε κάποιον καινούριο, θα λέγατε: «Είμαι λευκός άντρας» — και θα θεωρούσατε ότι αυτό αρκεί; Φυσικά και όχι. Αν αναλογιστούμε τι συγκροτεί την ταυτότητά μας, νομίζω ότι ο καθένας μας έχει τουλάχιστον δέκα διαφορετικές πτυχές που είναι εξίσου σημαντικές με τη φυλή ή το φύλο. Πέρα από αυτό, πιστεύω ότι υπάρχει ένας πυρήνας ανθρώπινης αξιοπρέπειας που θεμελιώνει όλους μας. Και μέρος αυτής της αξιοπρέπειας είναι η ικανότητα να επιλέγουμε κάποιες πλευρές της ταυτότητάς μας. Ευτυχώς, σε πολλές κοινωνίες σήμερα, δεν ζούμε πλέον υπό καθεστώτα όπου είμαστε καταδικασμένοι να αναπαράγουμε τη ζωή των γονιών μας — να παντρευόμαστε όποιον μας διάλεγαν, να ακολουθούμε συγκεκριμένα επαγγέλματα ή να παίζουμε προκαθορισμένους ρόλους στην κοινωνία.
Έχουμε, μέσα σε κάποια όρια, απελευθερωθεί από αυτά τα ιστορικά σχήματα και μπορούμε πλέον να συνθέτουμε την ταυτότητά μας. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, μία από τις μεγάλες κατακτήσεις του Διαφωτισμού.
Ο Διαφωτισμός δεν μας έδωσε μόνο το δικαίωμα να επιλέγουμε — επάγγελμα, συντρόφους, το αν θα κάνουμε παιδιά ή όχι, τις πολιτισμικές εμπειρίες που επιδιώκουμε, ακόμη και τον τόπο όπου θέλουμε να ζήσουμε. Μας έδωσε επίσης την έννοια του ανθρώπου ως σταθερά μέσα σε όλες αυτές τις διαφορές.
Ο Μισέλ Φουκώ είχε πει κάποτε ότι «ο άνθρωπος είναι εφεύρεση του 18ου αιώνα». Και σ’ αυτό, νομίζω, είχε δίκιο. Όμως όταν πρότεινε ότι η ιδέα του «ανθρώπου» θα εξαφανιστεί τελικά, νομίζω πως πρέπει να ερμηνεύσουμε αλλιώς αυτό που είπε. Εγώ τη θεωρώ όχι κάτι περαστικό, αλλά ένα μεγάλο επίτευγμα: τη δυνατότητα να αναγνωρίζουμε ότι κάτω από όλες τις διαφορές – γλώσσας, πολιτισμού, φύλου, χρώματος, σωματικών χαρακτηριστικών – υπάρχει μια θεμελιώδης ανθρώπινη αξιοπρέπεια που οφείλουμε να αναγνωρίζουμε.
Από αυτή την άποψη, η έννοια του «ανθρώπου» είναι κανονιστική, όχι εμπειρική. Δεν είναι κάτι που προκύπτει απλώς παρατηρώντας χίλιους ανθρώπους από διαφορετικά υπόβαθρα ή εμφανίσεις. Είναι μια κανονιστική ιδέα, αλλά σπουδαία. Και αξίζει να την υπερασπιστούμε.
Ο.Λ: Κατά την άποψή σας, πώς έχει επηρεάσει η κουλτούρα «woke» τα πρόσφατα πολιτικά αποτελέσματα — ιδιαίτερα όσον αφορά τις επιδόσεις του Δημοκρατικού Κόμματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την άνοδο του λαϊκισμού και της ακροδεξιάς στην Ευρώπη;
S.N: Είναι δραματικό. Αυτό που έχει συμβεί είναι ότι οι συμβολικές πολιτικές έχουν υποκαταστήσει – για πολλούς που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί – ένα πολύ πιο ριζοσπαστικό αίτημα για κοινωνική αλλαγή. Ο νεοφιλελευθερισμός έπαιξε κεντρικό ρόλο σε αυτή τη μετατόπιση.
