author-image-26 Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος

Δ/ντης έκδοσης

atc-portal

atc-portal

Top20

Top20

Δημοκρατία & Θεσμοί

Δημοκρατία & Θεσμοί

Παιδεία & Εκπαίδευση

Παιδεία & Εκπαίδευση

Τα τελευταία χρόνια, στις δυτικές δημοκρατίες επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο η ανάγκη για «ενεργή πολιτειότητα». Δηλαδή, για την ικανότητα να ενεργεί κανείς ως υπεύθυνος πολίτης και να συμμετέχει πλήρως στην κοινωνική και πολιτική ζωή, με γνώση των θεσμών και των διαδικασιών, κατανόηση των κοινωνικών, οικονομικών, νομικών και πολιτικών δομών, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, προσήλωση στις αρχές του κράτους δικαίου και επίγνωση των παγκόσμιων εξελίξεων και της βιώσιμης ανάπτυξης.
Η ανάγκη για αυτή την ικανότητα δεν προέκυψε τυχαία. Η άνοδος της αποχής, η διάχυτη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, η ενίσχυση ακραίων φωνών και η σκλήρυνση του δημόσιου λόγου δημιουργούν σταδιακά μια εικόνα διάβρωσης της εμπιστοσύνης και αμφισβήτησης θεμελιωδών δημοκρατικών αρχών. Σε αυτό το περιβάλλον, η συμμετοχή των νέων προβάλλεται ως κρίσιμο αντίβαρο· ως η ελπίδα ανανέωσης μιας δημοκρατίας που μοιάζει να δοκιμάζεται εκ των έσω.
Γι’ αυτό τον λόγο, σχεδιάζονται προγράμματα, εγκρίνονται κονδύλια, οργανώνονται εργαστήρια και δράσεις με στόχο να καλλιεργηθεί η δημοκρατική συνείδηση και η διάθεση συμμετοχής. Η πρόθεση είναι σαφής και, σε μεγάλο βαθμό, καλοπροαίρετη: μια δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς πολίτες που σκέφτονται, κρίνουν, συμμετέχουν, συνδιαμορφώνουν και αναλαμβάνουν ευθύνη.
Ωστόσο, παρόλο που πληθαίνουν οι πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της πολιτειότητας, η αποστασιοποίηση ενισχύεται, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν ανακάμπτει όπως θα περίμενε κανείς, ο δημόσιος διάλογος συχνά διολισθαίνει σε ειρωνεία και σύγκρουση, και μορφές λεκτικής ή ακόμη και φυσικής βίας εμφανίζονται ως ανεκτές ή «κατανοητές» εκφράσεις αγανάκτησης.
Η προσοχή επικεντρώνεται στους νέους, δεν εξετάζεται όμως το περιβάλλον μέσα στο οποίο τους καλούμε να γίνουν ενεργοί πολίτες…

