Το τελευταίο διάστημα, ο προστατευτισμός επιστρέφει δυναμικά στη διεθνή πολιτική σκηνή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υιοθετεί μια έντονα προστατευτική εμπορική πολιτική, χαρακτηρίζοντας τους δασμούς ως «την πιο όμορφη λέξη στο λεξικό». Ήδη, η κυβέρνησή του επιβάλει νέους δασμούς σε μια σειρά από χώρες ή απειλεί με την επιβολή τους, επαναφέροντας στο προσκήνιο μια εμπορική στρατηγική που στηρίζεται στον οικονομικό εθνικισμό.
Παράλληλα, στην Ευρώπη, η ρητορική υπέρ του προστατευτισμού ενισχύεται από πολιτικά κόμματα διαφορετικών ιδεολογικών καταβολών. Εκτός από την εθνικιστική δεξιά, που μιλά για «οικονομική κυριαρχία» και ενίσχυση του εθνικού παραγωγικού δυναμικού έναντι της παγκοσμιοποίησης, ανάλογες θέσεις συναντώνται και στην αριστερά, ειδικά σε κομμουνιστικά και ευρωσκεπτικιστικά κόμματα. Αυτές οι δυνάμεις προτάσσουν την οικονομική αυτάρκεια, την προστασία των εγχώριων βιομηχανιών από τον «καπιταλιστικό ανταγωνισμό» και τη μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση στην οικονομία, συχνά μέσω εθνικοποιήσεων και περιορισμού του ελεύθερου εμπορίου.
Αυτή η στροφή φέρνει μνήμες από τον μερκαντιλισμό, το οικονομικό δόγμα που κυριάρχησε μεταξύ του 16ου και 18ου αιώνα, βασισμένο στην ιδέα ότι η ευημερία ενός έθνους εξαρτάται από την αποτροπή των εισαγωγών και την αύξηση των εξαγωγών μέσω προστατευτικών μέτρων. Ωστόσο, η ιστορία έχει δείξει ότι τέτοιες πολιτικές οδηγούν, συχνά, σε εμπορικούς πολέμους, αυξημένες τιμές για τους καταναλωτές και περιορισμένες επιλογές στην αγορά.
Σήμερα, σε έναν κόσμο με αλληλεξαρτώμενες οικονομίες και ταχύτατες τεχνολογικές εξελίξεις, ο προστατευτισμός μπορεί να φαίνεται ως μια εύκολη λύση, αλλά δεν είναι η πιο αποδοτική…
Ο ρόλος των δασμών στο διεθνές εμπόριο
Οι δασμοί είναι φόροι που επιβάλλονται σε εισαγόμενα αγαθά και αποτελούν ένα από τα παλαιότερα εργαλεία οικονομικής πολιτικής. Η βασική τους λειτουργία είναι η προστασία της εγχώριας παραγωγής, καθιστώντας τα ξένα προϊόντα πιο ακριβά και, κατά συνέπεια, λιγότερο ανταγωνιστικά σε σχέση με τα εγχώρια. Παράλληλα, οι δασμοί μπορούν να αποτελέσουν σημαντική πηγή κρατικών εσόδων, ειδικά για χώρες που βασίζονται έντονα στη φορολόγηση του εμπορίου. Ιστορικά, οι δασμοί έχουν χρησιμοποιηθεί για να ενισχύσουν αναδυόμενες βιομηχανίες (γνωστό ως infant industry protection), να αντισταθμίσουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (όπως οι επιδοτήσεις ξένων προϊόντων) ή να λειτουργήσουν ως πολιτικό εργαλείο σε διακρατικές διαπραγματεύσεις.