Είναι πολύ πιο εύκολο για μια εταιρεία να προσλάβει μερικές γυναίκες, έγχρωμα ή ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα – ή να τα εντάξει στα διοικητικά της συμβούλια – παρά να αναδιαρθρώσει ριζικά τον καπιταλισμό, να διασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες για τους εργαζόμενους ή να προωθήσει πραγματική οικονομική δικαιοσύνη.
Αυτές οι επιφανειακές αλλαγές έδωσαν στους ανθρώπους την ψευδαίσθηση προόδου για μερικές δεκαετίες, όμως η πραγματικότητα είναι ότι πολύ λίγα έχουν αλλάξει – εκτός από το ότι μια μικρή ελίτ έχει ενσωματωθεί στις υπάρχουσες ιεραρχίες.
Η “woke” απογοήτευση και το Δημοκρατικό Κόμμα. Το ειρωνικό είναι ότι ακόμη και πολλοί από εμάς που ανήκουμε σε αυτή την ελίτ – με σταθερές δουλειές, αξιοπρεπή εισοδήματα και μια φωνή στον δημόσιο διάλογο – είμαστε βαθιά απογοητευμένοι από τις υπερβολές της κουλτούρας της «αφύπνισης».
Και αυτή η απογοήτευση προϋπήρχε των εκλογικών αναμετρήσεων. Δεν μπορώ να σας πω πόσοι άνθρωποι μου εκμυστηρεύτηκαν ιδιωτικά ότι κάποια συγκεκριμένη woke διαμάχη τούς έκανε να αναρωτηθούν αν είναι ακόμη αριστεροί-Δημοκρατικοί. Στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου μου στο Πρίνστον, είπα ότι το βιβλίο αυτό γεννήθηκε από τέτοιες ιδιωτικές συζητήσεις — και το κοινό έγνεψε καταφατικά. Όμως διστάζουν να εκφραστούν δημόσια.
Πολλοί, μάλιστα, με είχαν προειδοποιήσει να μην χρησιμοποιήσω τη λέξη “woke” στο βιβλίο, φοβούμενοι ότι οποιαδήποτε κριτική θα αξιοποιούνταν από τη Δεξιά. Και πράγματι, η Δεξιά στις ΗΠΑ υπήρξε απίστευτα αποτελεσματική στο να εκμεταλλευτεί αυτή τη δυσαρέσκεια, μετατρέποντάς την σε πολιτικό όπλο. Την ώρα που πολλοί κεντρώοι και αριστεροί φιλελεύθεροι συμμερίζονται αυτή την κριτική, σιωπούν — και αυτό αφήνει χώρο στη Δεξιά να την εκφράσει πρώτη και δυνατά.
Πιστεύω ότι αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εκλογική νίκη του Τραμπ. Και υπάρχουν στοιχεία που το δείχνουν.
Παράδειγμα: Ο Μπάιντεν και τα σιδηροδρομικά συνδικάτα. Ο Τζο Μπάιντεν αυτοχαρακτηρίζεται «ο πρόεδρος των συνδικάτων» και ήταν ο πρώτος πρόεδρος των ΗΠΑ που περπάτησε σε γραμμή απεργίας. Όμως το 2022, όταν οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους απείλησαν με απεργία λίγο πριν τις ενδιάμεσες εκλογές, ο Μπάιντεν παρενέβη. Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν, η απεργία αποφεύχθηκε, υπήρξαν κάποιες αυξήσεις.
Αλλά ένα βασικό αίτημα – πέντε ημέρες αναρρωτικής άδειας – αγνοήθηκε εντελώς. Εν μέσω πανδημίας, αυτοί οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να δηλώσουν ασθένεια. Στους περισσότερους Ευρωπαίους, κάτι τέτοιο φαίνεται αδιανόητο. Και όμως, αυτό δείχνει πόσο εύκολα ο Μπάιντεν μπορεί να κάνει προβολή «συμπεριληπτικής πολιτικής» με διορισμούς μειονοτήτων, αλλά όταν πρόκειται για θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, ακόμη και τα πιο απλά, κάνει πίσω.
Η κατάσταση στις ΗΠΑ έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που πολλοί Αμερικανοί δεν αντιλαμβάνονται πια πόσο τρομακτικό είναι αυτό. Η αναρρωτική άδεια αντιμετωπίζεται όχι ως δικαίωμα, αλλά ως “παροχή”.
