Σε μια εποχή που η δημοσιογραφία βρίσκεται υπό έντονο έλεγχο, το “Mal Entendus” – το νέο βιβλίο της δημοσιογράφου Nina Fasciaux – έρχεται ως πρόκληση/πρόσκληση: να ακούσουμε βαθύτερα, να κάνουμε καλύτερες ερωτήσεις και να επαναπροσδιορίσουμε τι θα μπορούσε να γίνει η δημοσιογραφία αν επέλεγε τις συνδέσεις αντί για τις αντιπαραθέσεις. Βασιζόμενη στην πολυετή εμπειρία της στο χώρο και στη συνεργασία της με την συλλογικότητα πολιτών “More in Common”, η Nina αμφισβητεί τις παραδοχές που, συχνά, θεωρούμε δεδομένες – ότι οι περισσότερες «Ειδήσεις» οδηγούν σε περισσότερη κατανόηση, ότι αρκεί μόνο το γεγονός και ότι οι δημοσιογράφοι είναι απλώς παρατηρητές και όχι συμμετέχοντες στα πράγματα για τα οποία κάνουν ρεπορτάζ. Στο βιβλίο της, διερευνά το πώς η δημοσιογραφία μπορεί να γίνει μια δύναμη φροντίδας, σύνδεσης και συλλογικής ακρόασης.
Μιλήσαμε μαζί της για τις σιωπές πίσω από τους τίτλους, για τον αντίκτυπο της δημοσιογραφίας στην ψυχολογία των ανθρώπων και για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει ένα πιο «στοργικό» τοπίο στα μέσα ενημέρωσης.
Η Nina Fasciaux είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας με ευρεία εμπειρία σε διαφορετικούς ρόλους και τομείς. Έχει σπουδάσει Διεθνές Εμπόριο και Ανάπτυξη, ζει στη Γαλλία και είναι Διευθύντρια Συνεργασιών και Υποτροφιών στον Αμερικανικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό Solutions Journalism Network, όπου είχε διατελέσει επίσης Διευθύντρια Ευρώπης & Διεθνής Συντονίστρια από το 2016. Είναι επικεφαλής μιας ομάδας που στηρίζει ΜΜΕ και δημοσιογράφους ώστε να γίνουν πρεσβευτές της αποκαλούμενης Εποικοδομητικής Δημοσιογραφίας (ή Δημοσιογραφίας των Λύσεων). Έχει εκπαιδεύσει εκατοντάδες δημοσιογράφους και εκπαιδευτές δημοσιογράφων, διαφόρων εθνοτήτων, στην πρακτική της Δημοσιογραφίας των Λύσεων, ενώ παράλληλα εργάζεται με ευρωπαϊκές δημοσιογραφικές ομάδες για την κάλυψη εξαιρετικά πολωμένων θεμάτων, αξιοποιώντας τεχνικές διαμεσολάβησης και αφήγησης που ενσωματώνουν την πολυπλοκότητα και τις αποχρώσεις της πραγματικότητας. Έχει ηγηθεί πολυάριθμων πρωτοβουλιών σε όλη την Ευρώπη με επίκεντρο τη δημοσιογραφία, τη δημοκρατία και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με το κοινό. Πριν την ένταξή της στο SJN, εργαζόταν ως αρχισυντάκτρια της ιστοσελίδας Le Courrier de Russie στη Μόσχα (2011–2015), ενώ έχει επίσης δραστηριοποιηθεί ως ανεξάρτητη δημοσιογράφος και μέλος ανθρωπιστικών οργανισμών. Είναι συν-συγγραφέας του βιβλίου Nomade des mers, les escales de l’innovation και πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο της έργο, Mal Entendus.
