Μιλάμε συχνά για τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν σήμερα οι δυτικές δημοκρατίες. Τον επικαλούμαστε σε κάθε κρίση, σε κάθε πολιτική ένταση, σε κάθε κοινωνική αναταραχή. Η δημοκρατία παρουσιάζεται ως διαρκώς απειλούμενη – από τα άκρα, τον λαϊκισμό, την αποχή, την απαξίωση των θεσμών. Κι όμως, σπανίως αναρωτιόμαστε αν ο κίνδυνος δεν προέρχεται μόνο από όσους την αμφισβητούν ανοιχτά, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο την εφαρμόζουμε, γενικά, στο όνομά της.
Ο δημόσιος λόγος γίνεται ολοένα οξύτερος. Κατηγορίες διατυπώνονται με απόλυτη βεβαιότητα, ατυχήματα βαφτίζονται εγκλήματα και υποθέσεις ορίζονται σκάνδαλα, πριν καν… εξεταστούν, ενώ πολιτικές ευθύνες συγχέονται με ποινικές. Η σύγκρουση δεν περιορίζεται στις ιδέες· επεκτείνεται στα πρόσωπα, στα κίνητρα, στην ηθική υπόσταση του αντιπάλου.
Στον φιλελεύθερο Δυτικό κόσμο έχει παγιωθεί, σωρευτικά εδώ και δεκαετίες, ένα μοντέλο που ταυτίζει τη δημοκρατία με την απεριόριστη έκφραση, την πολιτική αντιπαράθεση με τον καταγγελτικό λόγο, την ελευθερία με την απουσία ορίων (ελευθεριότητα). Ένα μοντέλο όπου η ένταση θεωρείται αυθεντικότητα, η υπερβολή ειλικρίνεια και η διαρκής σύγκρουση ένδειξη ζωντάνιας του πολιτεύματος. Και, καθώς αυτή η πρακτική θεωρείται, πλέον, «φυσιολογική», μένει εκτός συζήτησης το κατά πόσον υπηρετεί τις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος και του κράτους δικαίου ή αν, αντίθετα, τις αποδυναμώνει σταδιακά.
Η δημοκρατία είναι πρωτίστως ένα πλαίσιο κανόνων. Προϋποθέτει μέτρο, διάκριση ρόλων, αποδοχή θεσμικής αρμοδιότητας. Όταν η ελευθερία αποσυνδέεται από αυτή τη θεσμική πειθαρχία, η ισορροπία μεταβάλλεται. Η μορφή παραμένει· η ουσία αλλοιώνεται.
Αν συνεχίσουμε να λειτουργούμε με τους ίδιες λογικές, δεν μπορούμε να περιμένουμε διαφορετικά αποτελέσματα…
Ελευθερία χωρίς διάκριση: η απόλυτη σύγχυση
Η ελευθερία αποτελεί θεμέλιο των δημοκρατικών κοινωνιών. Χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει δημόσια συζήτηση, πολιτικός έλεγχος και συμμετοχή ούτε ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη. Η ελευθερία του λόγου, της έκφρασης, της διαμαρτυρίας και της συλλογικής δράσης συγκροτούν τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας και αποτελούν κατακτήσεις που διαμορφώθηκαν μέσα από μακρές ιστορικές διαδρομές.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η έννοια της ελευθερίας άρχισε να αποσυνδέεται από τις προϋποθέσεις που τη στηρίζουν. Σταδιακά έπαψε να νοείται ως δικαίωμα που ασκείται μέσα σε ένα σύνολο κοινά αποδεκτών κανόνων και άρχισε να αντιμετωπίζεται ως «κάνω ότι θέλω». Η επίκληση της ελευθερίας χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα ως αυτονόητη νομιμοποίηση κάθε μορφής συμπεριφοράς, ανεξάρτητα από τις συνέπειές της για τους άλλους.