Από τα μέσα του περασμένου αιώνα, η διεθνοποίηση της οικονομίας και οι πολυμερείς εμπορικές συμφωνίες στόχευσαν στη μείωση των δασμών, προωθώντας το ελεύθερο εμπόριο ως κινητήρια δύναμη ανάπτυξης. Η λογική πίσω από αυτήν την προσέγγιση ήταν ότι ένα πιο ανοιχτό και διασυνδεδεμένο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα θα οδηγούσε σε αυξημένη ευημερία, καινοτομία και χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές. Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια, αντιφάσεις της παγκοσμιοποίησης έγιναν ορατές, οδηγώντας σε αυξανόμενες αμφισβητήσεις του ελεύθερου εμπορίου. Ποια ήταν τα βασικά προβλήματα;
1. Αποβιομηχάνιση και απώλεια θέσεων εργασίας: Η μεταφορά της παραγωγής σε χώρες με χαμηλό κόστος εργασίας (outsourcing) αποδυνάμωσε τη βιομηχανική βάση πολλών ανεπτυγμένων οικονομιών, δημιουργώντας κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις. Οι εργαζόμενοι σε παραδοσιακούς κλάδους (π.χ. χαλυβουργία, αυτοκινητοβιομηχανία) είδαν τις θέσεις τους να απειλούνται ή να μεταφέρονται στο εξωτερικό.
2. Διεύρυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων: Αν και η παγκοσμιοποίηση μείωσε τη φτώχεια σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, σε αρκετές δυτικές οικονομίες δημιούργησε νέες ανισότητες. Τα κέρδη συγκεντρώθηκαν κυρίως σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και σε όσους είχαν πρόσβαση σε κεφάλαια και τεχνολογία, ενώ οι μικρές επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι χαμηλής εξειδίκευσης βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση.
3. Ανασφάλεια στις εφοδιαστικές αλυσίδες: Η υπερβολική εξάρτηση από παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες κατέστησε πολλές χώρες ευάλωτες σε διαταραχές, όπως φάνηκε ξεκάθαρα κατά την πανδημία COVID-19 και την ενεργειακή κρίση (από τον πόλεμο στην Ουκρανία) στην Ευρώπη. Τα κράτη άρχισαν να επανεξετάζουν τη σημασία της εγχώριας παραγωγής, ειδικά σε στρατηγικούς τομείς (π.χ. ενέργεια, τρόφιμα, τεχνολογία).
4. Ανταγωνισμός και γεωπολιτικές εντάσεις: Ορισμένες χώρες κατηγορούνται ότι χρησιμοποιούν κρατικές επιδοτήσεις και νομισματική πολιτική για να αποκτήσουν αθέμιτο εμπορικό πλεονέκτημα. Αυτές οι πρακτικές δημιουργούν αντιδράσεις σε πολλές οικονομίες, ενισχύοντας το αίτημα για «δίκαιο εμπόριο» αντί για απλά «ελεύθερο εμπόριο».
Αυτές οι εξελίξεις εξηγούν γιατί η ρητορική του προστατευτισμού και των δασμών επιστρέφει ως πολιτικό εργαλείο, όχι μόνο εκ δεξιών αλλά και εξ αριστερών, όπως αναφερθήκαμε προηγουμένως. Ωστόσο, η επιστροφή στον προστατευτισμό και τους δασμούς δεν αποτελεί απάντηση στις αδυναμίες του σημερινού εμπορικού συστήματος.
Αντί να υιοθετήσουμε πολιτικές απομόνωσης που οδηγούν σε περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν, είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε εναλλακτικές λύσεις που προσαρμόζουν το διεθνές εμπόριο στις νέες οικονομικές και κοινωνικές πραγματικότητες. Αυτό σημαίνει νέες στρατηγικές που ενισχύουν την εγχώρια οικονομία, διατηρούν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και επιτρέπουν την ανάπτυξη μέσα από συνεργασίες και καινοτομία, αντί για εμπορικούς πολέμους και μονομερή προστατευτικά μέτρα.
Τα μειονεκτήματα των δασμών
Αν και οι δασμοί μπορεί να «προστατεύσουν» συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας, οι παρενέργειες τους συχνά υπερβαίνουν τα οφέλη. Μερικά από τα βασικότερα μειονεκτήματα περιλαμβάνουν:
– Αύξηση του κόστους για τους καταναλωτές
Οι δασμοί καθιστούν τα εισαγόμενα προϊόντα ακριβότερα, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να επιβαρύνονται με υψηλότερες τιμές. Επιπλέον, η μειωμένη ανταγωνιστικότητα των εισαγωγών μπορεί να επιτρέψει στις εγχώριες εταιρείες να αυξήσουν τις τιμές τους, περιορίζοντας τις επιλογές των καταναλωτών.
