Το “America First” δεν ήταν απλώς ένα προεκλογικό σύνθημα. Ήταν μια πολιτική κατασκευή: σύντομη, απόλυτη, φορτισμένη. Μια φράση που δεν χρειάζεται επεξήγηση, γιατί λειτουργεί πριν από αυτήν – σαν αντανακλαστικό. Στη σημερινή εποχή, όπου η πολιτική, συχνά, μετατρέπεται σε επικοινωνιακή σύγκρουση και η κοινωνική κόπωση ζητά γρήγορες βεβαιότητες, τέτοιες πολιτικές συντομεύσεις αποκτούν μια σπάνια ιδιότητα: γίνονται εξαγώγιμες.
Η ισχύς του «Πρώτα» δεν βρίσκεται σε ένα συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης. Βρίσκεται στο ότι λειτουργεί ως σύνθημα-ομπρέλα. Μέσα του μπορεί να χωρέσει σχεδόν οτιδήποτε: πατριωτισμός, φόβος, θυμός, αίσθηση αδικίας, επιθυμία εκδίκησης, ανάγκη για ασφάλεια, νοσταλγία για μια «χαμένη τάξη». Και ακριβώς επειδή δεν προσδιορίζει σαφώς το νόημά του, επιτρέπει στον καθένα να ακούσει αυτό που θέλει να ακούσει. Γι’ αυτό αντιγράφεται εύκολα: όχι ως ρεαλιστική πολιτική πρόταση, αλλά επειδή προσφέρει μια άμεση βεβαιότητα – ότι «τα πράγματα θα μπουν στη θέση τους», χωρίς κόστος και χωρίς πολυπλοκότητα. Σε έναν δημόσιο χώρο όπου οι λεπτές εννοιολογικές διαφορές αντιμετωπίζονται ως υπεκφυγές και η τεκμηρίωση ως φλυαρία, μοιάζει με λύση – πριν καν εξηγήσει τι ακριβώς λύνει.
Κάπως έτσι, ένα αμερικανικό πολιτικό brand έγινε διεθνής γλώσσα. Και όταν μια γλώσσα γίνεται τόσο εύχρηστη, δεν χρειάζεται να πιστεύει κανείς βαθιά στο περιεχόμενό της για να τη χρησιμοποιήσει. Αρκεί να αντιληφθεί ότι «πουλάει»: ότι δίνει ταυτότητα, ότι οργανώνει τη δυσαρέσκεια σε σύνθημα, ότι υπόσχεται μια εύκολη «επαναφορά». Από εδώ ξεκινά το σύνδρομο του «η χώρα μου πρώτα» – ως πολιτικό μοτίβο που αναπαράγεται από χώρα σε χώρα ακριβώς επειδή δεν απαιτεί σκέψη και πρόγραμμα· αρκεί να υποδείξει έναν εύκολο εχθρό και μια απλή ιεράρχηση.
Ευρωπαϊκή διάχυση: Ίδια λογική, διαφορετικές σημαίες
Στην Ευρώπη το «Πρώτα» μεταφράστηκε, προσαρμόστηκε και επανεμφανίστηκε ως κοινός κώδικας: Έθνος / Πολίτες / η Χώρα Πρώτα. Άλλοτε ως καθαρή διακήρυξη, άλλοτε ως υπονοούμενο. Όμως ο μηχανισμός είναι αναγνωρίσιμος: η πολιτική παρουσιάζεται ως παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, η «εθνική προτεραιότητα» ως αυτονόητη αρετή, και η σύνθετη πραγματικότητα ως κάτι που χωρά σε μια καθαρή, συναισθηματικά φορτισμένη διακήρυξη.
Αυτός ο κώδικας συνοδεύεται, σχεδόν, παντού από τα ίδια χαρακτηριστικά: καχυποψία απέναντι στους θεσμούς, δυσπιστία προς τις υπερεθνικές δομές, εύκολες βεβαιότητες εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει τεκμηρίωση και μια υπόσχεση «αποκατάστασης» που σπάνια περιγράφει το πώς. Η γλώσσα είναι απλή, τα όρια θολά, οι εχθροί υπαινικτικοί ή ρητοί. Κι έτσι το Πρώτα γίνεται κάτι περισσότερο από πολιτική θέση: γίνεται ταυτότητα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ευρωπαϊκό trend των τελευταίων χρόνων έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση: άνοδος εθνικιστικών και λαϊκιστικών σχημάτων – όχι μόνο στα ποσοστά, αλλά και στη θεσμική τους κανονικοποίηση. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές εκδοχές ο τρόπος πολιτικής άρθρωσης του «εμείς πρώτα» εμφανίζεται σχεδόν κατά λέξη. Και αυτό δεν μένει πάντα στο επίπεδο της ταμπέλας: μπορεί να λειτουργήσει ως κοινό σύνθημα που συσπειρώνει ετερόκλητες δυσαρέσκειες.