Ορθός Λόγος: Ο τίτλος του βιβλίου σας – Mal Entendus – αποτελεί ένα όμορφο λογοπαίγνιο που παραπέμπει τόσο στην έννοια του «παρεξηγημένου» όσο και σε εκείνη του «λάθους ακούσματος». Αναρωτιέστε: «Τι θα συνέβαινε αν οι δημοσιογράφοι ήταν μέρος ενός συστήματος φροντίδας, βοηθώντας τους ανθρώπους να γεφυρώσουν τα χάσματά τους αντί να τα βαθαίνουν;» Πρόκειται για μια ισχυρή πρόταση. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να διερευνήσετε για πρώτη φορά αυτό το ερώτημα – και πώς καταλήξατε να θεωρείτε την «ακρόαση» ως τόσο καθοριστικό στοιχείο για το μέλλον της δημοσιογραφίας;
Nina Fasciaux: Αρχίσαμε να διερευνούμε αυτές τις πρακτικές στο Solutions Journalism Network (SJN), μετά την πρώτη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2016, όταν δημοσιεύσαμε ένα δοκίμιο της ερευνήτριας δημοσιογράφου Amanda Ripley – όπου διερευνούσε τρόπους με τους οποίους οι δημοσιογράφοι θα μπορούσαν να δουλεύουν διαφορετικά, ώστε να ακούνε καλύτερα και να τιμούν την πολυπλοκότητα των θεμάτων που καλύπτουν – με τίτλο «Complicating the Narratives». Ένιωθε πως δεν είχε πραγματικά ακούσει ή κατανοήσει τα εκατομμύρια των Αμερικανών που ψήφισαν Τραμπ. Από εκεί ξεκινήσαμε. Στη συνέχεια, αναπτύξαμε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα με τον ίδιο τίτλο – Complicating the Narratives – για να βοηθήσουμε τους δημοσιογράφους να καλύπτουν τα διχαστικά θέματα με έναν διαφορετικό, πιο ουσιαστικό τρόπο. Για μένα, αυτό έγινε προσωπικά καθοριστικό κατά τη διάρκεια του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία. Η κοινωνία ήταν βαθιά διχασμένη: οι διαδηλωτές ένιωθαν πως οι δημοσιογράφοι δεν τους άκουγαν, ενώ οι δημοσιογράφοι ένιωθαν ότι δέχονταν επίθεση. Ήταν μια δύσκολη περίοδος. Εκεί συνειδητοποίησα ότι ο θυμός διογκώνεται όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι δεν ακούγονται — και ότι οι ακραίες θέσεις ριζώνουν όταν οι άνθρωποι αισθάνονται παρεξηγημένοι.
Πιστεύω πως αυτό είναι ένα από τα βασικά ζητήματα στις σύγχρονες Δυτικές κοινωνίες: η ακρόαση δεν θεωρείται δεξιότητα που διδάσκεται. Αντιμετωπίζεται συνήθως ως κάτι έμφυτο, ως ταλέντο. Όμως τόσο οι δημοσιογράφοι όσο και οι πολίτες πρέπει να μάθουμε πώς να ακούμε πραγματικά ό,τι οι άλλοι προσπαθούν να μας πουν. Στη δημοσιογραφία, αυτό είναι ζωτικής σημασίας — όχι μόνο για να αποδώσουμε την πολυπλοκότητα των θεμάτων, αλλά και για να ξεφύγουμε από την επιφανειακή αναπαραγωγή όσων, ήδη, κυκλοφορούν στα κοινωνικά δίκτυα.
Όταν κάποιος έχει μια ισχυρή άποψη, συχνά τη δημοσιεύει στο “Χ” (πρώην Twitter), αλλά αυτό καταγράφει μόνο την επιφάνεια των όσων αισθάνεται. Δεν φανερώνει τους βαθύτερους λόγους πίσω από τις πεποιθήσεις του. Μέσα από τεχνικές ενεργητικής ακρόασης μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα από την επιφάνεια – να κατανοήσουμε τα βιώματα, τα κίνητρα και τους παράγοντες που διαμορφώνουν τις απόψεις των ανθρώπων. Και αυτό, με τη σειρά του, μας επιτρέπει να δούμε τι είναι συστημικό στις ακραίες θέσεις που εκφράζονται.