– Αποδυνάμωση της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας
Η προστασία μέσω δασμών μπορεί να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας για τις εγχώριες επιχειρήσεις, μειώνοντας τα κίνητρα για βελτίωση και καινοτομία. Αντί να επενδύουν σε καλύτερη τεχνολογία και αποτελεσματικότητα, οι εταιρείες μπορεί να βασίζονται απλώς στην προστασία που τους παρέχουν οι δασμοί.
– Εμπορικές εντάσεις και αντίποινα
Οι χώρες που υφίστανται δασμούς συχνά απαντούν με αντίστοιχα μέτρα, οδηγώντας σε εμπορικούς πολέμους με μεγάλες επιπτώσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις τοπικές και την παγκόσμια οικονομία.
– Πλήγμα στις εξαγωγές
Οι δασμοί μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένη ζήτηση για τα προϊόντα των χωρών που τους επιβάλλουν, καθώς άλλες αγορές ανταποδίδουν με δικά τους προστατευτικά μέτρα. Επίσης, οι εξαγωγικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη δυσκολία στην είσοδο σε ξένες αγορές, επηρεάζοντας αρνητικά την ανάπτυξή τους.
Η ανάγκη για εναλλακτικές στρατηγικές
Με βάση τα παραπάνω, γίνεται σαφές ότι οι δασμοί δεν είναι η καλύτερη λύση για την ενίσχυση μιας οικονομίας. Αντί να περιορίζουμε το εμπόριο μέσω προστατευτικών μέτρων, μπορούμε να υιοθετούμε εναλλακτικές που διασφαλίζουν αμοιβαία οφέλη (win-win solutions), προωθώντας τόσο την εγχώρια ανάπτυξη όσο και την οικονομική συνεργασία.
Λύσεις που μπορούν να αντικαταστήσουν τους δασμούς, όπως:
-Διμερείς και πολυμερείς εμπορικές συμφωνίες
-Επενδύσεις σε τοπική παραγωγή και αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης
-Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσω τεχνολογίας-καινοτομίας
-Έξυπνα φορολογικά κίνητρα
-Διπλωματικές λύσεις και διακρατικές συνεργασίες.
Ας εξετάσουμε κάθε μία από αυτές τις στρατηγικές λεπτομερώς:
1. Διμερείς και Πολυμερείς Εμπορικές Συμφωνίες
Μια από τις πιο αποτελεσματικές εναλλακτικές λύσεις αντί της επιβολής δασμών είναι η σύναψη διμερών ή πολυμερών εμπορικών συμφωνιών. Σε αντίθεση με τους δασμούς, που δημιουργούν φραγμούς, οι συμφωνίες αυτές αποσκοπούν στη διευκόλυνση της ροής αγαθών, υπηρεσιών και επενδύσεων, ενισχύοντας την οικονομική συνεργασία μεταξύ χωρών.
Πλεονεκτήματα:
- Μείωση εμπορικών φραγμών: Οι συμφωνίες προβλέπουν, συνήθως, σταδιακή ή και άμεση κατάργηση δασμών και ποσοστώσεων, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε νέες αγορές.
- Ενίσχυση επενδύσεων και σταθερότητας: Η ύπαρξη σαφών και προβλέψιμων κανόνων εμπνέει εμπιστοσύνη, τόσο για το εμπόριο όσο και για τις άμεσες ξένες επενδύσεις.
- Διαμόρφωση προτύπων και προδιαγραφών: Μέσω αυτών των συμφωνιών, οι χώρες συντονίζονται σε θέματα όπως η ποιότητα, η διαφάνεια, η προστασία καταναλωτή και το περιβάλλον, συμβάλλοντας σε ένα πιο δίκαιο και ισότιμο εμπορικό περιβάλλον.
