author-image-212 Δρ. Κώστας Καλιμτζής

Δίκτυο Ειδικών

Δημοκρατία & Θεσμοί

Δημοκρατία & Θεσμοί

Ιδέες & Φιλοσοφία

Ιδέες & Φιλοσοφία

Σε αυτό το άρθρο-μελέτη επιχειρούμε μια συνοπτική παρουσίαση των αρχαίων θεωρήσεων, κυρίως του Αριστοτέλη,  για την κατανόηση των «στάσεων». Στόχος να καταστούν προσιτές οι  βασικές ιδέες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη επί του θέματος, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να σχηματίσει γνώμη εάν αυτές οι θεωρίες βοηθούν στο να γίνουν αντιληπτές οι διαχρονικές πολιτικές αποτυχίες που συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι η θεωρία του Αριστοτέλη δεν έχει χρήση για την κατανόηση των σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων, δεδομένου ότι η «πόλις», η κοινωνική μονάδα όπου σημειώθηκαν οι στάσεις, εξαφανίστηκε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια. Αυτή είναι μια έγκυρη ερώτηση γιατί η αρχαία πόλη ήταν μια οργανική μονάδα και οι πολιτικές έριδες μελετήθηκαν στο πλαίσιο της φθοράς του τέλους της – το ευ ζην. Θα μπορούσε όμως να ισχυριστεί κανείς ότι εφόσον η πόλη υπάρχει, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, «πρότερα», δηλαδή ως τελειοποίηση των προηγουμένων μορφών κοινωνίας, τότε έπεται ότι η θεωρία που έχει την «πόλι» ως αντικείμενο της θα περιλαμβάνει ένα πιο περίπλοκο φάσμα σχέσεων από ό, τι θα περιλαμβανόταν σε οποιαδήποτε σύγχρονη θεωρία που μελετά τις συγκρούσεις που συμβαίνουν σε Κράτη. Ίσως η παρούσα πραγματικότητα παρουσιάζει μια ειδική, απλούστερη περίπτωση για μια θεωρία που έχει σχεδιαστεί για την εξέταση πιο περίπλοκων φαινομένων, με τον τρόπο ανάλογο προς την Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν η οποία δεν παραβλέπει τη Νευτωνική Μηχανική, αλλά επιλύει τα προβλήματά της ως ειδική περίπτωση μιας πιο περιεκτικής θεωρίας.

Είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε από τις πρώτες αρχές. Ο Αριστοτέλης ήταν κληρονόμος μιας μακράς πολιτικής παράδοσης που εκλάμβανε τη στάση ως νόσο.Την σύνδεση αυτή την βρίσκουμε στον Αισχύλο, τον Ευριπίδη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Δημοσθένη, τον Ισοκράτη, τον Λυσία και άλλους πολλούς.  Κανένας στοχαστής δεν θα υποστήριζε ότι η «στάσις» μπορούσε να έχει θετικές πτυχές για την πόλη. Αυτό θα πρέπει να συγκριθεί με τις σύγχρονες θεωρίες περί επαναστάσεων, όπου δεν υπάρχει κοινή συμφωνία από τους επιστήμονες εάν αυτές είναι ηθικά ή πολιτικά επιθυμητές. Οι Έλληνες όμως είχαν ενοποιητικό πρίσμα: η στάση, όπως έγραψε ο Σόλων (4.27) ήταν «δημόσιον κακόν». Τα λόγια του σοφού Νέστορα ότι «ούτε φάρα, ούτε νόμο, ούτε σπίτι έχει αυτός που θέλει το φριχτό εμφύλιο πόλεμο»[1] αντηχεί στη φράση του Βακχυλίδη ότι η στάση είναι «καταστροφέας όλων των πραγμάτων» και ηχεί σε κάθε έργο επί του θέματος χωρίς εξαίρεση. Η προσευχή του Χορού στις Ευμενίδες (976-978) του Αισχύλου: «Και της αχόρταγης για το κακό διχόνοιας [«στάσιν»] εύχομαι ο βαρύς βόγγος  ποτέ να μην αντηχήσει στην πόλη αυτή» (Μετάφ. Τάσος Ρούσος) – ήταν η κοινή προσευχή όλης της Ελλάδος. Αυτό που θα υποστηρίξω με επιχειρήματα είναι ότι η διασύνδεση της στάσης με τη νόσο, δηλαδή το ζεύγος «στάσις-νόσος», το οποίο συναντάμε, συνεχώς, στις τραγωδίες, στους ιστορικούς, στα ιατρικά και φιλοσοφικά κείμενα, προσδίδει στη στάση τη ριζική της έννοια, η οποία στην πολιτική της διάσταση δηλώνει  «σταμάτημα», «αναχαίτιση», «αναστολή», ώστε η στάσις ως «αναχαίτιση» επίσης αποτελεί τον πυρήνα της θεωρίας του Αριστοτέλη. Όπως θα δούμε, η ανάσχεση λειτουργιών είναι και αυτή ένα είδος κίνησης, η οποία όμως είναι το ενάντιο της κίνησης «δύναμις-ενέργεια», το είδος κίνησης που η ορθή πολιτεία αποσκοπεί να εμπεδώσει για την πραγμάτωση της «εντελέχειας» των πολιτών της.