Η γλώσσα που λείπει: τα κοινωνικά δικαιώματα. Μετά τις εκλογές, ο δημόσιος διάλογος περιστράφηκε γύρω από τον πληθωρισμό. Οι Δημοκρατικοί απάντησαν ότι «δεν ήταν τόσο άσχημα όσο αλλού». Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο πληθωρισμός. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι Αμερικανοί δεν έχουν το λεξιλόγιο για να περιγράψουν τι πραγματικά τους λείπει. Λένε «πληθωρισμός», γιατί αυξήθηκαν οι τιμές των αυγών ή της στέγασης. Αλλά αυτό που βιώνουν είναι έλλειψη πρόσβασης σε βασικά κοινωνικά δικαιώματα. Όταν ανεβαίνει το κόστος ζωής, χιλιάδες Αμερικανοί μένουν άστεγοι ή πεθαίνουν επειδή δεν έχουν ιατρική περίθαλψη. Και αυτό δεν αρθρώνεται ως ζήτημα δικαιωμάτων στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο.
Δεν πρόκειται για «τάξη αντί για ταυτότητα». Για να είμαι σαφής: δεν υποστηρίζω να αντικαταστήσουμε τις συζητήσεις για φυλή και φύλο με την τάξη. Ορισμένοι λένε ότι πρέπει να μιλάμε μόνο για τάξη – και όχι για ταυτότητα. Εγώ είμαι σοσιαλίστρια, όχι όμως μαρξίστρια – αν και έχω μάθει πολλά από τον Μαρξ. Πιστεύω ότι η τάξη μπορεί να λειτουργήσει και ως άλλη μορφή «ταυτοτισμού». Στον 21ο αιώνα, είναι ολοένα και πιο δύσκολο να την ορίσουμε. Αν την ορίσουμε με βάση τον πλούτο, δεν αρκεί. Αν την ορίσουμε με βάση την εκπαίδευση ή το κοινωνικό υπόβαθρο, και πάλι καταλήγουμε σε ασαφείς κατηγορίες. Η αναγωγή του ανθρώπου στην τάξη του δεν έχει περισσότερο νόημα από την αναγωγή του στη φυλή ή το φύλο. Γι’ αυτό και προτιμώ να μιλάω για δικαιώματα. Για κοινωνική δικαιοσύνη.
Ο.Λ: Πολλοί επικριτές υποστηρίζουν σήμερα ότι τα ιδανικά του Διαφωτισμού —ιδιαίτερα ο οικουμενισμός — είναι ευρωκεντρικά και δεν επαρκούν πλέον για έναν ποικιλόμορφο, μετα-αποικιακό κόσμο. Ταυτόχρονα, όροι όπως διεθνισμός, παγκοσμιοποίηση και κοσμοπολιτισμός χρησιμοποιούνται συχνά εναλλακτικά, παρόλο που φέρουν διαφορετικές ιστορικές και ηθικές προεκτάσεις. Πώς βλέπετε αυτές τις διακρίσεις; Μπορεί, κατά την άποψή σας, ο οικουμενισμός να εξακολουθεί να προσφέρει ένα συνεκτικό και περιεκτικό ηθικό πλαίσιο στο κατακερματισμένο παγκόσμιο τοπίο μας;
S.N: Οι μετα-αποικιοκρατικοί θεωρητικοί που υποστηρίζουν πως ο Διαφωτισμός είναι εγγενώς ευρωκεντρικός, στην πραγματικότητα δεν έχουν διαβάσει τον Διαφωτισμό. Λυπάμαι που το λέω, αλλά φαίνεται πως έχουν δει απλώς επιλεκτικά αποσπάσματα, απομονωμένα και αποκομμένα από τα ίδια τα κείμενα.
Αρκεί να διαβάσει κανείς το Candide του Βολταίρου — ένα προσιτό, ευανάγνωστο αλλά βαθιά ριζοσπαστικό κείμενο που κατακεραυνώνει την Ευρώπη από κάθε πλευρά. Στρέφεται σε άλλους πολιτισμούς ως πρότυπα, και τους χρησιμοποιεί για να ασκήσει σφοδρή κριτική στην ευρωπαϊκή κοινωνία: καταδικάζει τη δουλεία, την αποικιοκρατία, την ευρωπαϊκή αλαζονεία. Και δεν είναι μόνο ο Βολταίρος· το ίδιο έκαναν και άλλοι στοχαστές του Διαφωτισμού.