Στο κλίμα αυτό, η ελευθερία του λόγου μετατρέπεται εύκολα σε ανερμάτιστη διατύπωση κάθε ισχυρισμού, ανεξάρτητα από την τεκμηρίωσή του, τη βαρύτητά του ή τις συνέπειές του. Ομοίως, η πολιτική αντιπαράθεση σε ανεξέλεγκτη καταγγελία και ο δημόσιος διάλογος σε πεδίο διαρκούς απαξίωσης. Η ελευθερία της διαμαρτυρίας επίσης, συχνά, εκλαμβάνεται ως δικαίωμα παρεμπόδισης της καθημερινής ζωής των υπολοίπων πολιτών, ενώ μορφές συλλογικής δράσης θεωρούνται αυτονόητα θεμιτές ακόμη και όταν παραβιάζουν στοιχειώδεις κανόνες λειτουργίας της κοινωνίας.
Στον δημόσιο χώρο έχει διαμορφωθεί, έτσι μια στρεβλή αντίληψη σύμφωνα με την οποία κάθε περιορισμός ερμηνεύεται ως απειλή για τη δημοκρατία και κάθε έκφραση – ακόμα και βίας – θεωρείται εξ ορισμού θεμιτή, εφόσον γίνεται στο «όνομα της ελευθερίας». Η έννοια του καθήκοντος και της ευθύνης υποχώρησε, ενώ η μετριοπάθεια στη συμπεριφορά αντιμετωπίζεται ως αδυναμία ή ως συμβιβασμός.
Η μετατόπιση αυτή αλλοιώνει την ίδια την έννοια της ελευθερίας. Σε ένα κράτος δικαίου η ελευθερία δεν είναι απεριόριστη δυνατότητα δράσης, αλλά δικαίωμα που συνυπάρχει με τα δικαιώματα των άλλων και με τους κανόνες που επιτρέπουν τη συλλογική συνύπαρξη. Η άσκησή της προϋποθέτει εσωτερική πειθαρχία, αυτοσυγκράτηση και αποδοχή κανόνων· χωρίς αυτά, μετατρέπεται σε δύναμη που διαταράσσει τη θεσμική ισορροπία.
Όταν η διάκριση ανάμεσα στην ελευθερία και την ασυδοσία θολώνει, η δημοκρατική λειτουργία αρχίζει να διαβρώνεται με τρόπους λιγότερο ορατούς αλλά εξίσου ουσιαστικούς. Η παραβίαση κανόνων παρουσιάζεται ως αυθεντική έκφραση δικαιωμάτων, ο σεβασμός τους ως περιορισμός της δημοκρατίας και η θεσμική πειθαρχία ως εμπόδιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διαμορφώνεται σταδιακά μια αντίληψη ελευθερίας που αποδυναμώνει τις ίδιες τις προϋποθέσεις μέσα στις οποίες μπορεί να υπάρξει.

Η μηχανική της απαξίωσης
Σταδιακά, μέσα από τη μακρά επανάληψη των ίδιων πρακτικών, έχει διαμορφωθεί μια κουλτούρα κυνισμού, μια απαξίωση των πάντων που λειτουργεί σχεδόν αυτόματα. Κάθε νέα κρίση, κάθε πρόβλημα και κάθε δυσάρεστο γεγονός εντάσσεται γρήγορα σε ένα ερμηνευτικό σχήμα γενικευμένης αποτυχίας, το οποίο ενισχύεται και αναπαράγεται από τον δημόσιο λόγο. Δεν είναι συγκυριακή αντίδραση, αλλά σταθερή πλέον ερμηνεία της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.