Το πρόβλημα μας όμως είναι ότι πουθενά δεν το αναφέρει έτσι ο Αριστοτέλης. Βάσει αυτού, θα μπορούσε κάποιος να με κατηγορήσει για ανεπίτρεπτη εισαγωγή αρχών που δεν βρίσκονται στο κείμενο. Αλλά αυτή η παράλειψη εύκολα εξηγείται με βάση την παρατήρηση ότι αυτή η αρχή ήταν καθολική και αποτελούσε το κοινό ξεκίνημα για οποιαδήποτε επεξεργασία του θέματος. Ο Πλάτων παραδείγματος χάριν συνδέει τη δικαιοσύνη με τη δυνατότητα  των οργάνων ενός όντος να λειτουργούν συνεργατικά έτσι ώστε το όν να δύναται να εκτελέσει το έργον του. Αντίθετα τελείται το έργον της αδικίας, που το αποκαλεί «στάσις», μια κατάσταση στην οποία οι τελεολογικές λειτουργίες του οργανισμού αναστέλλονται, με τον ίδιο τρόπο που σήμερα οι γιατροί περιγράφουν ανοσοποιητικές ανωμαλίες, όπου το σώμα προσβάλει τον ίδιο του τον εαυτό, καθιστώντας τον οργανισμό και τα όργανά του αδύναμα και αναποτελεσματικά. Ενδιαφέρον έχει ένα πολύ γνωστό εδάφιο από την Πολιτεία του Πλάτωνος, για να επαναφέρουμε στη μνήμη μας το πόσο διαδομένη ήταν αυτή η αντίληψη:

…«Γιατί οι στάσεις Θρασύμαχε είναι αποτέλεσμα τις αδικίας που προξενεί μίση και      διχόνοιες και διαμάχες μεταξύ αλλήλων, ενώ η δικαιοσύνη φέρνει «ομόνοια» και φιλία…

 …άρα εάν το έργο της αδικίας είναι η δημιουργία μίσους όπου εμφανίζεται είτε σε ελεύθερους ή σκλάβους, δεν θα προκαλεί έχθρα και στάσεις αναμεταξύ τους, και δεν θα τους καθιστά αδύναμους να συμπράττουν αποτελεσματικά;…

 «…εξυπακούεται λοιπόν ότι η αδικία  όπου συμβαίνει, είτε σε κάποια πόλη είτε σε οικογένεια είτε σε στράτευμα ή οτιδήποτε άλλο, καταλήγει στο να καθιστά αδύνατη την επίτευξη του οτιδήποτε σαν σύνολο λόγω των «στάσεων» και διχονοιών που δημιουργεί και επί πλέον καθιστά την μονάδα εχθρική προς τον εαυτό της, προς τον κάθε εχθρό της, και προς το δίκαιο»…

 Αλλά και όταν η αδικία βρίσκεται σε ένα άτομο ενεργεί με τον ίδιο τρόπο, 
«πρώτον καθιστά αυτό το άτομο ανίκανο για οποιοδήποτε έργο διότι βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του χωρίς ομόνοια. Τον κάνει εχθρό του εαυτού του και εχθρό του δικαίου. Έτσι δεν είναι;» (Πολιτεία, 351d-352b)