Ο.Λ: Μιλάτε για τη δημοσιογραφία ως μέρος ενός ευρύτερου «συστήματος φροντίδας» – μια ισχυρή και ασυνήθιστη διατύπωση. Πρακτικά, πώς μπορεί αυτό να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι δημοσιογράφοι καλύπτουν ιστορίες, αλληλεπιδρούν με τις πηγές ή λαμβάνουν εκδοτικές αποφάσεις; Έχετε δει παραδείγματα όπου αυτή η προσέγγιση έχει, ήδη, πάρει σάρκα και οστά;
N.F: Μου ήρθε αυτή η πλαισίωση επειδή ήθελα να υποστηρίξω την ιδέα ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να νοιάζονται πραγματικά για το τι σκέφτονται και τι βιώνουν οι άνθρωποι. Να φροντίζουν – με την ευρύτερη έννοια – για τα πράγματα που έχουν σημασία. Βλέπω, επίσης, στη δημοσιογραφία έναν πολύ ισχυρό κοινωνικό ρόλο. Είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι, οι δημοσιογράφοι λειτουργούμε ως διαμεσολαβητές· υπάρχουμε ανάμεσα σε διαφορετικά μέρη της κοινωνίας. Από αυτή τη θέση, μπορούμε να συνδέουμε ανθρώπους, να τους βοηθάμε να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον καλύτερα, και να δημιουργούμε χώρο για διάλογο.
Στην ουσία, το να δούμε τη δημοσιογραφία ως «επάγγελμα φροντίδας» σημαίνει να εστιάσουμε σε ένα βασικό ερώτημα: Πώς μπορώ, ως δημοσιογράφος, να είμαι πραγματικά χρήσιμος στην κοινωνία; Όχι πώς θα κερδίσω περισσότερα «κλικς». Το ζητούμενο είναι πώς θα συμβάλει αυτή η ιστορία στην πρόοδο της κοινωνίας. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι να το πετύχει κανείς αυτό.
Ένα παράδειγμα είναι η πρωτοβουλία My Country Talks, που ξεκίνησε από τη ZEIT Online στη Γερμανία και, πλέον, εφαρμόζεται και στη Γαλλία αλλά και σε άλλες χώρες. Οργανώνει συναντήσεις μεταξύ ανθρώπων με αντίθετες απόψεις και τους καλεί σε μια δίωρη συζήτηση – όχι με στόχο να αλλάξουν γνώμη, αλλά να δημιουργηθεί μια διαφορετική σχέση μεταξύ τους. Ακόμη κι αν δεν μετακινηθούν ιδεολογικά, μπορούν να γίνουν πιο ανεκτικοί απέναντι σε διαφορετικές οπτικές.
Στη Γαλλία, ερευνητές έχουν καταγράψει δύο είδη πόλωσης: την ιδεολογική πόλωση – όταν οι άνθρωποι διαφωνούν με βάση τις αξίες τους – και τη συναισθηματική πόλωση, που αφορά το επίπεδο εχθρότητας προς τον πολιτικό «αντίπαλο». Πρωτοβουλίες όπως το My Country Talks μπορεί να μη μειώνουν την ιδεολογική πόλωση, αλλά μειώνουν τη συναισθηματική. Και αυτό είναι κρίσιμο. Γιατί, όταν μειώνεται η εχθρότητα, οι άνθρωποι μπορούν να είναι πιο ανοιχτοί σε μια κοινωνία όπου συνυπάρχουν πολλαπλές προοπτικές.
Αυτό είναι ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα –υπάρχουν κι άλλα.
Ο.Λ: Σε κάποιο σημείο επισημαίνετε ένα παράδοξο: ότι η μεγαλύτερη έκθεση στις ειδήσεις μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να κάνει τους ανθρώπους λιγότερο ανοιχτούς σε διαφορετικές απόψεις. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό; Και πώς θα μπορούσαν τα μέσα ενημέρωσης να βοηθήσουν το κοινό να αποκλιμακώνει, να προβληματίζεται και να παραμένει ανοιχτό αντί να γίνεται αμυντικό;
Ν.F: Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει λόγω των γνωστικών μας προκαταλήψεων. Από τη φύση μας, είμαστε πιο δεκτικοί σε πληροφορίες που ενισχύουν τις ήδη υπάρχουσες απόψεις μας, παρά σε πληροφορίες που μας προκαλούν να δούμε τον κόσμο αλλιώς. Το ίδιο ισχύει όμως και για τους δημοσιογράφους: και εκείνοι έχουν τις δικές τους γνωστικές προκαταλήψεις και διαμορφώνουν αφηγήσεις που συντονίζονται με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.
Γι’ αυτό και πιστεύω πως η δημοσιογραφία έχει την ευθύνη να αναγνωρίζει – και να αντιμετωπίζει – αυτά τα φίλτρα: την προκατάληψη επιβεβαίωσης, αλλά και κάθε άλλη μορφή γνωστικής παραμόρφωσης. Ιδανικά, οι αφηγήσεις που παράγει η δημοσιογραφία – οι ιστορίες που μοιραζόμαστε – θα πρέπει να μας βοηθούν να προσεγγίζουμε διαφορετικές οπτικές, να κατανοούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια των άλλων.