Η καχυποψία βασιλεύει και εκ προοιμίου όλοι είναι υστερόβουλοι και διεφθαρμένοι…
Οπότε, κάθε δημόσιο γεγονός μπορεί να παρουσιαστεί ως σκάνδαλο. Πολιτικές αποφάσεις, διοικητικές αστοχίες ή αμφιλεγόμενες επιλογές εντάσσονται εύκολα σε αφηγήσεις συστηματικής διαφθοράς, ενώ η διάκριση ανάμεσα στο λάθος, την ανεπάρκεια και την πρόθεση τείνει να εξαφανιστεί. Η εντύπωση διαμορφώνεται γρήγορα και παγιώνεται πριν ακόμη ολοκληρωθεί οποιαδήποτε διερεύνηση. Το τεκμήριο της αθωότητας παραβιάζεται διαρκώς…
Με ανάλογο τρόπο, ατυχήματα ή τραγικά συμβάντα μετατρέπονται εύκολα σε «αποδείξεις» εγκληματικής ευθύνης. Η ανάγκη απόδοσης ευθυνών είναι θεμιτή σε κάθε δημοκρατία· όταν όμως κάθε δυσάρεστο γεγονός αντιμετωπίζεται εξαρχής ως αποτέλεσμα εγκληματικής συμπεριφοράς, δημιουργείται ένα περιβάλλον μόνιμης καχυποψίας που καθιστά σχεδόν αδύνατη την ψύχραιμη αποτίμηση των γεγονότων.
Οι αιτίες της απαξίωσης βρίσκονται στον δημόσιο λόγο πολλών πολιτικών και στην παρουσίαση της «πραγματικότητας» από τα μέσα ενημέρωσης. Η καταγγελία έχει αναδειχθεί σε βασικό εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ η υπερβολή και η δραματοποίηση αποτελούν συχνά τον πιο αποτελεσματικό μηχανισμό προσέλκυσης προσοχής. Έτσι, η πολιτική σύγκρουση μετατοπίζεται από τη διαφωνία πάνω σε πολιτικές επιλογές στη συνολική απαξίωση του αντιπάλου και, τελικά, της ίδιας της πολιτικής ζωής.
Η καθημερινή πρακτική των ανωτέρω έχει οδηγήσει τμήματα της κοινωνίας στην εντύπωση ότι «όλοι ίδιοι είναι». Και αυτό έχει πάψει να αποτελεί αυθόρμητο κοινωνικό συμπέρασμα μετατρεπόμενο σε προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής και επικοινωνιακής λειτουργίας.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν, συχνά, ως πολλαπλασιαστής της έντασης, υποκαθιστώντας ακόμα και τον κρίσιμο θεσμό της Δικαιοσύνης με τα τηλεοπτικά δικαστήρια. Δηλώσεις που υπό άλλες συνθήκες θα περνούσαν απαρατήρητες αποκτούν κεντρική θέση στη δημόσια συζήτηση, ενώ οι πιο ακραίες διατυπώσεις προβάλλονται ως ενδεικτικές της πραγματικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η συνεχής αναπαραγωγή τοξικού και καταγγελτικού λόγου δημιουργεί την αίσθηση μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε μόνιμη κρίση και μιας πολιτικής τάξης που λειτουργεί διαρκώς υπό καθεστώς αποκαλύψεων και σκανδάλων.
Στο εν λόγω πλαίσιο εντάσσεται και η δημοσκοπική αγορά, η οποία ενισχύει και επιβεβαιώνει την ήδη διαμορφωμένη εικόνα. Η γλώσσα των δημοσκοπήσεων παρουσιάζεται ως «αντικειμενική αποτύπωση της κοινωνικής πραγματικότητας», ενώ στην πράξη συμβάλλει στη στενότερη οριοθέτηση της δημόσιας συζήτησης. Τα ερωτήματα που τίθενται είναι, πολλές φορές, περιορισμένα και προσανατολισμένα στα ζητήματα της επικαιρότητας. Έτσι, αναδεικνύονται διαρκώς τα ίδια προβλήματα – η οικονομική πίεση, η ακρίβεια, η καθημερινότητα, επιμέρους πολιτικά ζητήματα που κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο – ενώ ευρύτερα ζητήματα συνεργασίας, θεσμών ή διεθνούς πραγματικότητας, που αφορούν τη συνολική πορεία της κοινωνίας ή τον ρόλο των πολιτών μέσα σε αυτήν, σπανίως τίθενται στο επίκεντρο. Οι πολίτες εμφανίζονται περισσότερο ως φορείς παραπόνων και απαιτήσεων, λιγότερο ως συμπολίτες…
Σχηματίζεται, μ’ αυτό τον τρόπο, μια στενή εικόνα της κοινωνίας και των ενδιαφερόντων της, η οποία αναπαράγεται διαρκώς ως αυτονόητη πραγματικότητα. Η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε έναν κύκλο επαναλαμβανόμενων προβλημάτων και η πολιτική αντιπαράθεση οργανώνεται γύρω από την ίδια γλώσσα διαρκούς δυσαρέσκειας.