Η Μέθοδος του Αριστοτέλη και τα Τρία Αίτια των Στάσεων

Δεδομένου ότι η στάσις εθεωρείτο ως μια αναστολή, μας επιτρέπει να εξηγήσουμε τη σχέση αυτής της αρχής με τα αίτια τα οποία παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στο πέμπτο βιβλίο των Πολιτικών.  Εκεί ο Αριστοτέλης παραθέτει τα καθολικά αίτια των στάσεων, τα οποία όπως ισχυρίζεται είναι τρία (1302a16-22):

…1302a.16  Ἐπεὶ δὲ σκοποῦμεν ἐκ τίνων αἵ τε στάσεις γίνονται
καὶ αἱ μεταβολαὶ περὶ τὰς πολιτείας, ληπτέον καθόλου
πρῶτον τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς αἰτίας αὐτῶν. εἰσὶ δὴ σχεδὸν
ὡς εἰπεῖν τρεῖς τὸν ἀριθμόν, ἃς διοριστέον καθ’ αὑτὰς τύπῳ
1302a.20 πρῶτον. δεῖ γὰρ λαβεῖν πῶς τε ἔχοντες στασιάζουσι καὶ
τίνων ἕνεκεν, καὶ τρίτον τίνες ἀρχαὶ γίνονται τῶν πολιτικῶν ταραχῶν
καὶ τῶν πρὸς ἀλλήλους στάσεων. (Πολ. 1301a16-22)…

Όπως βλέπουμε, τα προβλήματα μας τώρα έχουν περιπλακεί. Τα τρία αίτια «πῶς τε ἔχοντες», «τίνων ἕνεκεν» και «τίνες ἀρχαί» πρέπει να έχουν κάποια συνδυαστική και ενωτική εφαρμογή ώστε να χρησιμεύουν σαν σημεία αναφοράς μιας εμπεριστατωμένης θεωρίας. Υπάρχει λοιπόν τρόπος να φέρουμε τα αίτια κάτω από μία σκοπιά και συνάμα να τα συσχετίσουμε με τη βασική έννοια της στάσης ως νόσο;

Μια προσέγγιση στο πρόβλημα είναι να προσδιορίσουμε το  χώρο μέσα στον οποίο τα γνωστά τέσσερα αίτια του Αριστοτέλη είναι εφαρμόσιμα και να τον συγκρίνουμε με αυτόν  της στάσης. Οδηγός μας πρέπει να είναι η θέση που αναπτύσσει ο Αριστοτέλης στα Φυσικά του, όπου παρουσιάζει τα τέσσερα αίτια ως επεξηγήσεις ουσιών που υπόκεινται σε πορεία μεταβολής.   Εφ’ όσον η στάσις είναι μια κατάσταση της πόλης, συνεπάγεται ότι η πόλις είναι το μεταβαλλόμενο υποκείμενο, δηλαδή η ουσία, και ότι η στάσις αναφέρεται σε μία δυσάρεστη φάση αυτής της μεταβολής.

Αυτό το οποίο συνιστά τα αίτια που προβάλλει ο Αριστοτέλης είναι ότι η πόλη, σαν  πολιτική κοινωνία των πολιτών, είναι αυτή που υπόκειται σε διαδικασία μεταβολής και ότι ως ουσία τα διάφορα «διότι» που κάνουν γνωστική την όλη παρακμάζουσα πορεία της πόλης είναι έγκυρα. Συγκεκριμένα τίθενται  τα ερωτήματα:  1. Ποιο είναι το υλικό με το οποίο δημιουργούνται οι στάσεις;  2. Πώς αρχίζουν;  3. Σε τι αποσκοπούν οι στασιαστές;  Ο αριθμός των αιτιών παραμένει ελεγχόμενος σε ένα μικρό αριθμό, ενώ το επεξηγητικό τους πεδίο είναι ολοκληρωτικό.

Αλλά, τι σημαίνει το να νοσεί η πόλη; Η τελεολογία του Αριστοτέλη μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εδώ περιγράφεται μια κατάσταση, όπου ο  ανθρώπινος οργανισμός αδυνατεί να εκτελέσει το έργον του. Κατά τον Αριστοτέλη αυτό δεν είναι μια ατομική αδυναμία γιατί ο άνθρωπος είναι πολιτικό ζώο και τα πολιτικά ζώα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα μυρμήγκια και οι σφήκες, ξεχωρίζουν από τα κοινωνικά ζώα, όπως οι αγέλες, στο ότι συμμετέχουν σε ένα κοινό έργο. Στους ανθρώπους, το κοινό έργον είναι η συμμετοχή στην ευδαιμονία, ένας βίος που χαρακτηρίζεται από «ψυχής ενέργειαν κατά λόγον».