Αυτό σημαίνει να τιμούμε την πολυπλοκότητα των θεμάτων και να αντιστεκόμαστε στην τάση για υπεραπλούστευση και διχοτομική σκέψη. Ο κόσμος δεν είναι «μαύρο ή άσπρο», κι ούτε πρέπει να παρουσιάζεται έτσι.
Ο.Λ: Η συνεργασία σας με την ομάδα πολιτών «Destin Commun» σας έφερε σε στενό διάλογο με ανθρώπους που αισθάνονται αποξενωμένοι από τα μέσα ενημέρωσης. Υπήρξαν στιγμές ή ιδέες από αυτή την έρευνα που σας εξέπληξαν ή σας συγκίνησαν ιδιαίτερα;
Ν.F: Ναι, υπάρχει ένα παράδειγμα που με συγκίνησε ιδιαίτερα. Πρόκειται για έναν άνδρα στη Γαλλία, γύρω στα 67 ή 68, του οποίου οι πολιτικές θέσεις τείνουν προς την ακροδεξιά. Μου είπε ότι όταν αισθάνεται πως τον ακούν, νιώθει χρήσιμος μέσα στην κοινωνία. Αυτό, για μένα, ήταν εξαιρετικά ισχυρό. Γιατί δείχνει πόσο βαθιά συνδέεται η αίσθηση του «ανήκειν» με την ακρόαση. Όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν έχουν σημασία – ότι δεν έχουν κάτι να προσφέρουν – χάνουν την αίσθηση της ενδυνάμωσης. Και όταν αυτό συμβαίνει, συχνά αποσύρονται, απομονώνονται ή και απορρίπτουν τους άλλους. Πιστεύω ότι όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι είναι χρήσιμοι, όχι μόνο για τον εαυτό τους αλλά και για τους άλλους, καλλιεργείται μια μεγαλύτερη ανοχή. Ένας χώρος πιο ανοιχτός στη συνύπαρξη και τη διαφορετικότητα.
Ο.Λ: Ένα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα του βιβλίου σας είναι ότι η δημοσιογραφία πρέπει να προχωρήσει πέρα από τα «γεγονότα» και να ασχοληθεί με τις αλήθειες που βιώνουν οι άνθρωποι. Όμως, σε μια εποχή όπου τα συναισθήματα και οι προσωπικές αφηγήσεις μπορούν να μετατραπούν σε «όπλα», πώς μπορούν οι δημοσιογράφοι να κρατούν χώρο για ενσυναίσθηση χωρίς να ενισχύουν τη διαστρέβλωση ή τη χειραγώγηση;
Ν.F: Έχετε ακούσει τη φράση: «Τα συναισθήματά μου δεν ενδιαφέρονται για τα γεγονότα σου»;
Αυτή η φράση μπορεί, προφανώς, να ακούγεται προβληματική – ειδικά όταν έχουμε δημόσια πρόσωπα όπως ο Τραμπ ή άλλοι λαϊκιστές που παραποιούν τα γεγονότα για να εξυπηρετήσουν τη δική τους ατζέντα. Ωστόσο, αποκαλύπτει και κάτι βαθύτερο: όσο κάποιος δεν νιώθει ότι τον ακούν, δεν θα είναι πρόθυμος να ακούσει τα γεγονότα ή τα επιχειρήματά σου.
Πιστεύω ότι οι δημοσιογράφοι έχουν έναν διπλό ρόλο. Από τη μία, πρέπει να παραμένουν πιστοί στα γεγονότα – γιατί τα γεγονότα έχουν σημασία. Από την άλλη, οφείλουν να ακούν και εκείνους που δεν τους εμπιστεύονται. Γιατί όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι κάποιος πραγματικά τους ακούει, τότε γίνονται πιο ανοιχτοί και στο να ακούσουν οι ίδιοι. Γίνονται πιο δεκτικοί στα γεγονότα.