Διαμορφώνεται, λοιπόν, ένας φαύλος κύκλος. Ο καταγγελτικός λόγος των πολιτικών ενισχύεται από την προβολή των μέσων ενημέρωσης· οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν και επιβεβαιώνουν τη δυσπιστία που ήδη έχει καλλιεργηθεί· και τα αποτελέσματά τους χρησιμοποιούνται εκ νέου ως απόδειξη ότι η απαξίωση είναι καθολική.
Όταν ο συμπολίτης γίνεται «εχθρός»
Η δημοκρατική λειτουργία προϋποθέτει την αναγνώριση του πολιτικού αντιπάλου ως θεμιτού συνομιλητή μέσα σε ένα κοινό θεσμικό πεδίο. Η αντιπαράθεση μπορεί να είναι έντονη, ακόμη και σκληρή, χωρίς όμως να αίρεται η βασική παραδοχή ότι όλοι συμμετέχουν στο ίδιο πολιτικό σύστημα και δεσμεύονται από τους ίδιους κανόνες. Όταν αυτή η παραδοχή εξασθενεί, η πολιτική σύγκρουση μεταβάλλεται σταδιακά σε σύγκρουση ταυτοτήτων και στρατοπέδων.
Στον δημόσιο λόγο εμφανίζεται ολοένα συχνότερα η τάση να παρουσιάζεται ο πολιτικός αντίπαλος όχι απλώς ως φορέας διαφορετικών επιλογών, αλλά ως πρόσωπο ή ομάδα με επικίνδυνα κίνητρα και ηθικά απαξιωμένη υπόσταση. Η πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σε ηθική κατηγορία και ο άλλος παύει να αντιμετωπίζεται ως συνομιλητής μέσα στο ίδιο δημοκρατικό σύστημα· εμφανίζεται ως απειλή που πρέπει να αποτραπεί, να αποκλειστεί ή να ανατραπεί.
Ως εκ τούτου, «κανονικοποιείται» και μια ρητορική ριζικής ρήξης, η οποία εμφανίζει την πολιτική αλλαγή όχι ως αποτέλεσμα δημοκρατικών διαδικασιών αλλά ως μορφή «ανατροπής» (όπως αρέσκονται κάποια κόμματα στη χώρα μας να την αποκαλούν και να την πυροδοτούν) ενός υποτιθέμενα εχθρικού καθεστώτος. Η χρήση τέτοιων όρων δημιουργεί την εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα δεν αποτελεί κοινό χώρο συνύπαρξης, αλλά πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα που δεν μπορούν να συνυπάρξουν.
Η ένταση αυτή δεν περιορίζεται στη γλώσσα. Συμβολικές ή πραγματικές μορφές βίας αντιμετωπίζονται με ανοχή ή παρουσιάζονται ως αναμενόμενες εκδηλώσεις δικαιολογημένου πολιτικού πάθους. Επεισόδια συγκρούσεων, επιθέσεων ή εκφοβισμού θεωρούνται περίπου φυσική προέκταση της πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ η καταδίκη τους παραμένει συχνά επιλεκτική και αποσπασματική. Συνεπώς, η έννοια της δημοκρατικής αντιπαράθεσης απομακρύνεται σταδιακά από τον κανόνα της ειρηνικής συνύπαρξης.