- Πολιτική και γεωοικονομική διάσταση: Οι εμπορικές συμφωνίες συχνά ενισχύουν τις διπλωματικές σχέσεις και την πολιτική σταθερότητα μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.
Παραδείγματα:
- Η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής (NAFTA) – και η μετεξέλιξή της σε United States-Mexico-Canada Agreement (USMCA) – αποτέλεσε για δεκαετίες θεμέλιο της εμπορικής συνεργασίας στη Βόρεια Αμερική. Ωστόσο, με τη δεύτερη θητεία του προέδρου Τραμπ, η έμφαση μετατοπίζεται από τη συνεργασία στον εμπορικό ανταγωνισμό, με νέους δασμούς ακόμη και προς παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, όπως ο Καναδάς.
- Η Ενιαία Αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραμένει ένα επιτυχημένο παράδειγμα βαθιάς οικονομικής ολοκλήρωσης, παρά την αυξανόμενη πίεση από εθνικές φωνές που προωθούν τον οικονομικό απομονωτισμό και ζητούν επιστροφή στον έλεγχο των εισαγωγών και της παραγωγής.
- Η Περιφερειακή Συνολική Οικονομική Εταιρική Σχέση (RCEP) στην Ασία, που τέθηκε σε ισχύ το 2022 και αποτελεί τη μεγαλύτερη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου παγκοσμίως (καλύπτοντας περίπου το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ και πληθυσμού), εξακολουθεί να λειτουργεί ενεργά και να ενισχύεται, προσελκύοντας νέο ενδιαφέρον. Ενδεικτικά, στην Ινδία, ο διευθύνων σύμβουλος μεγάλου ινδικού κυβερνητικού think tank, πρότεινε την εξέταση της ένταξης στη RCEP, αναγνωρίζοντας τα πιθανά οφέλη για τον μεταποιητικό τομέα και τις εξαγωγές της χώρας. Παράλληλα, στο Χονγκ Κονγκ, ο επικεφαλής της κυβέρνησης John Lee, ανακοίνωσε πρόσφατα, τον Ιανουάριο του 2025, την πρόθεση ένταξης στη RCEP, με στόχο την ενίσχυση των διεθνών εμπορικών του δικτύων.
Την ώρα που οι ΗΠΑ απομακρύνονται από τα πολυμερή σχήματα, μεγάλες περιοχές της Ασίας και της Ωκεανίας συνεχίζουν να επενδύουν στη συνεργασία και την περιφερειακή ολοκλήρωση.
Win-win λογική: Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, οι συμμετέχουσες χώρες ωφελούνται αμοιβαία, με την εγχώρια παραγωγή να αποκτά πρόσβαση σε νέες αγορές και τους καταναλωτές να απολαμβάνουν μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων σε καλύτερες τιμές. Τέτοιου είδους πρακτικές, όταν σχεδιάζονται με ισορροπία και προνοητικότητα, ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα χωρίς να καταφεύγουν σε προστατευτισμό. Η πρόκληση δεν είναι η συμφωνία αυτή καθαυτή, αλλά η δίκαιη κατανομή των ωφελειών και η προσαρμογή των ευάλωτων κλάδων, κάτι που επιτυγχάνεται με στοχευμένους μηχανισμούς – και όχι με δασμούς.
Όταν οι εμπορικές πολιτικές βασίζονται στη συνεργασία, τη διαφάνεια και την αμοιβαιότητα, μπορούν να αποτελέσουν πραγματικά εργαλεία αμοιβαίου οφέλους.
Το ζητούμενο, ωστόσο – και να το τονίσουμε αυτό – δεν είναι να δημιουργηθούν απομονωμένα εμπορικά μπλοκ που ανταγωνίζονται μεταξύ τους, αλλά να προχωρήσουμε σε ένα πιο συνεκτικό, παγκόσμιο σύστημα εμπορικής συνεργασίας. Ένα σύστημα που να ενσωματώνει διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, να σέβεται τις τοπικές ιδιαιτερότητες και να ενισχύει την κοινή πρόοδο. Μόνο έτσι το διεθνές εμπόριο μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός συνολικής ευημερίας και σταθερότητας, αντί να εξελίσσεται σε πεδίο συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων.