Η πρόθεση

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η έννοια της ενεργού πολιτειότητας (active citizenship) άρχισε να ενσωματώνεται συστηματικά στις ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση την ανέδειξε σε κεντρικό άξονα στρατηγικών για τη νεολαία. Το 2018, η μετατόπιση από την απλή προτροπή για δράση προς την καλλιέργεια συγκεκριμένων ικανοτήτων αποτυπώθηκε με σαφήνεια στη Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις βασικές ικανότητες διά βίου μάθησης όπου η πολιτειότητα διατυπώνεται ως σύνθετη δημοκρατική ικανότητα και όχι απλώς ως διάθεση συμμετοχής.
Η επένδυση δεν περιορίστηκε σε επίπεδο κειμένων. Ευρωπαϊκές στρατηγικές για τη νεολαία, προγράμματα όπως το Erasmus+, δράσεις εθελοντισμού και κοινωνικής ένταξης, έθεσαν τη συμμετοχή στο επίκεντρο ως θεμελιώδη όρο δημοκρατικής ανθεκτικότητας. Τα κράτη-μέλη ενέταξαν ενότητες πολιτικής αγωγής στα σχολικά προγράμματα, αναθεώρησαν διδακτικά αντικείμενα, ενίσχυσαν δράσεις συμμετοχής νέων στη δημόσια ζωή.
Στην Ελλάδα, μαθήματα όπως η «Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή», οι «Δράσεις Ενεργού Πολίτη» και λοιπές πρωτοβουλίες δημοκρατικής αγωγής αποτελούν πλέον σταθερό στοιχείο του εκπαιδευτικού πλαισίου από το Νηπιαγωγείο έως και το Λύκειο.
Παράλληλα, οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, συχνά με ευρωπαϊκή ή εθνική χρηματοδότηση, υλοποιούν εργαστήρια, σεμινάρια και δράσεις ευαισθητοποίησης σε σχολεία, πανεπιστήμια, τοπικές και άλλες νεανικές κοινότητες.
Η καλλιέργεια της πολιτειότητας αποτελεί πλέον σταθερή και διαχρονική κατεύθυνση δημόσιων πολιτικών και ευρύτερων κοινωνικών πρωτοβουλιών, εκφραζόμενη μέσα από προγράμματα, ημερίδες, καμπάνιες και εκπαιδευτικά εγχειρίδια.

Η αντίφαση

Η πολιτειότητα, όμως, δεν μεταδίδεται απλώς με διδακτικές ενότητες. Ουσιαστικά, μεταδίδεται με παράδειγμα. Με πρότυπα. Με καθημερινή στάση. Όταν αυτά λείπουν ή λειτουργούν αντίστροφα, κανένα εγχειρίδιο και κανένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα δεν είναι δυνατόν να αφομοιωθεί, να γίνει κτήμα και πράξη, στάση ζωής. Και, δυστυχώς, το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν οι νέοι μεταδίδει διαφορετικά μηνύματα και «διδάσκει» πιο δυνατά από κάθε πρόγραμμα. Διδάσκει, δια του παραδείγματος, ακριβώς τα αντίθετα απ’ όσα θεωρητικά επιδιώκονται. Άλλο αυτό που μεταδίδεται και άλλο αυτό που βιώνεται…

Η πολιτειακή παιδεία μεταδίδεται πρωτίστως στο σχολείο, ως γνώση θεσμών, κατανόηση κανόνων και σεβασμό στους όρους της δημοκρατικής συνύπαρξης. Τα παιδιά μαθαίνουν τι σημαίνει διάκριση των εξουσιών, κράτος δικαίου, συμμετοχή, λογοδοσία. Διδάσκονται ότι η δημοκρατία προϋποθέτει θεσμικές διαδικασίες και αποδοχή της απόφασης της πλειοψηφίας μέσα σε ένα πλαίσιο προστασίας δικαιωμάτων.

Πριν και μετά την σχολική αίθουσα, όμως, λειτουργεί μια άλλη «εκπαίδευση». Στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνονται στάσεις πριν ακόμη συγκροτηθούν δημοκρατικές γνώσεις.
Η δημόσια ζωή παρουσιάζεται, συχνά, ως χώρος μόνιμης σύγκρουσης. Κυριαρχεί μια γενικευμένη απαξίωση της πολιτικής, η πεποίθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει» ή ότι οι θεσμοί λειτουργούν μόνο εργαλειακά. Η συμμετοχή αντιμετωπίζεται με καχυποψία, η εμπιστοσύνη ως αφέλεια, η συλλογική ευθύνη ως βάρος. Έτσι, πριν ακόμη διαμορφώσουν πολιτική σκέψη, πολλοί νέοι διαμορφώνουν στάση: απόσταση, δυσπιστία ή ένταξη σε στρατόπεδα.