-Στην Τσεχία, για παράδειγμα, το “Czechia First” εμφανίστηκε ως μαζική λαϊκή διαδήλωση, το 2022, στις οποίες καταγράφηκε η παρουσία τόσο ακροδεξιών όσο και κομμουνιστικών/ακροαριστερών δυνάμεων – ένα ενδεικτικό στιγμιότυπο του πώς το “Πρώτα” απλοποιεί, συγκολλά και πολώνει ταυτόχρονα. Και με αυτό το μότο κατάφερε και επέστρεψε στον πρωθυπουργικό θώκο της Τσεχίας ο ηγέτης του «Κινήματος Δυσαρεστημένων Πολιτών», δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας και πρώην μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχοσλοβακίας, Άντρεϊ Μπάμπις, τον Δεκέμβριο του 2025.
Το ίδιο μοτίβο παίρνει διαφορετικές σημαίες και διαφορετικές φράσεις.
-Στην Ουγγαρία, ο Βίκτορ Όρμπαν χρησιμοποιεί ρητά το «Hungary First».
-Στη Σλοβακία, το «Slovakia first» περιγράφεται, ήδη, ως γραμμή πολιτικής που μετατοπίζει τη χώρα προς μια πιο κλειστή, εθνο-προτεραιοποιημένη ανάγνωση συμφερόντων.
-Στη Σουηδία, η λογική αυτή εμφανίστηκε ακόμη και ως ονομασία νέου κομματικού εγχειρήματος της Σουηδής πολιτικού Elsa Widding («Sweden First»).
-Στην Ιταλία η ίδια συνταγή συμπυκνώθηκε στο «Prima gli italiani» («Πρώτα οι Ιταλοί») ως ευθεία ιεράρχηση πολιτικής προτεραιότητας.
-Στη Γερμανία, το «Unser Land zuerst» («Η χώρα μας πρώτα») εμφανίζεται ως ρητή διατύπωση σε κομματικό υλικό της AfD.
-Στη Γαλλία, το «Les Français d’abord» («Οι Γάλλοι πρώτα») λειτουργεί ως σταθερός άξονας προτεραιοποίησης των «δικών μας» έναντι των «άλλων».

Στο ίδιο κύμα εντάσσεται και η ελληνική εκδοχή: Πολλά πολιτικά κομματίδια και στη χώρα μας αρθρώνουν το εμφανές στίγμα «πρώτα το εθνικό συμφέρον» – με γλώσσα που διεκδικεί ρόλο ανασυγκρότησης και «εθνικής ενότητας». Στην αυτοπαρουσίασή τους όλα αυτά τα ακροδεξιά –και όχι μόνο– μορφώματα προβάλουν μια ανθρωποκεντρική ταυτότητα με έντονη αξιακή/ηθική φόρτιση. Η θεματολογία τους τείνει να χτίζεται πάνω σε ένα γνώριμο υπόβαθρο: διαρκής αναφορά στη διαφθορά, στην ατιμωρησία και σε ένα πολιτικό σύστημα που παρουσιάζεται ως βαθιά προβληματικό. Μέχρι και κόμμα με αυτό ακριβώς το όνομα, «Πρώτα η Ελλάδα», έχει δημιουργηθεί ανταγωνιζόμενο τα ήδη υπάρχοντα και επιχειρώντας να συνεργαστεί με «αναδυόμενα» σχήματα όπως αυτό της Μ. Καρυστιανού.
Όλες αυτές οι εκδοχές, τελικά, μιλούν την ίδια γλώσσα. Και αυτή η γλώσσα, όσο ελκυστική κι αν ακούγεται, δεν προκύπτει ως ανανέωση πολιτικής σκέψης, αλλά ως επανάληψη ενός δοκιμασμένου μοτίβου: «η κοινωνία απέναντι στο σύστημα», με έμφαση στη δικαίωση, την τιμωρία και την κάθαρση ως κεντρικούς άξονες νομιμοποίησης.
Έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, μια αμερικανική φόρμουλα πολιτικής ταυτότητας – εύκολη, επιθετική, απόλυτη – απέκτησε ευρωπαϊκά ισοδύναμα. Και όσο περισσότερο κανονικοποιείται θεσμικά, τόσο λιγότερο μοιάζει με περιθώριο και τόσο περισσότερο με «κανονική» γλώσσα πολιτικής…
Το αδιέξοδο του «πρώτα»
Το σύνθημα αυτό ακούγεται αθώο… Όμως, στην πολιτική τίποτα δεν είναι χωρίς συνέπειες. Κάθε «πρώτα» είναι μια ιεράρχηση – και κάθε ιεράρχηση οφείλει να απαντά σε ερωτήματα που το σύνθημα συστηματικά αποφεύγει: πρώτα ποιος; με ποιο κόστος; και, κυρίως, απέναντι σε ποιους και με ποια όρια;
Όταν αυτά τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα, το «πρώτα» παύει να είναι πολιτική θέση και μετατρέπεται σε ρητορικό εργαλείο που μπορεί να υπηρετήσει τα πάντα: από μια εύλογη προτεραιοποίηση μέχρι την επιθετική εξαίρεση των «άλλων». Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: το «η χώρα μου πρώτα» δεν ορίζει απλώς προτεραιότητες για εσωτερική κατανάλωση· αναδιατάσσει τη σχέση της χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο.
Αν το «πρώτα» σήμαινε απλώς «να φροντίσουμε τους ανθρώπους μας» ως πρόταγμα αλληλεγγύης δεν θα υπήρχε σοβαρή αντίρρηση. Όμως, στην πράξη λειτουργεί αλλιώς. Μετακινεί τη συζήτηση από το «τι είναι δίκαιο» στο «τι μας συμφέρει», από το «τι είναι θεσμικά ορθό» στο «τι επιβάλλεται», από το «πώς συνυπάρχουμε» στο «ποιος προηγείται και ποιος μένει πίσω». Και σε έναν κόσμο αλληλεξαρτήσεων, αυτό το «πρώτα» δεν μένει ποτέ εσωτερική υπόθεση· μεταφράζεται αναπόφευκτα σε τριβή, καχυποψία και σύγκρουση με τους άλλους.
Εδώ αναδύεται και μια βαθύτερη αντίφαση. Χώρα χωρίς κοινωνία δεν υπάρχει, αλλά ούτε κοινωνία χωρίς τον υπόλοιπο κόσμο. Η πατρίδα δεν είναι μόνο σύνορα, σημαία ή συμφέρον· είναι σχέσεις, κανόνες, δεσμοί εμπιστοσύνης – εσωτερικά και εξωτερικά. Όταν το «πρώτα» γίνεται απόλυτο, χρειάζεται αναγκαστικά να ορίσει ποιοι δεν ανήκουν, ποιοι περισσεύουν, ποιοι μπορούν να αγνοηθούν. Έτσι, το σύνθημα που υπόσχεται προστασία, καταλήγει να διαβρώνει τη βάση της παγκόσμιας συνύπαρξης.
Γι’ αυτό το «πρώτα» καταλήγει σε αδιέξοδο όταν παρουσιάζεται ως καθολική απάντηση. Όχι επειδή οι κοινωνίες δεν δικαιούνται να υπερασπίζονται τον εαυτό τους, αλλά επειδή η υπεράσπιση χωρίς όρια μετατρέπεται σε αυτοακύρωση. Σε έναν πλανήτη όπου καμία χώρα δεν στέκεται μόνη της, το «η χώρα μου πρώτα» δεν λύνει προβλήματα· απλώς μεταφράζει την αδυναμία συνεργασίας σε ρηχό πολιτικό σύνθημα.

Κοινός τόπος
Αν το «η χώρα μου πρώτα» οδηγεί σε αδιέξοδο, τότε το ζητούμενο είναι ποιο πλαίσιο σκέψης μπορεί να το υπερβεί. Γιατί το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη διατύπωση, αλλά στην νοοτροπία που τη συνοδεύει: στην ιδέα ότι οι σύνθετες πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν κοιτώντας αποκλειστικά το στενό εθνικό συμφέρον, αποκομμένο από το κοινό καλό και από τις σχέσεις αλληλεξάρτησης που ορίζουν τον σύγχρονο κόσμο.