2. Επενδύσεις σε Τοπική Παραγωγή
Η ενίσχυση της εσωτερικής παραγωγικής δυναμικής αποτελεί θεμέλιο για μια ανθεκτική και ισορροπημένη οικονομία. Στόχος δεν είναι η αποκοπή από τις διεθνείς αγορές, αλλά η δημιουργία ενός σταθερού, βιώσιμου και ανταγωνιστικού εγχώριου οικοσυστήματος, ικανού να στηρίζει την οικονομία σε περιόδους εξωτερικών κρίσεων ή εμπορικών εντάσεων.
Βασικοί άξονες:
- Αναβάθμιση παραγωγικών υποδομών. Επενδύσεις σε εγκαταστάσεις, εφοδιαστικές υποδομές, συστήματα ενέργειας και μεταφορών, που ενισχύουν τη συνοχή της εγχώριας παραγωγής και μειώνουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.
- Ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού. Εκπαίδευση και δια βίου μάθηση, με στόχο την ενίσχυση δεξιοτήτων που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σύγχρονης παραγωγής. Η ανταγωνιστικότητα της παραγωγής εξαρτάται από το ποιοτικό δυναμικό των ανθρώπων όσο και από την τεχνολογία.
- Στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ). Οι ΜμΕ συχνά πλήττονται περισσότερο από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Στοχευμένη στήριξη – χρηματοδοτικά εργαλεία, απλοποίηση διαδικασιών, πρόσβαση στην αγορά, ενίσχυση της διασύνδεσης τους με μεγαλύτερες αλυσίδες αξίας – μπορεί να τις μετατρέψει από ευάλωτες μονάδες σε βασικούς πυλώνες της τοπικής οικονομίας.
Πλεονεκτήματα:
- Ενισχύει τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της οικονομίας, μειώνοντας την εξάρτηση από ασταθείς εξωτερικές συνθήκες.
- Προωθεί την κοινωνική συνοχή μέσω της δημιουργίας τοπικής απασχόλησης και τη στήριξη των ΜμΕ.
- Αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε χώρας, προσαρμοζόμενη στις τοπικές παραγωγικές δυνατότητες και ανάγκες.
- Επιτρέπει την οργανική συμμετοχή σε διεθνείς αγορές με δική της παραγωγική βάση, και όχι μόνο μέσω εισαγωγών και κατανάλωσης.
Win-win λογική: Η ενίσχυση της τοπικής παραγωγής δεν συνεπάγεται εμπορικό αποκλεισμό. Αντίθετα, δημιουργεί προϊόντα και υπηρεσίες με υψηλότερη προστιθέμενη αξία, που μπορούν να σταθούν με αξιώσεις σε διεθνές επίπεδο. Η επένδυση στην ποιότητα και την καινοτομία καθιστά περιττούς τους δασμούς, ενισχύοντας την εξωστρέφεια χωρίς επιθετικό προστατευτισμό. Μια τέτοια προσέγγιση μετατρέπει τον «ανταγωνισμό» σε κίνητρο βελτίωσης και εξέλιξης, όχι σε αμυντική περιχαράκωση. Το αποτέλεσμα είναι ένα παραγωγικό μοντέλο πιο βιώσιμο, πιο ευέλικτο και πιο ικανό να ανταποκριθεί στις προκλήσεις ενός μεταβαλλόμενου κόσμου.
3. Ενίσχυση της Ανταγωνιστικότητας μέσω Τεχνολογίας – Καινοτομίας
Η βιώσιμη ανταγωνιστικότητα σε μια παγκόσμια οικονομία που μετασχηματίζεται διαρκώς, εξαρτάται από την ικανότητα των οικονομιών να επενδύουν σε καινοτόμες τεχνολογίες, να αναβαθμίζουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα και να συμμετέχουν στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας όχι απλώς με φθηνά προϊόντα, αλλά με ποιοτικές, διαφοροποιημένες λύσεις.