Η πολιτική δικαιοσύνη είναι η δικαιοσύνη, μέσω της οποίας ο πολίτης αποκτά ισότιμη συμμετοχή στην από κοινού πραγματοποίηση της ανθρώπινης εντελέχειας. Είναι τότε φυσικό ότι αυτός θα είναι και ο κλάδος της δικαιοσύνης, δια του οποίου καταλύεται η πολιτεία και σπαράσσεται η πόλη.  Η αδικία σ’ οποιοδήποτε κλάδο της δικαιοσύνης, είτε στη συμπεριφορά προς άλλους, αυτό που καλεί ο Αριστοτέλης το  «όλο δίκαιο»,  είτε στις συναλλαγές, είτε στο διορθωτικό ή νομοθετικό δίκαιο, μιας και γίνει αντιληπτή ως πρόβλημα στο χώρο της πολιτικής δικαιοσύνης δημιουργεί ένα θεμελιώδες σχίσμα στο συνδετικό ιστό της πόλης.

Το Υλικό Αίτιο: «πῶς ἔχοντες»

Ας προχωρήσουμε, λοιπόν, στην ανάλυση της κάθε μιας από των προαναφερομένων αιτιών αρχίζοντας με το «πῶς ἔχοντες»:

…οἱ μὲν γὰρ ἰσότητος ἐφιέμενοι στασιάζουσιν ἂν νομίζωσιν ἔλαττον ἔχειν ὄντες ἴσοι τοῖς πλεονεκτοῦσιν, οἱ δὲ τῆς ἀνισότητος καὶ τῆς ὑπεροχῆς ἂν ὑπολαμβάνωσιν ὄντες ἄνισοι μὴ πλέον ἔχειν ἀλλ’ ἴσον ἢ ἔλαττον (τούτων δ’ ἔστι μὲν ὀρέγεσθαι δικαίως, ἔστι δὲ καὶ ἀδίκως)· ἐλάττους τε γὰρ ὄντες ὅπως ἴσοι ὦσι στασιάζουσι, καὶ ἴσοι ὄντες ὅπως μείζους. πῶς μὲν οὖν ἔχοντες στασιάζουσιν, εἴρηται· (Πολ. 1302a 22-31)…

Το «πῶς ἔχοντες» καθορίζει το υλικό, δηλαδή, τα οικοδομικά υλικά εκ των οποίων φτιάχνεται η όποια στάση. Το υλικό των στάσεων είναι η αίσθηση της ανισότητας ή η άδικη ισότητα. Αυτό που ξεχωρίζει τις δομικές πεποιθήσεις των στασιαστών είναι ότι η αντίληψη της αδικίας ξεπερνά μια παροδική εριστική διάθεση, που θα μπορούσε εύκολα να καταπραϋνθεί με τη διόρθωση ενός η ακόμη και μιας σειράς συγκεκριμένων αδικημάτων. Βρίσκονται σε μια μόνιμη υποκειμενική κατάσταση ανταρσίας προς τις συνταγματικές αρχές.  Όπως, μάλιστα, υπονοεί και η ίδια η λέξη «στάσις» επιθυμούν την παρεμπόδιση των λειτουργιών της κοινωνίας για να σταματήσουν τη διεξαγωγή επιχειρήσεων που εκτιμώνται ως άδικες.