Παρόμοιες τάσεις παρατηρούνται σε πολλές δυτικές κοινωνίες, όπου η πολιτική πόλωση τείνει να οργανώνεται γύρω από σταθερά στρατόπεδα με περιορισμένα σημεία επικοινωνίας. Η πολιτική επιλογή μετατρέπεται σε στοιχείο ταυτότητας και η διαφωνία βιώνεται ως σύγκρουση αξιών ή τρόπων ζωής. Όσο περισσότερο παγιώνεται αυτή η λογική, τόσο δυσκολότερη γίνεται η ύπαρξη ενός κοινού δημόσιου χώρου όπου οι διαφωνίες μπορούν να επιλύονται χωρίς να αμφισβητείται η ίδια η συλλογική συνύπαρξη.
Η κοινωνική συνοχή δεν αποτελεί αφηρημένη ηθική αξία. Αποτελεί πρακτική προϋπόθεση λειτουργίας κάθε δημοκρατίας. Χωρίς ένα ελάχιστο επίπεδο αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ συμπολιτών, οι κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες μετατρέπονται σε διαρκή εχθρότητα χωρίς δυνατότητα σύνθεσης και σταθερότητας. Όταν ο άλλος παύει να αντιμετωπίζεται ως συμπολίτης και μετατρέπεται σε εχθρό, το κράτος δικαίου χάνει τους πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται.
Οι εσωτερικές αντιφάσεις της ίδιας της δημοκρατίας
Η δημοκρατία εμπεριέχει από τη φύση της μια εγγενή πρόκληση που καμία άλλη μορφή πολιτεύματος δεν γνωρίζει στον ίδιο βαθμό. Βασίζεται στην ελευθερία, στην ισότητα και ισοτιμία των πολιτών, επιτρέποντας την έκφραση ακόμη και απόψεων που αμφισβητούν τις ίδιες τις αρχές της. Η ανεκτικότητα αυτή αποτελεί πηγή δύναμης, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και μια διαρκή πρόκληση: το κράτος δικαίου οφείλει να προστατεύει την ελευθερία χωρίς να επιτρέπει τη διάβρωση των ίδιων των προϋποθέσεων της ύπαρξής του.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία μπορεί να επιτρέπει την ανάπτυξη λόγου που στρέφεται εναντίον της, την αμφισβήτηση των θεσμών της και τη ρητορική που υπονομεύει τη νομιμοποίησή τους, όταν όμως συνοδεύεται από απουσία αυτοπεριορισμού, μπορεί να οδηγήσει σε σταδιακή φθορά της εμπιστοσύνης προς το ίδιο το σύστημα που την καθιστά δυνατή.
Η επιβίωση της δημοκρατίας δεν εξαρτάται μόνο από τη θεσμική της οργάνωση αλλά και από τη συμπεριφορά όσων λειτουργούν μέσα σε αυτήν. Οι θεσμοί μπορούν να καθορίζουν διαδικασίες και αρμοδιότητες, δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν την αίσθηση ευθύνης εκείνων που συμμετέχουν στη δημόσια ζωή. Όταν η αίσθηση ευθύνης υποχωρεί και η πολιτική δράση καθοδηγείται αποκλειστικά από την επιδίωξη πρόσκαιρου οφέλους, οι κανόνες παύουν να λειτουργούν ως κοινό σημείο αναφοράς και αντιμετωπίζονται ως εμπόδια που πρέπει να παρακαμφθούν.
Η θεσμική πειθαρχία αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης της δημοκρατικής τάξης. Δεν ταυτίζεται με αυταρχισμό ούτε με περιορισμό των δικαιωμάτων, αλλά με την αποδοχή ότι η ελευθερία μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα σε ένα σταθερό κανονιστικό σύστημα. Όταν κάθε νομικός περιορισμός παρουσιάζεται ως καταπίεση και κάθε θεσμική αυστηρότητα ως αντιδημοκρατική πρακτική, η ίδια η έννομη τάξη που προστατεύει τα δικαιώματα αρχίζει να αποδυναμώνεται.
Η διάκριση ανάμεσα στη θεσμική αυστηρότητα και στον αυταρχισμό αποτελεί κρίσιμο σημείο ισορροπίας. Η δημοκρατία δεν επιβιώνει ούτε μέσα από την ασυδοσία ούτε μέσα από την καταστολή, αλλά μέσα από τη συνειδητή αποδοχή κανόνων που ισχύουν για όλους. Όταν η ισορροπία αυτή διαταράσσεται, το πολιτικό σύστημα γίνεται ευάλωτο είτε στην αποδυνάμωση των κανόνων δικαίου είτε στην επιβολή περιορισμών που εμφανίζονται ως αναγκαία αντίδραση.