Ανάλογα «μαθήματα» εκδηλώνονται και μέσα στο ίδιο το σχολικό περιβάλλον. Από τη μία πλευρά, η διδακτέα ύλη μιλά για διάλογο, σύνθεση και θεσμική οδό επίλυσης διαφορών. Από την άλλη, τα παιδιά βλέπουν ότι η «διαμαρτυρία» με διακοπή της κανονικής λειτουργίας συχνά προβάλλεται ως αποτελεσματικός τρόπος διεκδίκησης. Καταλήψεις σχολείων, κλειδώματα, ανήλικοι μαθητές στον δρόμο ως μέσο πίεσης. Η πραγματικότητα συχνά θυμίζει τη γνωστή ρήση «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις», όταν η διδασκαλία δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη στάση των ίδιων των εκπαιδευτικών λειτουργών.
Το μήνυμα που αποτυπώνεται δεν είναι ότι η δημοκρατία απαιτεί υπομονή και σεβασμό του κοινού πλαισίου· είναι ότι η ένταση –ακόμα και η βίαια δράση– επιταχύνει το αποτέλεσμα.

Στο ίδιο πλαίσιο αλλοιώνεται και η έννοια του δικαιώματος. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι τα δικαιώματα αποτελούν πυλώνα της δημοκρατίας. Όταν, όμως, η επίκλησή τους καταλαμβάνει κεντρική θέση στον δημόσιο λόγο, ενώ η έννοια των καθηκόντων, της υποχρέωσης και της ευθύνης, υποχωρεί, οι νέοι μαθαίνουν να διεκδικούν, αλλά σπανίως να αναλαμβάνουν το μερίδιο που τους αναλογεί στη διατήρηση της κοινής ζωής. Η δημοκρατία παρουσιάζεται ως σύνολο απαιτήσεων και όχι ως σύστημα αμοιβαίων δεσμεύσεων. Με αυτόν τον τρόπο, η διεκδίκηση αποσυνδέεται από την ευθύνη και μετατρέπεται εύκολα σε μονομερή απαίτηση.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η «ενεργή πολιτειότητα» δεν είναι δυνατόν να ριζώσει. Όχι επειδή οι νέοι αδιαφορούν, αλλά επειδή το παράδειγμα που λαμβάνουν δεν επιβεβαιώνει τον λόγο που ακούν…

Το αποτέλεσμα

Όταν η διεκδίκηση ταυτίζεται αποκλειστικά με την πίεση, όταν η ένταση προβάλλεται ως ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να ακουστεί ένα αίτημα, όταν ανήλικοι μαθητές οδηγούνται σε κινητοποιήσεις χωρίς να έχουν κατακτήσει την ωριμότητα της κρίσης, ποιο μάθημα τελικά «εγγράφεται» βαθύτερα; Ότι η δημοκρατία είναι διαβούλευση ή ότι είναι επιβολή; Ότι η ευθύνη προηγείται του δικαιώματος ή ότι το δικαίωμα αρκεί από μόνο του;

Η συνεχής έμφαση στη διαμαρτυρία, αποκομμένη από την έννοια της υποχρέωσης και της συνέπειας, γεννά μια αντίληψη διεκδικήσεων άνευ μέτρου. Το παιδί μαθαίνει να απαιτεί πριν μάθει να συνθέτει. Να καταγγέλλει πριν μάθει να επιχειρηματολογεί. Να αποσύρεται ή να συγκρούεται πριν μάθει να διαπραγματεύεται.
Αυτό γεννά τον δικαιωματισμό: όχι ως υπεράσπιση του δικαιώματος, αλλά ως νοοτροπία «μου οφείλεται» χωρίς αντίστοιχη συνείδηση των ορίων που θέτει η συνύπαρξη.