Βασικοί άξονες:
- Χρηματοδότηση Έρευνας & Ανάπτυξης (R&D):
Δημιουργία ισχυρών μηχανισμών ενίσχυσης της έρευνας σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις. Προώθηση της εμπορικής αξιοποίησης καινοτόμων ιδεών και διασύνδεση με την αγορά. - Ψηφιοποίηση της παραγωγής και της εφοδιαστικής αλυσίδας:
Τεχνολογίες όπως το Internet of Things (IoT), η τεχνητή νοημοσύνη (AI) και τα big data μπορούν να βελτιστοποιήσουν την αποδοτικότητα, να μειώσουν το κόστος και να αυξήσουν την ευελιξία των επιχειρήσεων. - Πράσινες τεχνολογίες και βιώσιμο εμπόριο:
Η ανάπτυξη και υιοθέτηση τεχνολογιών φιλικών προς το περιβάλλον (καθαρής ενέργειας, κυκλικής οικονομίας, πράσινων υλικών) ενισχύει την πρόσβαση σε διεθνείς αγορές που απαιτούν υψηλά πρότυπα βιωσιμότητας.
Πλεονεκτήματα:
- Ενισχύει την εξωστρέφεια και διαφοροποιεί τις εξαγωγές, δίνοντας στις επιχειρήσεις τεχνολογική υπεροχή και νέα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.
- Μειώνει την εξάρτηση από παραδοσιακούς τομείς, ενισχύοντας τη μετάβαση προς μια οικονομία γνώσης.
- Δημιουργεί θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης και ενισχύει τη ζήτηση για επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό.
- Ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς απαιτήσεις για βιώσιμη ανάπτυξη, επιτρέποντας συμμετοχή σε αγορές που απαιτούν τεχνολογικά και περιβαλλοντικά πρότυπα.
Win-win λογική: Η καινοτομία δημιουργεί αξία χωρίς να χρειάζεται να περιορίσει άλλους. Οι οικονομίες που επενδύουν στην τεχνολογία και την έρευνα δεν προστατεύουν απλώς τον εαυτό τους –πρωτοπορούν, παράγοντας προϊόντα και υπηρεσίες που καθιστούν τον προστατευτισμό περιττό. Ενισχύεται έτσι ένας ενάρετος κύκλος: βελτίωση της παραγωγικότητας, ενίσχυση των εξαγωγών, δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και ενίσχυση του διεθνούς ρόλου μιας οικονομίας. Η ανταγωνιστικότητα δεν χτίζεται πλέον στο χαμηλό κόστος, αλλά στη γνώση, τη δημιουργικότητα και την τεχνολογική υπεροχή.
4. Φορολογικά και Ρυθμιστικά Κίνητρα
Ένας ακόμη αποτελεσματικός τρόπος για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και της ανταγωνιστικότητας, χωρίς την προσφυγή σε δασμούς, είναι η αξιοποίηση στοχευμένων φορολογικών και ρυθμιστικών κινήτρων. Πρόκειται για πολιτικές που δεν περιορίζουν το εμπόριο, αλλά διαμορφώνουν ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις, ενισχύοντας στρατηγικούς τομείς και προσελκύοντας επενδύσεις με θετικό αντίκτυπο στην οικονομία.
Παραδείγματα παρεμβάσεων:
- Φορολογικά κίνητρα για παραγωγικές επενδύσεις
Μείωση της φορολογίας για επιχειρήσεις που επενδύουν στην εγχώρια παραγωγή, την τεχνολογική αναβάθμιση ή τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Έμφαση σε περιοχές με υψηλή ανεργία ή με κλάδους στρατηγικής σημασίας. - Ενίσχυση πράσινων και ψηφιακών επενδύσεων
Παροχή επιδοτήσεων, φοροαπαλλαγών ή ταχύτερων αδειοδοτήσεων για επενδύσεις που στηρίζουν τη μετάβαση προς την πράσινη οικονομία ή τον ψηφιακό μετασχηματισμό. - Ρυθμιστικές απλοποιήσεις και σταθερότητα
Μείωση της γραφειοκρατίας, διαφάνεια στους κανονισμούς και σταθερό νομικό και φορολογικό πλαίσιο – όλα κρίσιμα για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης και την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας. - Δημόσιες προμήθειες με αναπτυξιακό πρόσημο
Το κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει την αγοραστική του δύναμη στρατηγικά, ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή μέσα από «έξυπνες» δημόσιες συμβάσεις, που προκρίνουν την καινοτομία, την τοπική προστιθέμενη αξία ή την κοινωνική υπευθυνότητα.