Σε έναν πλανήτη όπου η κλιματική κρίση, η οικονομική αστάθεια, η μετανάστευση, η ασφάλεια και η τεχνολογία δεν γνωρίζουν σύνορα, η αντίληψη του «ο καθένας για τον εαυτό του», η φαντασίωση μιας αυτάρκειας σε επίπεδο έθνους-κράτους, δεν προσφέρει λύσεις. Μπορεί πρόσκαιρα να μεταθέτει ευθύνες και κόστη, όμως δεν τα εξαφανίζει· τα επιστρέφει πολλαπλασιασμένα, είτε ως οικονομική πίεση, είτε ως γεωπολιτική ένταση, είτε ως κοινωνική αποσταθεροποίηση.
Ο κοινός τόπος που χάνεται μέσα σε αυτή τη ρητορική είναι απλός αλλά θεμελιώδης: καμία χώρα δεν υπάρχει αποκομμένη από τις άλλες. Ούτε οικονομικά, ούτε πολιτικά, ούτε ηθικά. Το «πρώτα» λειτουργεί ως δήλωση απόστασης. Και όσο αυτή η απόσταση κανονικοποιείται, μετατρέπεται σε καχυποψία, ανταγωνισμό και – τελικά – σε σύγκρουση.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον πατριωτισμό και στον εθνικισμό. Ο πρώτος αναγνωρίζει την ευθύνη απέναντι στον τόπο σου χωρίς να ακυρώνει τον κόσμο γύρω του. Ο δεύτερος ορίζει την αξία του «εμείς» μόνο μέσα από τον αποκλεισμό των «άλλων». Δεν βλέπει σχέσεις, βλέπει σύνορα. Δεν βλέπει κοινά προβλήματα, βλέπει αντίπαλα συμφέροντα. Και έτσι, αντί να προστατεύει τη χώρα, τη φυλακίζει σε μια μόνιμη στάση άμυνας.
Ο κοινός τόπος, αντίθετα, ξεκινά από μια στοιχειώδη, αλλά, συχνά, λησμονημένη παραδοχή: πριν ο άλλος γίνει σύμμαχος ή αντίπαλος, παραμένει άνθρωπος. Πριν γίνει κράτος, έθνος ή παράταξη, συμμερίζεται την ίδια εύθραυστη συνθήκη του κόσμου. Αυτή η αναγνώριση δεν είναι συναισθηματισμός· είναι στοιχειώδης ρεαλισμός, όρος επιβίωσης σε αυτόν τον πλανήτη. Χωρίς αυτήν, καμία διεθνής συνεργασία δεν αντέχει, καμία δημοκρατία δεν ακμάζει, καμία κρίση δεν αντιμετωπίζεται.
Σε αυτό το σημείο, αξίζει να θυμηθούμε ως παράδειγμα τη σκέψη του Γκάντι – όχι ως ιστορική αναφορά, αλλά ως κριτήριο μέτρησης. Για εκείνον, η αγάπη προς την πατρίδα δεν ήταν αντίθετη με την ευθύνη προς τον κόσμο. Αντίθετα, ήταν αδιανόητη χωρίς αυτήν. Η φροντίδα για τον τόπο σου δεν αναιρείται όταν αναγνωρίζεις την ισότητα των άλλων· ακυρώνεται όταν την αρνείσαι.
Γι’ αυτό ο κοινός τόπος που χρειαζόμαστε σήμερα δεν είναι μια νέα ιεράρχηση, αλλά μια κοινή αξία. Ένα σημείο όπου το συμφέρον συναντά το όριο, όπου η ταυτότητα συναντά τη συνύπαρξη, όπου η πολιτική παύει να είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος και ξαναγίνεται χώρος κοινής ευθύνης. Όχι επειδή όλοι θα συμφωνούμε σε όλα, αλλά επειδή χωρίς αυτόν τον θεμελιώδη όρο συνύπαρξης, καμία διαφωνία δεν μπορεί να παράγει κάτι δημιουργικό.
Και εδώ, η γνωστή ρήση «αγαπάτε αλλήλους» αποκτά ακριβώς τη θέση που της ταιριάζει: όχι ως θρησκευτική επίκληση, ηθικολογία ή συναισθηματική ευχή, αλλά ως προϋπόθεση συμβίωσης. Να αναγνωρίζεις στον άλλον την ανθρώπινη ιδιότητα πριν τον μετατρέψεις σε «άλλο κράτος», σε «απειλή», σε αντίπαλο που πρέπει να παραμεριστεί.