Όσο για την δημόσια σφαίρα, που βιώνουν γύρω τους, ενισχύει το παραπάνω μοτίβο. Η πολιτική αντιπαράθεση οργανώνεται γύρω από πρόσωπα και παρατάξεις περισσότερο παρά γύρω από επιχειρήματα. Ο δημόσιος λόγος, πολλές φορές, ανταμείβει την οξύτητα και όχι τη νηφαλιότητα, πυροδοτώντας διαρκώς την πόλωση.
Οι νέοι παρακολουθούν καθημερινά αντιπαραθέσεις, τηλεοπτικά πάνελ, κοινωνικά δίκτυα που σπάνια επιβραβεύουν την ψύχραιμη σκέψη. Η νηφάλια σύνθεση σπανίως κερδίζει προβολή.
Στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα, η ένταση προσελκύει μεγαλύτερη προσοχή από την κριτική και τεκμηριωμένη σκέψη. Η αφοσίωση σε πρόσωπα, ομάδες, παρατάξεις ή ακόμη και δημόσιες φιγούρες – πολιτικές, καλλιτεχνικές ή άλλες – καλλιεργεί λογικές ταύτισης. Ο νέος καλείται συχνά να επιλέξει στρατόπεδο αντί να διαμορφώσει κρίση. Να γίνει οπαδός αντί πολίτης.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ταύτιση προηγείται της κρίσης: ο νέος καλείται να «ανήκει» πριν μάθει να αξιολογεί.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διαμορφώνεται ένα ενιαίο πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο κάθε λογής οπαδισμός, δικαιωματισμός και λογική σύγκρουσης δεν αποτελούν μεμονωμένες παρεκκλίσεις, αλλά καθημερινές εμπειρίες. Ένα περιβάλλον όπου ή θεωρία, το εκπαιδευτικό περιεχόμενο, μιλά για δημοκρατικό διάλογο, αλλά το παράδειγμα ανταμείβει την αδιαλλαξία. Τα εγχειρίδια περιγράφουν τη σημασία των θεσμών, ενώ η καθημερινότητα υπονοεί ότι οι θεσμοί παρακάμπτονται όταν εμποδίζουν. Οι νέοι καλούνται να συμμετέχουν υπεύθυνα, ενώ βλέπουν ότι η ένταση και οι εκβιαστικές πιέσεις αποδίδουν ταχύτερα από τη συντεταγμένη διαδικασία.

Ζητούμε από τους νέους να γίνουν υπεύθυνοι πολίτες, ενώ τους μαθαίνουμε καθημερινά ότι ο θόρυβος αποδίδει περισσότερο από τον διάλογο. Ότι η πίεση προηγείται της επιχειρηματολογίας. Ότι η αγανάκτηση είναι πιο ισχυρή από τη λογική.
Όταν το μήνυμα και το παράδειγμα συγκρούονται, γεννιέται ο κυνισμός. Η συμμετοχή μοιάζει προσχηματική. Η εμπιστοσύνη διαβρώνεται. Η αποχή εμφανίζεται ως εύλογη επιλογή. Και σε ορισμένες περιπτώσεις δημιουργείται η οργή, η οποία βρίσκει διέξοδο σε μορφές βίας – λεκτικής ή φυσικής – που παρουσιάζονται ως «αυθεντικότητα» ή «αντίσταση». Και ύστερα απορούμε για την αποστασιοποίηση, τη βαρβαρότητα και τη βία που αναδύεται. Οι κοινωνίες μας στρέφονται τότε στη δημοκρατία σαν να πρόκειται για χαμένη διδακτική ενότητα και επαναλαμβάνουν: «ας εκπαιδεύσουμε τους νέους τι σημαίνει». Το παράλογο είναι ότι, την ίδια στιγμή, με τα παραδείγματα που τους δίνουμε, τους μαθαίνουμε να λειτουργούν σαν αγέλη και όχι σαν πολίτες. Και αυτό δεν είναι αφέλεια. Είναι συλλογική άρνηση ευθύνης.

Και τώρα τι;

Η ενεργή πολιτειότητα δεν υπονομεύεται από την αδιαφορία των νέων, αλλά από την ασυνέπεια των ενηλίκων. Όσο η δημοκρατία αντιμετωπίζεται απλώς ως γνωστικό αντικείμενο και όχι ως καθημερινή στάση, όσο το ίδιο το βίωμα διαψεύδει το περιεχόμενο της διδασκαλίας, καμία προσπάθεια – όσο καλά σχεδιασμένη και αν είναι, όσο γενναιόδωρα και αν χρηματοδοτείται – δεν μπορεί να αναστρέψει ουσιαστικά την πορεία. Η διαρκής επένδυση σε νέες εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες, όταν το περιβάλλον παραμένει αμετάβλητο, εξαντλεί οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους χωρίς να αγγίζει το πρόβλημα στον πυρήνα του.