Η απόρριψη αυτών των στοχαστών ως «ευρωκεντρικών» είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού άγνοιας και, ειλικρινά, μιας μορφής φυλετισμού.
Η αντιστροφή που δεν είναι απελευθερωτική. Αυτό που βλέπουμε, σήμερα, είναι η αντιστροφή των αποικιοκρατικών δυαδικών σχημάτων, από κάποιους που ισχυρίζονται ότι τα απορρίπτουν. Τον 19ο αιώνα, οι Ευρωπαίοι μιλούσαν για την «αποστολή εκπολιτισμού» των λεγόμενων «βάρβαρων εθνών». Σήμερα, ορισμένοι μετα-αποικιοκρατικοί λόγοι καθαγιάζουν τους αυτόχθονες ή τον Παγκόσμιο Νότο ως απόλυτα ενάρετους, ενώ παρουσιάζουν τους Ευρωπαίους ως απόλυτα διεφθαρμένους. Αυτή η απλουστευτική αντιστροφή είναι εξίσου γελοία με την αρχική αποικιοκρατική αφήγηση. Δεν είναι χειραφετική· είναι εγκλωβισμένη στην ίδια δυαδική λογική που υποτίθεται πως θέλει να ξεπεράσει.
Ο Διαφωτισμός δεν ήταν κυρίαρχος λόγος – ήταν ριζοσπαστική αντίσταση. Πολλοί ξεχνούν ότι οι στοχαστές του Διαφωτισμού ήταν ριζοσπάστες διανοούμενοι, κριτικοί των δικών τους κοινωνιών. Επιπλέον, χρειάζεται ιστορική ακρίβεια: μερικοί από τους θεωρητικούς που καταγγέλλονται ως εκπρόσωποι του Διαφωτισμού – όπως ο Λοκ ή ο Χέγκελ – δεν ανήκουν σε αυτό το ρεύμα. Πρόκειται για διαφορετικές φιλοσοφικές παραδόσεις.
Οι διαφωτιστές του 18ου αιώνα πολέμησαν ανοιχτά τις αδικίες της εποχής τους — τη δουλεία, την αποικιοκρατία, την τυραννία. Σαφώς, δεν κέρδισαν όλες τις μάχες. Μέχρι τον 19ο αιώνα, είχε επικρατήσει μια πολύ διαφορετική ιδεολογία, συχνά αντιδραστική. Όμως ο Διαφωτισμός μας κληροδότησε τα διανοητικά εργαλεία με τα οποία μπορούμε να κρίνουμε, να ξεπερνούμε, να ανατρέπουμε τον ευρωκεντρισμό.
Και ένα από τα ισχυρότερα από αυτά τα εργαλεία είναι ο οικουμενισμός — η ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι, πέρα από πολιτισμό, φυλή, γλώσσα, φύλο ή τάξη, μετέχουν σε μια κοινή ηθική τάξη. Αυτό παραμένει απαραίτητο όσο ποτέ.
Ο.Λ: Έχετε πει ότι η Αριστερά πρέπει να επιστρέψει στην πολιτική και όχι στον ηθικισμό. Θα μπορούσατε να εξηγήσετε πώς αυτό…
S.N: Δεν το έχω θέσει έτσι. Πιστεύω, ωστόσο, ότι χρειαζόμαστε την πολιτική — αλλά και την ηθική, και ισχυρούς κανονιστικούς κανόνες.
Τίποτα δεν το αναδεικνύει αυτό πιο καθαρά από την προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να αποδομήσει πλήρως την κανονιστική ηθική τάξη. Μια τάξη που, ναι, πολλές φορές έχει αποτύχει να σταθεί στο ύψος των ίδιων της των ιδανικών — και δεν είναι λίγες οι φορές που τα πρόδωσε απροκάλυπτα.
