Μία από τις δημοφιλέστερες ερωτήσεις στις δημοσκοπήσεις περί των πολιτικών θεμάτων είναι: ποιος είναι καταλληλότερος για πρωθυπουργός. Τα τελευταία πολλά χρόνια η επικρατούσα απάντηση των ερωτηθέντων και ερωτηθεισών δεν είναι άλλη από το πρόσωπο του κανένα! Ο κανένας -εξ ορισμού- βέβαια δεν δύναται να διαθέτει πρόσωπο, οπότε η εν λόγω απάντηση πολύ περισσότερο τείνει προς την -κατά τα άλλα αγαπημένη κίνηση του υπερρεαλισμού- παρά προς μία ρεαλιστική πολιτική θέση. Η αλήθεια είναι πως τόσο στις στατιστικές μελέτες όσο και στις δημοσκοπικές έρευνες δεν έχει σημασία μόνο η ερώτηση μα και το πώς αυτή τίθεται, το πώς αυτή έχει γίνει ή όχι καταληπτή από τους ερωτηθέντες και, κυρίως, το πώς αυτή αναλύεται στο υπάρχον θεσμικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο της εκάστοτε κοινωνίας. Όταν, λοιπόν, τίθεται διακαώς το ερώτημα περί καταλληλότητος των δυνάμει κυβερνώντων ενός κράτους, το ζήτημα που θα έπρεπε πρωτίστως να ανακύπτει είναι εάν έχουμε αναλύσει ποτέ εις βάθος τι εννοούμε με τον επιθετικό προσδιορισμό “κατάλληλος;”.
Αναγκαίο θεμέλιο
Η πολυφορεμένη ρήση του Μπίσμαρκ: «πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού», μπορεί να τονίζει -και καλώς- τη ρεαλιστική διάσταση του πολιτικού αλλά η πολιτική δεν είναι μόνο το εφικτό των υπαρχουσών συνθηκών μα και το ευκταίο, το οραματικό, το δυνατό και το δέον στο οποίο οφείλουμε να τείνουμε. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως από την ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα, τα βέλτιστα και χείριστα πολιτεύματα του Αριστοτέλη, την Civitas Dei του Αυγουστίνου μέχρι τους διαφωτιστές φιλοσόφους του κοινωνικού συμβολαίου και τον Μαρξ, όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, αναζητούσαν στις φιλοσοφικές τους πραγματείες τον βέλτιστο τρόπο, εκείνη την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο κυβερνάν και κυβερνάσθαι.
Στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες -το καλύτερο πολιτικό σύστημα από τα υπάρχοντα μέχρι στιγμής, μ’ όλα του βέβαια τα στρεβλά σημεία- πιστεύαμε, ψευδώς, πως είχαμε επιλύσει το ζήτημα της ορθής διακυβέρνησης. Δυστυχώς, οι τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις μα και η αναδρομή στην πολιτική ιστορία μας αποδεικνύει πως όχι μόνο δεν λύσαμε το ζήτημα, αλλά το πρόβλημα περί ορθότητος και καταλληλότητος είναι και θα είναι πάντα εδώ, πάντα ζητούμενο και όχι κεκτημένο.
Τι εννοούμε, λοιπόν, με τον εξαιρετικά ευρύ και αφηρημένο όρο της πολιτικής επάρκειας; Είναι επαρκής ένας λαοφιλής πολιτικός; Είναι επαρκής πολιτικός κάποιος που προέρχεται από πολιτική οικογένεια; Είναι επαρκής εκείνος που κατέχει τους πιο εκκωφαντικούς τίτλους σπουδών από τα καλύτερα πανεπιστήμια; Είναι επαρκής κάποιος άτεγκτος τεχνοκράτης; Είναι επαρκής εκείνος που διαθέτει ρητορική δεινότητα; Μήπως κατάλληλο είναι το πρόσωπο που δύναται να συγκεράσει όλα τα παραπάνω;
Ο πατέρας της κοινωνιολογικής επιστήμης Max Weber είχε διακρίνει με εξαιρετική οξύνοια τρεις ιδεότυπους άσκησης πολιτικής εξουσίας. Ένας εξ αυτών η χαρισματική ηγεσία, μια κατηγορία στην οποία πολλοί μελετητές αργότερα ενέταξαν πρόσωπα όπως ο Χίτλερ. Από αυτό και μόνο μπορούμε να συνάγουμε το προφανές συμπέρασμα πως ο χαρισματικός ηγέτης δεν σημαίνει πως είναι και κατάλληλος ηγέτης. Πιθανώς, η ανθρωπότητα να είχε γλιτώσει τον Β’Π.Π. και τις εκατόμβες των νεκρών εάν ο Χίτλερ δεν είχε αποτύχει δις στην εισαγωγή του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης.