Win-win λογική: Αντί για τιμωρητικούς μηχανισμούς, αυτή η στρατηγική βασίζεται σε θετικά κίνητρα που ενισχύουν τις παραγωγικές επενδύσεις και δημιουργούν συνέργειες μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Δεν επιδιώκει τον αποκλεισμό των ξένων προϊόντων, αλλά την ενίσχυση της εσωτερικής ικανότητας ανταγωνισμού, με όρους βιωσιμότητας και κοινωνικής αποδοχής. Πρόκειται για μια ευέλικτη προσέγγιση, που μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες κάθε οικονομίας, να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τις υπόλοιπες στρατηγικές και να αποδώσει γρήγορα, χωρίς να διαταράξει το διεθνές εμπόριο.
5. Διπλωματικές Λύσεις και Διακρατικές Συνεργασίες
Η εμπορική πολιτική δεν είναι μόνο οικονομική υπόθεση – είναι και ζήτημα διεθνούς διπλωματίας. Πολλές εμπορικές συγκρούσεις, δασμοί και αντίμετρα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί ή περιοριστεί, αν υπήρχε συντονισμένος διάλογος και πολιτική βούληση για συνεργασία. Η επένδυση σε μηχανισμούς συνεννόησης και επίλυσης διαφορών προσφέρει σταθερότητα και μειώνει το εμπορικό κόστος για όλους.
Βασικά εργαλεία:
- Διμερείς και πολυμερείς διάλογοι. Συνεχής επικοινωνία μεταξύ κρατών για την επίλυση εμπορικών εντάσεων, την εναρμόνιση τεχνικών κανόνων και την προώθηση κοινών προτύπων. Όταν οι διαφωνίες μετατρέπονται σε διαπραγμάτευση, αντί για τιμωρία, το αποτέλεσμα είναι πιο σταθερό και αμοιβαία αποδεκτό.
- Μηχανισμοί επίλυσης διαφορών. Η ύπαρξη διεθνών οργανισμών, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (από τον οποίο ο Πρόεδρος Τραμπ, παρά τις γρήγορες αποχωρήσεις του από πολλούς διεθνείς οργανισμούς και συμφωνίες, δεν έχει ακόμη αποχωρήσει επισήμως, αν και έχει επανειλημμένα απειλήσει ότι θα το πράξει) εξασφαλίζει θεσμικό πλαίσιο για την επίλυση εμπορικών διαφορών, προσφέροντας διαφάνεια και προβλεψιμότητα.
- Συνέργειες σε στρατηγικούς τομείς. Αντί για ανταγωνισμό, τα κράτη μπορούν να συνεργαστούν σε στρατηγικά πεδία (όπως φαρμακοβιομηχανία, ενέργεια, τεχνολογία, τρόφιμα), διασφαλίζοντας αμοιβαία επάρκεια και κοινή τεχνογνωσία – κάτι που αποδείχθηκε κρίσιμο σε περιόδους κρίσεων όπως η πανδημία.
- Διεθνείς πρωτοβουλίες για «δίκαιο εμπόριο». Η ενσωμάτωση κοινωνικών, εργασιακών και περιβαλλοντικών κριτηρίων στις εμπορικές σχέσεις (fair trade), ενισχύει την κοινωνική νομιμοποίηση του ελεύθερου εμπορίου και αποτρέπει πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού.
Πλεονεκτήματα:
- Προσφέρει σταθερότητα και προβλεψιμότητα στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, μειώνοντας τον κίνδυνο εμπορικών πολέμων.