Η συζήτηση, επομένως, οφείλει να μετατοπιστεί: να μη στρέφεται πρωτίστως και μόνο στους νέους, αλλά στο πολιτισμικό περιβάλλον που τους διαμορφώνει και στη στάση με την οποία οι ενήλικες – γονείς, παιδαγωγοί, πολιτικοί, διαμορφωτές κοινής γνώμης – βιώνουν και υπηρετούν οι ίδιοι τη δημοκρατία.

Αν πράγματι θέλουμε ενεργούς πολίτες, οφείλουμε να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την κρίση της πολιτειότητας ως ζήτημα που επιλύεται με ολοένα και περισσότερες παρεμβάσεις αποκλειστικά στη νεότερη γενιά. Τα προγράμματα, τα εργαστήρια, όλες οι δράσεις πολιτειακής παιδείας έχουν αξία· όμως όταν λειτουργούν αποκομμένα από το περιβάλλον που τις περιβάλλει, περιορίζονται σε άσκηση καλών προθέσεων.

Κρίσιμο λοιπόν δεν είναι πόσα ακόμη προγράμματα θα σχεδιάσουμε, αλλά πού θα επενδύσουμε για να αλλάξει το ίδιο το παράδειγμα.

1. Ενίσχυση και εκπαίδευση γονέων
Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο περιβάλλον καλλιέργειας αξιών και προτύπων. Πριν το σχολείο, πριν τη δημόσια σφαίρα, το παιδί διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ευθύνη, τον κανόνα, τη διαφωνία και τη συλλογικότητα μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Εκεί μαθαίνει αν η δημοκρατία είναι συνεννόηση ή επιβολή, αν η διαφωνία λύνεται με διάλογο ή με ένταση, αν οι θεσμοί αντιμετωπίζονται με σεβασμό ή με απαξίωση.
Η ενίσχυση του γονεϊκού ρόλου δεν σημαίνει ηθικολογία ούτε μετακύλιση ευθυνών. Σημαίνει δημόσια συζήτηση για τη στάση των ενηλίκων απέναντι στη δημοκρατία· σημαίνει υποστήριξη των γονέων ώστε να μπορούν να καλλιεργούν στα παιδιά τους αίσθηση ευθύνης, συνέπειας και ορίων· σημαίνει να αναγνωρίσουμε ότι η διαμόρφωση δημοκρατικής συνείδησης δεν ξεκινά στην τάξη, αλλά στο καθημερινό οικογενειακό παράδειγμα.
Σε αυτή την κατεύθυνση, η ουσιαστική επένδυση σε δομές όπως οι «σχολές γονέων» – όχι ως τυπική δράση, αλλά ως σταθερός θεσμός στήριξης και εκπαίδευσης – μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά. Καμία αγωγή του πολίτη δεν προχωρά βαθύτερα από την αγωγή των ενηλίκων που τον ανατρέφουν.
Χωρίς αυτή τη βάση, κάθε σχολική ή θεσμική πρωτοβουλία πατά σε έδαφος ασταθές.