Το αδιέξοδο που δημιουργήσαμε

Η τραγικότερη συνέπεια αυτής της πορείας είναι η φθορά της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς του κράτους δικαίου. Η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται σε επιμέρους αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές, αλλά στρέφεται προς την ίδια τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, της διοίκησης, της πολιτικής ζωής και, φυσικά, της ενημέρωσης. Όλο και περισσότεροι πολίτες αντιμετωπίζουν με δυσπιστία όχι μόνο τους πολιτικούς ή τους δημοσιογράφους, αλλά και τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες λαμβάνονται οι αποφάσεις. Αυτό υπονομεύει κάθε δυνατότητα σταθερής λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.
Η κοινή πεποίθηση ότι «τίποτε δεν λειτουργεί όπως πρέπει» γίνεται σταδιακά κυρίαρχη ερμηνεία της πραγματικότητας. Η απαξίωση και η ισοπεδωτική λογική μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο. Ιδίως στη χώρα μας, η αντιπολιτευτική πρακτική στηρίζεται συχνά στη συστηματική παρουσίαση της πολιτικής ζωής ως χώρου γενικευμένης διαφθοράς και συγκάλυψης. Κάθε υπόθεση προβάλλεται ως απόδειξη συνολικής παρακμής και κάθε κρίση ως ένδειξη θεσμικής κατάρρευσης, ενώ η πολυπλοκότητα των προβλημάτων παρουσιάζεται ως ένδειξη ανικανότητας ή συνενοχής.
Με τον τρόπο αυτό καλλιεργείται η εντύπωση ότι η πολιτική διαδικασία αδυνατεί από τη φύση της να δώσει λύσεις και ότι μόνο μια συνολική «κάθαρση» μπορεί να αποκαταστήσει την τάξη.
Και το παράδοξο, ειρωνικό ή υποκριτικό; Πολιτικοί και δημοσιογράφοι αναρωτιούνται πως φτάσαμε έως εδώ…!
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν πρέπει να απορούμε για την ενίσχυση δημαγωγικών και αυταρχικών ρευμάτων, τα οποία εμφανίζονται ως φορείς της κάθαρσης και απλών λύσεων σε ένα σύστημα που παρουσιάζεται ως ανεπανόρθωτα διεφθαρμένο. Όσο περισσότερο ενισχύεται η εικόνα μιας κοινωνίας χωρίς αξιόπιστους θεσμούς, τόσο ευκολότερα γίνονται αποδεκτές προτάσεις που υπόσχονται αποφασιστική δράση χωρίς τους περιορισμούς της θεσμικής λειτουργίας. Μορφές πολιτικής δράσης που άλλοτε θεωρούνταν ακραίες τείνουν έτσι να αποκτούν κανονικότητα. Η ένταση του λόγου, η ρητορική της ρήξης και η αμφισβήτηση βασικών δημοκρατικών αρχών παύουν να προκαλούν ιδιαίτερη αντίδραση και αντιμετωπίζονται ως συνηθισμένα στοιχεία της πολιτικής ζωής. Τα άκρα, εκ δεξιών και αριστερών, παύουν να βρίσκονται στο περιθώριο και εντάσσονται σταδιακά στον κανονικό ορίζοντα της δημόσιας συζήτησης.