Να αρκεί, άραγε, για την καταλληλότητα ενός πολιτικού προσώπου μονάχα η ύπαρξη οράματος; Το αυθεντικό όραμα ενός πολιτικού είναι, πράγματι, αναγκαίο χωρίς να σημαίνει πως δεν μπορεί να είναι συνάμα και ιδιαιτέρως επικίνδυνο. Τούτος είναι κι ο λόγος, που πρέπει να υφίστανται απαρέγκλιτες και λειτουργικές θεσμικές δικλείδες ασφαλείας, πράγμα που, δυστυχώς, παρατηρούμε πως πλέον δεν υφίσταται, μιας και ο όρος Διεθνές Δίκαιο μοιάζει σήμερα δόκιμος μόνον στις εκθέσεις για τις Πανελλήνιες εξετάσεις.
Όραμα είχε και ο Χίτλερ να αναβιώσει την τρίτη μεγάλη παγγερμανική αυτοκρατορία, όραμα έχει και ο Ντόναλντ Τραμπ να κάνει την Αμερική σπουδαία ξανά, όπως και τόσοι άλλοι θιασώτες και υποστηρικτές της “δυναμικής του προσωπικότητας” που πασχίζουν να τον αντιγράψουν… Τούτα τα οράματα, όμως, δεν έχουν ως κινητήριο δύναμη και στόχο μήτε να βελτιώσουν τον συλλογικό βίο του ανθρώπινου είδους, διασφαλίζοντας την ειρηνική συνύπαρξη των λαών και των κρατών τους, μήτε να αντιμετωπίσουν τις σύγχρονες προκλήσεις, όπως την ανεπίστρεπτη κλιματική αλλαγή και τα τεράστια οικονομικά χάσματα και ανισότητες. Αντιθέτως, πρόκειται για επικίνδυνα οράματα μεγαλοϊδεατισμού, επεκτατισμού, αήθους και παράνομης επέμβασης στις εθνικές κυριαρχίες άλλων κρατών και χυδαίας επένδυσης στο λαϊκό θυμικό με μόνο στόχο την προσωπική -και επ’ ουδενί την συλλογική- ωφέλεια.
Ο κ. Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε προσφάτως πως μέτρο για εκείνον δεν συνιστούν οι κανόνες του διεθνούς δικαίου μα ο προσωπικός “ηθικός” του οδοδείκτης. Σαν στρεβλό κακέκτυπο Μεσσία δεν υπακούει σε τίποτε άλλο, πέραν του εαυτού του: «Εγώ ειμί το φως». Στα εγχώρια πολιτικά τεκταινόμενα, μια φωνή που διεκδίκησε πολλαχώς την διαλεύκανση του δυστυχήματος των Τεμπών, αναλαμβάνει τώρα πολιτικό ρόλο καθαρτήριας δύναμης, αμφισβητώντας συνάμα τα ανθρώπινα κεκτημένα δικαιώματα ετών. Να θυμίσουμε πως το ζήτημα της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος και των αμβλώσεων, έχει διευθετηθεί στην Ελλάδα ήδη από την δεκαετία του 1980. Εκλεκτικές συγγένειες με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Φαίνεται πως κάθε δύναμη κάθαρσης και δικαιοσύνης, υποσημειώνει με μικρά γράμματα για να περάσει απαρατήρητο στον πελάτη-ψηφοφόρο πως πρόκειται για κάθαρση, δικαιοσύνη, ισότητα και ανθρώπινα δικαιώματα για τους δικούς μας, όχι για τους άλλους· σε καμιά περίπτωση για όλους.