Σκεφτείτε τον πόλεμο στο Ιράκ. Έχει περάσει αρκετός καιρός για να αναγνωρίσουν οι περισσότεροι πως επρόκειτο για μια ηθική αποτυχία. Αλλά αυτό που βλέπουμε τώρα — με τον Τραμπ, τον Πούτιν, τον Σι, ακόμη και τον Μόντι— είναι μια συστηματική προσπάθεια να οικοδομηθεί ένας κόσμος όπου η ηθική απορρίπτεται εντελώς ως άχρηστη.
Εγώ, αντίθετα, πιστεύω ακράδαντα πως το ότι ένα ιδανικό προδόθηκε δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει να το υπερασπιζόμαστε. Η προδοσία ενός ιδανικού δεν το ακυρώνει – απλώς αναδεικνύει τον συνεχή αγώνα για να το στηρίξουμε.
Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τη φιλία. Αν κάποιος στενός σας φίλος σας προδώσει, σημαίνει αυτό ότι η έννοια της φιλίας δεν έχει καμία αξία; Όχι. Ίσως σας κάνει πιο προσεκτικούς, αλλά δεν θα απορρίψετε τη φιλία ως έννοια.
Παρόλα αυτά, βλέπω όλο και περισσότερους ανθρώπους – ιδιαίτερα στην Αριστερά, αλλά όχι μόνο – να χρησιμοποιούν την υποκρισία ή τις αποτυχίες των ηθικών ιδανικών ως δικαιολογία για να απορρίψουν συνολικά την έννοια της ηθικής.
Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα πολύ επικίνδυνο λάθος.
Ο.Λ: Πιστεύετε ότι ο παραδοσιακός διαχωρισμός μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς εξακολουθεί να έχει νόημα σήμερα; Ή έχουμε εισέλθει σε ένα νέο πολιτικό τοπίο, όπου αυτές οι έννοιες χάνουν τη συνοχή τους;
S.N: Ναι, με έχουν ρωτήσει αρκετοί γιατί επιμένω να χρησιμοποιώ τη λέξη «Αριστερά» στον κόσμο που ζούμε. Και βέβαια, ξέρετε, ήταν καθαρά τυχαίο το πώς προέκυψε: το γεγονός ότι η μία πλευρά του Κοινοβουλίου στο Παρίσι το 1789 χαρακτηρίστηκε ως η Αριστερά… Ωστόσο, πιστεύω ότι υπάρχει κάτι ουσιαστικό που αξίζει να διατηρήσουμε. Εννοώ τις αξίες που ανέφερα στην αρχή — και στις οποίες αφιερώνω ένα κεφάλαιο στο βιβλίο μου. Αυτές ήταν παραδοσιακά αριστερές ιδέες, που ξεκίνησαν, σε μεγάλο βαθμό, τον 18ο αιώνα. Και μπορεί κανείς να δει τα νήματα αυτών των αξιών να διατρέχουν τα αριστερά κινήματα.
Τώρα, έχουν υπάρξει άνθρωποι που αυτοαποκαλούνταν αριστεροί – ο Στάλιν, για παράδειγμα – και που πρόδωσαν αυτά τα ιδανικά; Φυσικά. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στον σταλινισμό και τον ναζισμό.
Ο σταλινισμός ίσως ήταν χειρότερος σε κάποια επίπεδα — γιατί ξεκίνησε από μια επανάσταση που υποσχέθηκε «καθολική κοινωνική δικαιοσύνη». Και αυτή ήταν μια καλή υπόσχεση. Ο φασισμός, από την άλλη, δεν έκανε ποτέ τέτοια υπόσχεση. Ήταν, βασικά, μια εφαρμογή της θεωρίας του Carl Schmitt: ο κόσμος χωρίζεται σε φίλους και εχθρούς, και η εξουσία χρησιμοποιείται για να δώσεις περισσότερη ισχύ στους φίλους σου.
Συνεπώς δεν είναι περίεργο που μια φρικτή ιδεολογία όπως ο φασισμός οδήγησε σε φρικτά πράγματα. Αυτό που είναι πιο δύσκολο να χωνέψουμε είναι ότι μια ιδεολογία που υποσχέθηκε απελευθέρωση για όλους, κατέληξε να δημιουργήσει όσα γνωρίζουμε ότι συνέβησαν στη Σοβιετική Ένωση.