Την ίδια στιγμή, η δυσπιστία επεκτείνεται και στις σχέσεις μεταξύ των ίδιων των πολιτών. Η υποψία και η καχυποψία παύουν να στρέφονται μόνο προς την εξουσία και αρχίζουν να διαμορφώνουν την καθημερινή κοινωνική στάση. Ο δημόσιος διάλογος γίνεται πιο επιθετικός, η διαφωνία βιώνεται ως εχθρότητα και η δυνατότητα συνεννόησης περιορίζεται. Η αίσθηση κοινής συμμετοχής σε μια συλλογική προσπάθεια υποχωρεί μπροστά σε μια διάχυτη αμοιβαία δυσπιστία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, αναπαράγεται διαρκώς ένα αδιέξοδο μοτίβο. Οι ίδιες πρακτικές οδηγούν στα ίδια αποτελέσματα, ενώ η απογοήτευση που προκαλούν ενισχύει τη ζήτηση για ακόμη πιο έντονες μορφές συγκρούσεων. Συνεχίζουμε να λειτουργούμε με τους ίδιες λογικές και ταυτόχρονα προσδοκούμε σταθερότητα και εμπιστοσύνη, σαν να μπορούσε το αποτέλεσμα να αλλάξει χωρίς να αλλάξει τίποτε άλλο…
Στόχος η επαναθεμελίωση
Η υπέρβαση του αδιεξόδου δεν μπορεί να προκύψει από αποσπασματικές παρεμβάσεις ούτε από επικοινωνιακές διορθώσεις. Προϋποθέτει μια συνειδητή επιστροφή στις βασικές αρχές που επιτρέπουν στη δημοκρατία να λειτουργεί με σταθερότητα και αξιοπιστία.
Η αποκατάσταση της δημοκρατικής λειτουργίας προϋποθέτει, πριν από όλα, την επανεπιβεβαίωση του κράτους δικαίου ως κοινής βάσης της πολιτικής ζωής. Ο νόμος αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας και της συλλογικής συνύπαρξης. Η αποδοχή της ισχύος του δεν μπορεί να εξαρτάται από πολιτικές συγκυρίες ούτε από το αν οι αποφάσεις του είναι ευχάριστες ή δυσάρεστες. Ακόμη κι αν ο νόμος σε αδικεί, η διάλυση της νομιμότητας στο όνομα της όποιας αγανάκτησης οδηγεί στη καταστροφή της πολιτείας. Δεν είναι τυχαίο ότι, στην απαρχή της πολιτικής μας παράδοσης, ο Σωκράτης προτίμησε να υποστεί την άδικη καταδίκη αρνούμενος να ζήσει ως παραβάτης των νόμων (Διάλογοι Πλάτωνος – Κρίτων). Μια δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει μόνο όταν οι κανόνες ισχύουν για όλους και γίνονται σεβαστοί ακόμη και από εκείνους που διαφωνούν μαζί τους.
Κεντρική προϋπόθεση της δημοκρατικής λειτουργίας είναι ο σεβασμός του νόμου και των διαδικασιών του κράτους δικαίου. Οι κατηγορίες οφείλουν να διατυπώνονται και να τεκμηριώνονται μέσα από τις θεσμικές οδούς και όχι να διαμορφώνονται στον δημόσιο λόγο ως προκαταβολικές καταδίκες. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο προστατεύει κάθε πολίτη από την αυθαίρετη ενοχοποίηση, αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση δικαιοσύνης και πρέπει να γίνεται έμπρακτα σεβαστό στη δημόσια ζωή.
Η διάκριση ανάμεσα στην πολιτική και την ποινική ευθύνη αποτελεί βασική αρχή του κράτους δικαίου. Η πολιτική «καταγγελία» δεν υποκαθιστά τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και η ποινική ευθύνη αποδίδεται μόνο μέσω των αρμόδιων θεσμών.
Αναγκαία είναι επίσης μια σαφής αντίληψη της ελευθερίας, η οποία, εκτός των δικαιωμάτων, περιλαμβάνει και την επίγνωση των υποχρεώσεων που τη συνοδεύουν.
Ιδιαίτερη είναι η ευθύνη που φέρει ο πολιτικός κόσμος. Η ποιότητα της δημοκρατίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο ασκείται το πολιτικό λειτούργημα. Η αντιπαράθεση αποτελεί φυσικό στοιχείο της δημοκρατικής ζωής, όμως η διαρκής καταγγελία και η γενικευμένη ενοχοποίηση διαβρώνουν την εμπιστοσύνη προς το σύνολο της πολιτικής ζωής. Η παρουσίαση της πολιτικής σύγκρουσης ως αντιπαράθεσης ανάμεσα σε «ενόχους» και «αθώους», σε «καλούς» και «κακούς», ενισχύει τις λογικές ανατροπής και «κάθαρσης» και οδηγεί σε βαθύτερη αποσταθεροποίηση.