Το βάρος της πολιτικής ηγεσίας
Η πολιτική επάρκεια, λοιπόν, συνίσταται πέρα και πάνω απ’ όλα στην βαθιά κατανόηση και στον σεβασμό των θεσμών, στην αταλάντευτη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην ηθική συγκρότηση και την πνευματική καλλιέργεια του πολιτικού προσώπου, συνάμα και στην ικανότητά του να ελίσσεται στο δύσκολο παιχνίδι της διεθνούς και εγχώριας πολιτικής πάντα, όμως, με γνώμονα το γενικό συμφέρον τόσο της χώρας του όσο και της ανθρωπότητας εν γένει.
Σε ένα περιβάλλον, όπου η αλληλεξάρτηση των εθνικών κρατών έχει πλέον παγιωθεί (παγκοσμιοποίηση, υπερεθνικοί και υπερκρατικοί πολιτικοί δρώντες, οικονομικές ενώσεις και στρατιωτικές συμμαχίες), οι εύστοχες κινήσεις στην πολιτική σκακιέρα καθίστανται παιχνίδι για δυνατούς παίχτες· σχεδόν μια ακροβασία και από κάτω το ναρκοπέδιο: μια λάθος κίνηση και δυστυχώς τα πράγματα μπορεί να λάβουν πολύ άσχημη τροπή. Το πολιτικό πρόσωπο που θα αναλάβει να περατώσει, λοιπόν, μια ανάλογη παρτίδα σκάκι, θα πρέπει να διαθέτει αξιοσημείωτες διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, ούτως ώστε να χαράζει και να υλοποιεί πολιτικές σταθμίζοντας τις υπάρχουσες δυνατότητες μα και τις μελλοντικές.
Επιπλέον, ένα τέτοιο πρόσωπο χρειάζεται να διαθέτει την ικανότητα της ευελιξίας, της διαπραγμάτευσης και, κυρίως, της σύνθεσης, διότι τα συμφέροντα μιας κοινωνίας δεν πρόκειται ποτέ να είναι ομοιογενή, πόσο δε μάλλον τα συμφέροντα διαφορετικών κρατών. Το σημαντικότερο, εν τέλει, χαρακτηριστικό που οφείλει να έχει ένα πολιτικό πρόσωπο είναι η ηθική συγκρότηση, πράγμα που σημαίνει πως σε οποιαδήποτε πιθανή κρίση πρέπει να φέρει ακεραία την ηθική και πολιτική ευθύνη των πράξεών του και της κυβέρνησης ενός τόπου, καθώς στα χέρια του διακυβεύεται η τύχη πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτό συνεπάγεται, αυτομάτως, την ευθύνη της λογοδοσίας σε όσους επέλεξαν και εξέλεξαν αυτό το πρόσωπο.
Αξίζει να σημειωθεί, πως κανένα πολιτικό πρόσωπο μόνο του (διότι χρησιμοποιείται αρκετά ο ενικός), δεν μπορεί να φέρει την άνοιξη. Η συνεργασία ανάμεσα σε ικανά πολιτικά στελέχη σε διαφορετικά πόστα, μοιάζει αναγκαίο συστατικό της επιτυχημένης διακυβέρνησης ενός κράτους.
Γιατί δεν τίθεται θέμα πολιτικής επάρκειας; Η απάντηση στο ερώτημα θα μπορούσε να ήταν η χιλιοειπωμένη φράση: «Όλοι ίδιοι είναι». Εάν σκεφτούμε τα σαράντα κύματα από τα οποία έχει περάσει αυτός ο τόπος από τότε που συγκρότησε εθνικό κράτος, εάν σκεφτούμε τις παλινωδίες και τις αναδιπλώσεις της παγκόσμιας πολιτικής ιστορίας, δεν μπορούμε να αδικήσουμε τους πολίτες που μπορεί να νιώθουν απογοητευμένοι και να οδηγούνται στην πολιτική αδράνεια. Η αλήθεια είναι πως ακόμα και εάν οι φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες παραμένουν το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης, χωλαίνουν σε πολλά σημεία, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολλαπλά χάσματα που μένουν στο διάβα του χρόνου αδιευθέτητα και, άρα, πολλαπλασιαζόμενα. Στο όνομα του ακραίου δικαιωματισμού ξεχάσαμε τα πραγματικά ανθρώπινα δικαιώματα. Σίγουρα, το να έχεις μια στέγη που θα μπορείς να συντηρείς από το εισόδημά σου, το να μπορείς να διασφαλίσεις την βιοτή σου από την προσφορά της εργασίας σου, το να μην εργάζεσαι 15 ώρες από τις 24 που διαθέτει η μέρα, πιθανώς σχετίζεται πολύ περισσότερο με το δικαίωμα της αξιοπρεπούς υπάρξεως εν κόσμω από το εάν το προσδιοριστικό άρθρο πριν το όνομα θα είναι θηλυκό, αρσενικό ή ουδέτερο.