Αλλά, αυτό δεν σημαίνει πως αυτά τα ιδανικά δεν μπορούν να ανανεωθούν και να επαναπροσδιοριστούν. Και ειλικρινά, δεν βλέπω κάποια εναλλακτική.
Ξέρετε, είμαι φιλόσοφος. Διαβάζω πολύ ιστορία, πολλή πολιτική θεωρία. Δεν θεωρώ ότι είναι η δουλειά μου να γράψω ένα νέο σύνταγμα. Έχω περάσει αρκετό χρόνο στη Νότια Αφρική, συμμετέχοντας σε συνέδρια για συνταγματικό σχεδιασμό – και θεωρώ ότι το σύνταγμά τους είναι το πιο προοδευτικό στον κόσμο. Είναι περήφανοι γι’ αυτό, και δικαίως. Δεν το έχουν υλοποιήσει πλήρως ακόμη – οι ανισότητες παραμένουν τεράστιες – αλλά το θεμέλιο που έχουν θέσει είναι πολύ ισχυρό.
Αυτό που μπορώ να κάνω εγώ είναι να εστιάσω στις πολιτικές ιδέες. Και ειλικρινά, δεν βλέπω μια «τρίτη εναλλακτική». Υπάρχει η Αριστερά, αυτό που σήμερα ονομάζουμε «Φιλελευθερισμό» και η Δεξιά.
Το βασικό χαρακτηριστικό του νεο-φιλελευθερισμού – και γι’ αυτό τον συγκρίνω συχνά με τη Δεξιά – είναι ότι δεν βλέπει τα κοινωνικά δικαιώματα ως γνήσια δικαιώματα. Και πιστεύω πως αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα του. Ένα σφάλμα που συνέβαλε στην τεράστια ανισότητα και δυσαρέσκεια που βλέπουμε σήμερα σε τόσα μέρη του κόσμου. Γι’ αυτό δεν θεωρώ ότι αυτός ο «φιλελευθερισμός» είναι μια σταθερή επιλογή. Οπότε ναι, νομίζω πως εξακολουθούν να υπάρχουν η Αριστερά και η Δεξιά. Τώρα, αν κάποιος εμφανιστεί με μια εντελώς νέα ιδέα, είμαι ανοιχτή να την ακούσω. Απλώς… δεν την έχω δει ακόμα. Και να ξέρετε, αυτά τα θέματα τα σκέφτομαι εδώ και πολύ καιρό.
Ο.Λ: Στην παρούσα, ιδεολογικά κατακερματισμένη στιγμή της ιστορίας, ποιο πιστεύετε ότι είναι το πιο επείγον φιλοσοφικό ή πολιτικό καθήκον της εποχής μας;
S.N: Θα έλεγα δύο πράγματα. Πρώτον, η αναγνώριση της ανάγκης να υπερασπιζόμαστε τις ηθικές αξίες σε έναν κόσμο που τις αντιμετωπίζει ως αφελείς ή ξεπερασμένες — και που θεωρεί ότι μόνο η ισχύς έχει σημασία.
Δεύτερον, το θάρρος. Όχι μόνο το θάρρος να αντιστεκόμαστε στις διάφορες μορφές καταπίεσης, αλλά και το θάρρος να πούμε ξεκάθαρα ότι οι ηθικές αξίες έχουν σημασία. Αυτό είναι κάτι που, δυστυχώς, πολλοί διανοούμενοι – στα πανεπιστήμια ή τα μέσα ενημέρωσης – διστάζουν να πουν ευθέως. Και εδώ και χρόνια, κάποιοι με έχουν επικρίνει ως «αφελή» επειδή επιμένω να μιλάω για ιδανικά.
Αλλά, νομίζω πως ήδη βλέπουμε, με την άνοδο του Τραμπ και όσων εκπροσωπεί, πού οδηγεί τελικά αυτή η ιδέα – ότι η ηθική είναι «αφελής» ή «ασήμαντη».
Το παράδοξο είναι πως, ακόμη και σε κοινωνίες που είναι (έστω και μερικώς) δημοκρατικές, οι άνθρωποι φοβούνται τρομερά να πουν αυτό που πιστεύουν – μη βρεθούν σε δύσκολη θέση, μη χαρακτηριστούν, μη δεχτούν επιθέσεις.
Αυτό είναι κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να ξεπεράσουμε…