Καθοριστική σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η δημοσιογραφία. Η ενημέρωση διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την εικόνα που οι πολίτες σχηματίζουν για τη δημόσια ζωή. Η τεκμηρίωση, η ακρίβεια και η διάκριση ανάμεσα στην πληροφορία και την ερμηνεία αποτελούν προϋποθέσεις αξιοπιστίας, ενώ η δημοσιογραφική δεοντολογία αποτελεί ουσιαστικό όρο λειτουργίας μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Η δημοσιογραφική ελευθερία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της δημοκρατίας, συνοδεύεται όμως από ευθύνη ακρίβειας και διάκρισης των ρόλων. Η δημοσιογραφική έρευνα οφείλει να αποκαλύπτει πραγματικές παραβάσεις με ατράνταχτες αποδείξεις και να ασκεί έλεγχο στην εξουσία· δεν μπορεί όμως να μετατρέπει την υπόνοια σε απόδειξη, να υποκαθιστά τη δικαστική κρίση και να υποδαυλίζει την πόλωση.
Η επαναθεμελίωση προϋποθέτει επίσης τη διαμόρφωση μιας ώριμης δημοκρατικής παιδείας. Η κατανόηση των θεσμών και των νόμων, των διαδικασιών και των ευθυνών που συνεπάγεται η ιδιότητα του πολίτη αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση ορθής συμμετοχής στη δημόσια ζωή. Η δημοκρατία δεν στηρίζεται μόνο σε θεσμικές ρυθμίσεις αλλά και σε πολιτική κουλτούρα που καλλιεργείται μέσα από την εκπαίδευση και την κοινωνική εμπειρία.
Τέλος, στον πυρήνα όλων αυτών βρίσκεται η ανάγκη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου γύρω από τους βασικούς κανόνες του κράτους δικαίου. Χωρίς αμοιβαία αναγνώριση μεταξύ πολιτικών δυνάμεων, θεσμών και πολιτών, καμία δημοκρατική τάξη δεν μπορεί να διατηρηθεί σταθερή.
Τα παραπάνω αποτελούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της δημοκρατικής λειτουργίας και για τη διακοπή της πορείας που οδηγεί από τη δυσπιστία στην αποσταθεροποίηση, στον λαϊκισμό και τον αυταρχισμό.
Και τώρα τι;

Αν οι δεκαετίες που ακολούθησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σηματοδότησαν την εδραίωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα μοιάζει να καταγράφει μια διαφορετική τροχιά. Αξίες και αρχές που για πολλές γενιές θεωρούνταν σταθερές βρίσκονται και πάλι υπό αμφισβήτηση. Όταν οι ιστορικοί του μέλλοντος ανατρέξουν σε αυτή την εποχή, είναι πιθανό να τη δουν ως την περίοδο κατά την οποία οι δημοκρατίες άρχισαν να υπονομεύουν σταδιακά τις προϋποθέσεις της σταθερότητάς τους.
Οι εντάσεις της δημόσιας ζωής που βιώνουμε, δείχνουν πόσο εύθραυστη μπορεί να καταστεί η δημοκρατία από τις αλόγιστες συμπεριφορές που περιγράψαμε. Το αν η πορεία αυτή θα ανακοπεί είναι ζήτημα συλλογικής ευθύνης. Θα εξαρτηθεί από το αν θα κατορθώσουμε να διαφυλάξουμε όσα συγκροτούν τον πυρήνα της δημοκρατικής ζωής πριν η διάβρωση γίνει μη αναστρέψιμη. Και ο χρόνος μέσα στον οποίο μπορούν να γίνουν οι αναγκαίες διορθώσεις δεν είναι ανεξάντλητος…