Αυτή η μετατόπιση από τα ουσιαστικά προβλήματα στα προβλήματα “πολυτελείας”, οδήγησε σε μια αντίρροπη κοινωνική κίνηση. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας νιώθει πως δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί πολιτικά από το υπάρχον πολιτικό σύστημα και έτσι, δυστυχώς, επιλέγει την αποχή. Από την άλλη πλευρά, οι ακραίες φωνές πληθαίνουν, ο λαϊκιστικός, εθνικιστικός, αντιελιτιστικός λόγος καλά κρατεί κι ανθεί. Κοινό σημείο απογοητευμένων και πλανεμένων: η κρίση εμπιστοσύνης τόσο στο πολιτικό σύστημα όσο και στους θεσμούς.
Πράγματι, ορισμένοι θεσμοί έχουν ατονίσει, άλλοι δε έχουν απαξιωθεί πλήρως και χρειάζονται αναθεώρηση και επανασυγκρότηση μέσω μιας εκτεταμένης δημοκρατικής διαβούλευσης. Την ίδια στιγμή, το αίσθημα μη δυνατότητας άσκησης πρακτικής πολιτικής επιρροής στην χάραξη πολιτικών που νιώθουν πλέον οι πολίτες, θα ήταν καλό να αλλάξει, το συντομότερο δυνατόν, με την διεύρυνση και εμβάθυνση αμεσοδημοκρατικών θεσμών. Όσο περισσότερο μένουν στο περιθώριο των πολιτικών αποφάσεων και εξελίξεων μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, τόσο πιο ευάλωτη καθίσταται και η δημοκρατία. Υποσκάπτει η ίδια τα θεμέλιά της, οδηγώντας τους χαμένους και απογοητευμένους του παιχνιδιού, είτε στην αποχή είτε στην στήριξη ακραίων φωνών δίχως ουσιαστική πολιτική υπόσταση.
Παράλληλα με τους πολιτικούς θεσμούς μοιάζει να απαξιώνονται και πολλοί άλλοι, όπως εκείνος της εκπαίδευσης. Ζούμε στην εποχή της επιδερμικής πληροφόρησης και όχι της γνώσης. Χορεύουμε εκστατικά στον ρυθμό της φρενήρους ροής πληροφοριών και εικόνων και δεν κοντοστεκόμαστε ούτως ώστε να εμβαθύνουμε στην όποια είδηση ακούμε ή διαβάζουμε. Οι ανθρωπιστικές σπουδές έχουν πλήρως υποβαθμιστεί στον βωμό της άκρατης τεχνοκρατικής προσέγγισης της πραγματικότητας. Λησμονούμε όμως πως η καθολική καλλιέργεια του ανθρώπου χρειάζεται μια διευρυμένη παιδεία με κύρια πυξίδα τις ουμανιστικές αξίες και τις ηθικές αρχές του συνυπάρχειν.
Όταν, λοιπόν, η ουσιαστική γνώση εκφυλίζεται σε μια τεχνοκρατική προσέγγιση, εκφυλίζονται συστοίχως και τα κριτήρια με τα οποία καθορίζεται και αξιολογείται η πολιτική και, ως εκ τούτου, κυβερνητική επάρκεια.