- Ενισχύει τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη ανάμεσα σε χώρες και επιχειρήσεις, δημιουργώντας πιο ασφαλές περιβάλλον για επενδύσεις και συνεργασία.
- Αξιοποιεί θεσμικά εργαλεία και διεθνείς οργανισμούς, περιορίζοντας την ανάγκη για μονομερείς ενέργειες ή αντιπαραθέσεις.
- Ενθαρρύνει την πολυμέρεια και τη συλλογική αντιμετώπιση κρίσεων, ιδίως σε στρατηγικούς τομείς όπως η υγεία, η ενέργεια και το περιβάλλον.
- Μειώνει το κόστος εξαιτίας των συγκρούσεων, τόσο σε οικονομικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο – κόστος που συχνά μετακυλίεται στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις.
Win-win λογική: Η διπλωματία δεν επιδιώκει την επιβολή, αλλά τη συμπερίληψη και τη διασύνδεση συμφερόντων. Όταν η εμπορική πολιτική στηρίζεται στον διάλογο και όχι στην αντιπαράθεση, η αβεβαιότητα μειώνεται και τα οφέλη μεγιστοποιούνται. Οι διακρατικές συνεργασίες μπορούν να επιλύουν συγκρούσεις πριν αυτές εξελιχθούν σε κρίσεις και να μετατρέπουν πιθανές αντιθέσεις σε ευκαιρίες για κοινή ανάπτυξη. Αυτό είναι το πραγματικό πλεονέκτημα της συνεννόησης έναντι των μονομερών ενεργειών.
Και τώρα τι;
Το ελεύθερο εμπόριο δεν είναι απλώς μια πολιτική ή μέρος μιας οικονομικής θεωρίας. Είναι μια στάση υπέρ της συνεργασίας, της διαφάνειας και της αμοιβαιότητας. Δεν σημαίνει απουσία κανόνων, αλλά δίκαιους και συμμετοχικούς κανόνες που επιτρέπουν στις χώρες να αναπτύσσονται μέσα από τη σύνδεση και όχι τον αποκλεισμό.
Απέναντι στη σημερινή επιστροφή του προστατευτισμού, χρειαζόμαστε νέες στρατηγικές – όχι τους παλιούς φόβους. Η επιβολή δασμών μπορεί να δίνει την ψευδαίσθηση ελέγχου, αλλά, μακροπρόθεσμα, περιορίζει την ελευθερία επιλογών, αυξάνει τα κόστη και υπονομεύει τη σταθερότητα.
Όπως φάνηκε μέσα από τις στρατηγικές που αναλύσαμε, υπάρχουν πολλαπλοί δρόμοι για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της ανθεκτικότητας και της κοινωνικής συνοχής. Το ζητούμενο δεν είναι να «κλείσει» κάθε χώρα τον εαυτό της, αλλά να ενισχύσει την ανθεκτικότητά της μέσα από συνεργασίες, επενδύσεις και στρατηγική σκέψη.
Σε έναν κόσμο όπου η οικονομική και τεχνολογική αλληλεξάρτηση είναι πραγματικότητα, η ισχύς δεν προκύπτει από την απομόνωση, αλλά από τη συμμετοχή, τη διαφοροποίηση και την προσαρμοστικότητα.
Ο προστατευτισμός είναι ο εχθρός της ελευθερίας. Το ελεύθερο εμπόριο, ως γενική αρχή, αποτελεί μέρος αυτής. Και η οικονομική ελευθερία περνά μέσα από την πρόσβαση, τη συμμετοχή, τη δυνατότητα δημιουργίας και ανταλλαγής.
Ο πραγματικός εχθρός δεν είναι τα «ξένα» προϊόντα, αλλά η εσωστρέφεια, η στασιμότητα και η αδράνεια.
Ο δρόμος μπροστά δεν είναι ο δρόμος των δασμών. Είναι ο δρόμος των έξυπνων, ισορροπημένων και συνεργατικών λύσεων.
Τελικά, είναι η ελευθερία και όχι οι δασμοί, η πιο όμορφη λέξη στο λεξικό…!