Στη δημοσιογραφία, συχνά παρουσιάζουμε τα συναισθήματα και τα γεγονότα ως αντίθετα μεταξύ τους — σαν να πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα στο ένα και στο άλλο. Όμως δεν είναι έτσι. Δεν είναι ένα «ή το ένα ή το άλλο». Χρειαζόμαστε και τα δύο. Πρέπει να επιμείνουμε στα γεγονότα και να κρατήσουμε χώρο για το ανθρώπινο βίωμα. Μόνο τότε η δημοσιογραφία μπορεί να έχει πραγματικό αντίκτυπο.
Ο.Λ: Προτείνετε ότι η δημοσιογραφία πρέπει να εξελιχθεί πέρα από τις σημερινές δομές της για να είναι πραγματικά αποτελεσματική σε έναν διαιρεμένο κόσμο. Ας φανταστούμε, λοιπόν, μια καθαρή αρχή, χωρίς κληρονομημένα δημοσιογραφικά μοντέλα και προκαταλήψεις. Αν μπορούσατε να φτιάξετε μια αίθουσα σύνταξης από το μηδέν, πώς θα λειτουργούσε; Ποιες αξίες και πρακτικές θα βρίσκονταν στον πυρήνα της;
Ν.F: Αυτή είναι μια τρομερή ερώτηση – γιατί θα μπορούσε να σημαίνει τα πάντα! Αλλά αν έπρεπε να διαλέξω ένα σημείο εκκίνησης, θα έλεγα το εξής: ιδίως σε τοπικό επίπεδο, βλέπουμε όλο και περισσότερες κοινοτικές αίθουσες σύνταξης, όπου η δημοσιογραφική δουλειά ξεκινά πραγματικά από την κοινότητα και για την κοινότητα. Όχι από το τι «πιστεύουμε» ότι έχει σημασία, αλλά από το τι σημασία έχει για εκείνους που ζουν τα ίδια τα γεγονότα.
Αν λοιπόν μπορούσα να ξεκινήσω από το μηδέν, θα ξεκινούσα από τους ανθρώπους που προσπαθούμε να υπηρετήσουμε. Η αίθουσα σύνταξης θα χτιζόταν γύρω από αυτούς – και όχι απλώς για αυτούς.
Ο.Λ: Φυσικά, η δημοσιογραφία δεν διαμορφώνεται μόνο από εκείνους που την παράγουν, αλλά και από εκείνους που την «καταναλώνουν». Ποιος είναι ο ρόλος των αναγνωστών και του κοινού των μέσων ενημέρωσης στην υποστήριξη ενός πιο στοχαστικού και λιγότερο πολωμένου δημόσιου διαλόγου;
N.F: Αυτό είναι κάτι που εξετάζω και στο βιβλίο μου. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι οι δημοσιογράφοι δεν ακούν – πολλές φορές ούτε οι ίδιοι οι πολίτες, ως καταναλωτές των μέσων, ακούν πραγματικά. Συχνά, έχουμε την τηλεόραση ανοιχτή ή διαβάζουμε τίτλους ειδήσεων, αλλά χωρίς να απορροφούμε, πλήρως, τις πληροφορίες. Δεν είμαστε πραγματικά δεκτικοί σε όσα μας λέγονται.
Πιστεύω ότι ένας τρόπος με τον οποίο μπορούμε, ως δημοσιογράφοι, να βοηθήσουμε το κοινό να συνδεθεί πιο ουσιαστικά με την πληροφορία, είναι η διαφάνεια: να δείχνουμε ανοιχτά πώς παράγεται η δημοσιογραφική εργασία. Αυτό σημαίνει να εξηγούμε γιατί επιλέγουμε ένα θέμα, γιατί δίνουμε φωνή σε συγκεκριμένους ανθρώπους, γιατί εστιάζουμε σε ορισμένες πτυχές μιας ιστορίας – ακόμα και να παραδεχτούμε ποιες πληροφορίες δεν μπορέσαμε να συλλέξουμε.
Αντί να κυνηγάμε μια επίπλαστη ουδετερότητα, θα ήταν πιο τίμιο να αναγνωρίσουμε την εγγενή υποκειμενικότητα που φέρουμε ως άνθρωποι. Η διαφάνεια αυτή δείχνει στο κοινό ότι μας ενδιαφέρει πώς φτάνει η πληροφορία στα χέρια του. Και, ταυτόχρονα, τους βοηθά να κατανοήσουν καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο μια ιστορία χτίστηκε και παρουσιάστηκε.