Αυτή είναι η ουσιαστική αντιπρόταση στο σύνδρομο του «πρώτα»: Να αντιλαμβάνεσαι ότι η ασφάλεια, η ευημερία και η ελευθερία δεν χτίζονται εναντίον των άλλων, αλλά μαζί τους· ότι το συμφέρον χωρίς όρια είναι κοντόφθαλμο και, τελικά, αυτοϋπονομευτικό· ότι η πολιτική, όταν αποκόπτεται από την αναγνώριση του άλλου ως ανθρώπου, παύει να είναι διαχείριση των κοινών και μεταλλάσσεται σε μηχανισμό σύγκρουσης. Χωρίς αυτή τη στοιχειώδη προϋπόθεση, το αποτέλεσμα θα παραμένει το ίδιο: περισσότερη πόλωση, περισσότερη φθορά, λιγότερη δημοκρατία. Το «αγαπάτε αλλήλους», έτσι νοημένο, δεν εξιδανικεύει τον κόσμο· τον καθιστά απλώς… κατοικήσιμο.
«Αυτοαποκαλούμαι εθνικιστής, αλλά ο εθνικισμός μου είναι πλατύς όσο το σύμπαν· αγκαλιάζει όλα τα έθνη της γης. Περιλαμβάνει την ευημερία όλου του κόσμου. Δεν θέλω η χώρα μου να υψωθεί πάνω στις στάχτες άλλων εθνών. Δεν θέλω να εκμεταλλευτεί ούτε έναν άνθρωπο. Θέλω να είναι δυνατή, ώστε να μεταδώσει τη δύναμή της και σε άλλους λαούς», Μαχάτμα Γκάντι

Και τώρα τι;
Το σύνθημα «η χώρα μου πρώτα» δεν θα πάψει να ακούγεται. Σε περιόδους φόβου, αβεβαιότητας και κόπωσης, τα απλά σχήματα επιστρέφουν πάντα. Το κρίσιμο είναι αν θα συνεχίσει να λειτουργεί ως υποκατάστατο πολιτικής σκέψης – ή αν θα αναγνωριστεί ως σύμπτωμα ενός βαθύτερου αδιεξόδου.
Γιατί κάθε φορά που η πολιτική περιορίζεται σε κραυγές προτεραιότητας, κάτι ουσιώδες χάνεται: η ικανότητα να σκεφτόμαστε πέρα από το άμεσο, πέρα από το «δικό μας», πέρα από τον επόμενο κύκλο σύγκρουσης. Κι όταν αυτή η ικανότητα ατροφεί, οι κοινωνίες δεν γίνονται ισχυρότερες· γίνονται πιο φοβισμένες, πιο καχύποπτες, πιο εύθραυστες.
Η προοπτική, λοιπόν, δεν βρίσκεται σε ένα «καλύτερο πρώτα», ούτε σε μια πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή του ίδιου σχήματος. Βρίσκεται στην επαναφορά της πολιτικής ως τέχνης συνύπαρξης: ως χώρου όπου το συμφέρον συνομιλεί με το όριο, η ταυτότητα με την ευθύνη, η διαφωνία με τον σεβασμό. Όχι από αφέλεια, αλλά από επίγνωση ότι σε έναν κόσμο αλληλεξαρτήσεων, η απομόνωση δεν είναι δύναμη – είναι αυταπάτη.
Αν κάτι δείχνει η εποχή μας, είναι ότι τα μεγάλα προβλήματα δεν λύνονται εναντίον των άλλων. Λύνονται μόνο μαζί με τους άλλους. Κι αυτό δεν είναι ηθική στάση· είναι ρεαλισμός. Όπως και το να αναγνωρίζεις στον άλλον πρώτα την ανθρώπινη ιδιότητα, πριν τον μετατρέψεις σε εχθρό, σε εμπόδιο ή σε απειλή.
Ίσως, τελικά, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι ποιος προηγείται. Είναι αν θα καταφέρουμε να θυμηθούμε γιατί αξίζει να προχωράμε μαζί. Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, η μεγαλύτερη πολιτική ωριμότητα δεν είναι να φωνάζεις «πρώτα εγώ», αλλά να μπορείς να απαντάς, με σοβαρότητα και ευθύνη, στο ερώτημα: πώς συνεχίζουμε χωρίς να υπονομεύσουμε ό,τι μας συγκροτεί ως ανθρώπους.