Και τώρα τι;

«Οι άνθρωποι απαιτούν την ελευθερία του λόγου ως αντιστάθμισμα για την ελευθερία της σκέψης που σπάνια χρησιμοποιούν», Søren Kierkegaard
Αντί να ρωτάμε, λοιπόν, ποιος είναι καταλληλότερος να κυβερνήσει ή αντί να προτείνουμε διαβουλεύσεις για κεκτημένα ανθρώπινα δικαιώματα ή δημοψηφίσματα για εθνικά θέματα, πιο ωφέλιμο θα ήταν να τεθεί στον δημόσιο διάλογο ποιες προϋποθέσεις πρέπει να διαθέτει ένα πολιτικό πρόσωπο για να μπορούμε να το χαρακτηρίζουμε ως τέτοιο. Διότι, δυστυχώς, θέσεις βαρύνουσας ευθύνης καταλαμβάνονται από επίδοξους Μεσσίες και σωτήρες που θα επιφέρουν την κάθαρση με ένα νόμο κι ένα άρθρο ή με μαγικό ραβδί -ή και το λυχνάρι με το τζίνι, ποιος ξέρει!-, από σκληρούς τεχνοκράτες ή γόνους πολιτικών οικογενειών με πανεπιστημιακές περγαμηνές που δεν εφορμούνται όμως από τις ουμανιστικές αξίες, καθώς και από “χαρισματικούς” λαϊκιστές ρήτορες που μεταχειρίζονται επιδέξια τόσο τις συγκυρίες όσο και το λαϊκό θυμικό, ανυψώνοντας την τοξικότητα σε πολιτική μέθοδο και εφευρίσκοντας κάθε φορά “εσωτερικούς” ή “εξωτερικούς” εχθρούς.
Σκοπός, λοιπόν, δεν είναι να ρωτάμε ποιος (ή ποια) είναι καταλληλότερος για μια θέση ευθύνης, αλλά ποια θεωρούμε πως είναι τα κριτήρια αυτής της καταλληλόλητας. Κι αν θέλουμε αυτά τα κριτήρια να πάψουν να είναι θεωρία, χρειάζεται να γίνουν κοινή απαίτηση – από την ενημέρωση, από τα κόμματα, από την παιδεία και τους θεσμούς.
Τα ΜΜΕ κατέχουν, δυστυχώς, μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την υπάρχουσα στρεβλή κατάσταση. Θέτουν την ημερήσια ατζέντα και τούτη η ατζέντα στην συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων δεν καταπιάνεται με κανένα ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα αλλά με τα παρατράγουδα της πολιτικής διαμάχης, κοινώς με το θέαμα και όχι με την ουσία.
Από την πλευρά τους τα κόμματα, ως θεσμοί και φορείς πολιτικής, οφείλουν να θέτουν αυστηρά βέτο σε αστέρες-πολιτικούς (μόνο και μόνο για να λάβουν τις ψήφους των πολιτών που τους ξέρουν ήδη από τα προηγούμενα επαγγέλματά τους). Εάν εκείνα δεν θέσουν πρώτα τον πήχη επιλογής των στελεχών τους ψηλά, ανακόπτοντας την πορεία επίδοξων καιροσκόπων και φιλόδοξων τσαρλατάνων που κυνηγούν απλά μια κοινοβουλευτική έδρα, δίχως καμία πρόθεση συμβολής στα ουσιαστικά πολιτικά διακυβεύματα, ποιος θα το κάνει;
Εξίσου κρίσιμη είναι η βαρύτητα που πρέπει να δοθεί τόσο στην εκπαίδευση και συνακολούθως στη παραγόμενη καλλιέργεια και παιδεία όσο, βέβαια, και στους θεσμούς εν γένει. Οι θεσμοί που δυσλειτουργούν, αδρανούν ή απαξιώνονται πρέπει να επανεξετάζονται μέσω ευρείας δημοκρατικής διαβούλευσης, ενώ οι θεσμοί που βάλλονται και καταπατώνται οφείλουν να αποκτήσουν αδιαπραγμάτευτες δικλείδες ασφαλείας, γιατί μπορεί να ‘ρθει και ‘κείνη η αλγεινή στιγμή που θα διατυπωθούν στον δημόσιο διάλογο και απόψεις που θα επιδιώξουν να θέσουν σε διαβούλευση μέχρι και το είδος του πολιτεύματος! Μη λησμονούμε, άλλωστε, πως η έννοια της «επάρκειας» ορίζεται αντιθετικά, συνεπάγεται, δηλαδή, την άρρητη μα υπάρχουσα έννοια της «ανεπάρκειας», και όταν οι αντιπρόσωποι μας στον Κοινοβούλιο -και όσοι ίσως ετοιμάζονται για να καταλάβουν μια θέση σε αυτό- είναι ανεπαρκείς, τότε δυστυχώς, μάλλον, είμαστε και εμείς εξίσου ανεπαρκείς που τους εκλέγουμε.