2. Επιμόρφωση παιδαγωγών / εκπαιδευτικών
Ο ρόλος του σχολείου δεν πρέπει να εξαντλείται στη μετάδοση γνώσεων· οφείλει να διαμορφώνει ήθος, να καλλιεργεί και να αναπτύσσει κριτική σκέψη. Ο εκπαιδευτικός δεν λειτουργεί μόνο ως φορέας ύλης, αλλά ως καθημερινό πρότυπο μέσα σε ένα μικρό θεσμικό σύμπαν: την τάξη.
Η παιδεία, επομένως, δεν μπορεί να περιορίζεται σε γνωστικά αντικείμενα και η ανάγκη συνολικής επανεξέτασής της αναδεικνύεται κρίσιμη στις μέρες μας. Μεταξύ άλλων, χρειάζεται να επενδύει συστηματικά στη δημοκρατική κουλτούρα: στη διαχείριση της σύγκρουσης χωρίς αυταρχισμό ή χαλαρότητα, στη θεσμική συνέπεια, στην ικανότητα ακρόασης, στη δίκαιη εφαρμογή κανόνων, στην καλλιέργεια κριτικής σκέψης χωρίς ιδεολογική χειραγώγηση.
Δεν πρόκειται για τεχνική αναβάθμιση, αλλά για ενίσχυση ενός ρόλου με βαρύτατο πολιτισμικό αποτύπωμα. Όταν ο παιδαγωγός λειτουργεί με διαφάνεια, μέτρο και συνέπεια, το μήνυμα της δημοκρατίας αποκτά σάρκα και οστά. Όταν ο ίδιος παρασύρεται από ευκολίες, μεροληψίες ή ιδεοληψίες, η αντίφαση που περιγράψαμε αναπαράγεται μέσα στον ίδιο τον χώρο που καλείται να την υπερβεί.

3. Αλλαγή στον δημόσιο λόγο
Η ποιότητα του δημόσιου λόγου αποτελεί, ίσως, το κρισιμότερο πεδίο διαμόρφωσης δημοκρατικής κουλτούρας.

  • Τα μέσα ενημέρωσης χρειάζεται να καταστούν εποικοδομητικά, αναδεικνύοντας λύσεις και όχι μόνο συγκρούσεις.
  • Οι πολιτικοί οφείλουν να αντιλαμβάνονται ότι η ρητορική απαξίωσης των πάντων διαβρώνει το ίδιο το σύστημα που υπηρετούν.
  • Η Κοινωνία των Πολιτών πρέπει να λειτουργεί ως χώρος σύνθεσης και γέφυρα διαλόγου, όχι ως πολλαπλασιαστής έντασης, αναπαράγοντας λογικές πόλωσης.

Η δημοκρατία δεν προστατεύεται με κραυγές.

Πάνω σε αυτούς τους άξονες μπορούν να σχεδιαστούν ουσιαστικές παρεμβάσεις, θεσμικές πρωτοβουλίες και προγράμματα στήριξης.

Εντέλει, όμως, τίποτα δεν θα αλλάξει αν δεν υπάρξει συνέπεια λόγου και πράξης. Είναι το πιο δύσκολο – αλλά και το πιο κρίσιμο: Αν λέμε ότι οι θεσμοί είναι σημαντικοί, οφείλουμε να τους ενισχύουμε. Αν λέμε ότι η συμμετοχή έχει αξία, οφείλουμε να την ασκούμε στην πράξη. Αν λέμε ότι η βία δεν είναι λύση, δεν μπορούμε να τη δικαιολογούμε «όταν μας βολεύει».
Οι νέοι δεν χρειάζονται κηρύγματα. Χρειάζονται ένα περιβάλλον που να αποδεικνύει ότι η δημοκρατία λειτουργεί.

Αν συνεχίσουμε να κάνουμε τα ίδια, περιμένοντας διαφορετικό αποτέλεσμα, τίποτα δεν θα αλλάξει – και θα συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε γιατί…
Η αλλαγή ξεκινά από όλους εμάς που διαμορφώνουμε το παράδειγμα.

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε εποικοδομητικά στα άρθρα μας.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση του άρθρου πατώντας εδώ, αλλά...

... είναι μόνο χάρη των μελών/συνδρομητών που μας στηρίζουν που μπορούμε να έχουμε άρθρα.

Εάν μια εποικοδομητική δημοσιογραφία, που δεν εξαρτάται από διαφημίσεις, είναι κάτι που θέλετε να υποστηρίξετε γίνετε μέλος σήμερα.

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 70

Φεβρουάριος 2026

Μετάβαση στο περιεχόμενο