O.Λ: Πολλά από όσα περιγράφετε – ακρόαση, φροντίδα, γεφύρωση των χασμάτων – μοιάζουν βαθιά συνδεδεμένα με τη λαχτάρα για αρμονία, σε μια εποχή που ο κόσμος συχνά μοιάζει κατακερματισμένος και διχασμένος. Πώς εκτιμάτε ότι αυτή η μετατόπιση στη δημοσιογραφία μπορεί να συμβάλει σε μια πιο αρμονική κοινωνία; Και, τι είναι αυτό που σας δίνει ελπίδα ότι μια τέτοια μεταμόρφωση είναι ακόμη δυνατή;
Ν.F: Νομίζω ότι όλα έχουν να κάνουν με την ισορροπία – με το πώς μπορούμε να αναδεικνύουμε τα μεγάλα προβλήματα του κόσμου, που σήμερα είναι πραγματικά τεράστια, δίνοντας, ταυτόχρονα, εξίσου σημαντικό χώρο στο πώς οι άνθρωποι ανταποκρίνονται σε αυτά τα προβλήματα.
Αν το σκεφτείτε, γιατί χρειαζόμαστε τις γέφυρες; Επειδή υπάρχουν δύο σημεία που χρειάζεται να ενωθούν. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τους δημοσιογράφους: βρισκόμαστε κι εμείς ανάμεσα σε πράγματα – ανάμεσα στους πολιτικούς και την κοινωνία, ανάμεσα σε διαφορετικές κοινότητες, ανάμεσα σε συγκρουόμενες αφηγήσεις. Το ερώτημα είναι: στεκόμαστε ως τοίχος ή ως γέφυρα;
Έχει να κάνει με το πώς «παρουσιαζόμαστε» στον κόσμο, με το πώς μιλάμε στους ανθρώπους και για τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι χρειάζεται περισσότερη ταπεινότητα στη δημοσιογραφία – ώστε να μπορέσουμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να επανασυνδεθούν μεταξύ τους, αντί να σταθούμε εμπόδιο στη σύνδεση αυτή.
Ο.Λ: Αν μπορούσατε να αλλάξετε ένα μόνο πράγμα στη δημοσιογραφία όπως είναι σήμερα, ποιο θα ήταν αυτό; Και, ποιο μήνυμα θα θέλατε να αφήσετε στους συναδέλφους δημοσιογράφους – και σε όσους εξακολουθούν να πιστεύουν στις δυνατότητες της δημοσιογραφίας;
N.F: Θα έκανα κάθε βήμα που θα μπορούσε να βοηθήσει τη δημοσιογραφία να γίνει πιο χρήσιμη και πιο συνδεδεμένη με τους ανθρώπους.
Πιστεύω ότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι θέλουν πραγματικά να κάνουν τη δουλειά τους όσο καλύτερα μπορούν. Δεν επιλέγουν συνειδητά να παράγουν περιεχόμενο που επηρεάζει αρνητικά την κοινωνία. Το αντίθετο: οι περισσότεροι δημοσιογράφοι που γνωρίζω μπήκαν σε αυτόν τον χώρο επειδή ήθελαν να συμβάλουν σε έναν καλύτερο κόσμο.
Το μήνυμα που θα ήθελα να τους αφήσω είναι το εξής: κάθε μέρα, αναρωτηθείτε – πώς συνδέεται η δουλειά μου με τις αρχικές μου φιλοδοξίες; Και πού αισθάνομαι ότι υπάρχει ρήγμα; Τι μπορώ να κάνω για να το αλλάξω;
Ο.Λ: Τέλος, υπάρχει κάτι που θα θέλατε να μοιραστείτε με τους αναγνώστες μας στην Ελλάδα, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τις δικές τους προκλήσεις γύρω από την εμπιστοσύνη, τον διάλογο και το μέλλον της δημόσιας ζωής;
N.F: Η Ελλάδα δίδαξε στον κόσμο τι σημαίνει ουσιαστικός διάλογος. Γι’ αυτό νομίζω ότι σήμερα χρειάζεται, απλώς, να επανασυνδεθείτε με αυτό που, ήδη, είστε – με τις θεμελιώδεις αξίες της ελληνικής κοινωνίας. Τις αξίες των πρωτοπόρων της Δημοκρατίας.