Δεν πρόκειται για μια αμιγώς λογική πορεία, διότι το υλικό των στάσεων περιέχει μία  λογική και μία συναισθηματική διάσταση. Συνάμα, υπάρχει μια κρίση σχετικά με το δίκαιο της πολιτείας και μια σειρά εχθρικών παθών. Οι άνθρωποι που έχουν αυτή την κρίση όχι μόνο θέλουν να μεταβάλλουν την πολιτεία, αλλά, όπως μας προειδοποιεί ο Αριστοτέλης με τη λέξη ορέγεσθαι, κινούνται με έντονες επιθυμίες! Η επιθυμία για μια νέα μορφή δικαίου δεν είναι ουσιαστικά ένα διανοητικό αποτέλεσμα, αλλά μία όρεξη οπλισμένη με ένα συμπέρασμα για τη δικαιοσύνη. Μια ευρεία μεταβολή στις αξίες πρέπει να πραγματωθεί, ώστε αυτή η όρεξη να αποκτήσει μονιμότητα. Η δυσαρέσκεια, από μόνη της, δεν παράγει, αυτομάτως, τις διανοητικές αιτιολογήσεις, που απαιτούνται για την κοινωνική ανάπλαση. Η οργή, η οποία γεννιέται από την αίσθηση της αδικίας, γίνεται μόνιμη και αποκτά αιτιολογική κατεύθυνση, γιατί είναι οργανωμένη μέσω νέων αξιών. Οι νέες αξίες αποκτούν μια μορφή γύρω από μία εναλλακτική έννοια του πολιτικού δικαίου και της ισότητας. Οι δημοκρατικοί, λόγου χάριν, επιθυμούν αριθμητική ισότητα και ελευθερία, ενώ οι ολιγαρχικοί θέλουν ανισότητα και πλούτο,,.

Η σίγουρη ένδειξη της στάσης, όμως, δεν είναι η οργή αλλά η έχθρα. Στην πορεία της στάσης η οργή γενικεύεται και σκληραίνεται και μεταβάλλεται σε μίσος γιατί στον αποξενωμένο πολίτη η υπάρχουσα αρχή της πολιτείας είναι συνεχόμενη πηγή προσβολής και ταπείνωσης. Αυτή η μετεξέλιξη της οργής σε μίσος περιγράφεται με την έννοια της διχόνοιας. Ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί ότι το μίσος πηγάζει από την οργή, αλλά ενώ η οργή είναι καυτή και οδυνηρή, προσωπική και παροδική, το μίσος είναι ψυχρό και υπολογιστικό, απρόσωπο, και μόνιμο. Κατευθύνεται έναντι μιας ολόκληρης τάξης ανθρώπων, οι οποίοι θεωρούνται εχθροί, ασχέτως εάν συγκεκριμένα άτομα ήταν ή δεν ήταν αίτια κάποιας πιθανής αδικίας. Οι Πολλοί συγχωνεύονται στο Ένα του κοπαδιού και αυτό κάνει δυνατή τη συμπεριφορά του όχλου, γιατί το χαρακτηριστικό του όχλου είναι η έλλειψη κρίσης.  Η συλλογική απρόσωπη φύση του μίσους δημιουργεί χώρο για λαθεμένους υπολογισμούς μεγαλύτερου μεγέθους από ότι επιφέρουν οι πράξεις της οργής και έτσι ο φόβος γίνεται πιο εκτεταμένος και οι αντιδράσεις των φοβισμένων είναι από τη φύση τους ασταθείς.

Για να συνοψίσω: Η πορεία μεταβολής είναι ασταθής, γιατί ακριβώς κατευθύνεται από το ορεγόμενον και ο λόγος της στάσης και οι δικαιολογίες των στασιαστών είναι εύπλαστες, γιατί ο λόγος δεν ελέγχει τα πάθη αλλά τα πάθη ελέγχουν το νου.

Το Τελικό Αίτιο, το «τίνων ἕνεκεν» των Στάσεων: Κέρδος και Τιμή

Ο Αριστοτέλης συμφωνεί με τον Πλάτωνα ότι το τελικό αίτιο των στάσεων, το «τίνων ἕνεκεν» δεν είναι δικαιοσύνη ούτε μια αποκατάσταση νομιμότητας, αλλά κέρδος και τιμή, δηλαδή, αυτό που θα λέγαμε σήμερα πολιτική εξουσία.

…περὶ ὧν δὲ στασιάζουσιν ἐστὶ κέρδος καὶ τιμὴ καὶ τἀναντία τούτοις. καὶ
γὰρ ἀτιμίαν φεύγοντες καὶ ζημίαν, ἢ ὑπὲρ αὑτῶν ἢ τῶν φίλων, στασιάζουσιν ἐν ταῖς πόλεσιν.  (Πολ. 1302a32-34)…

Για τον Αριστοτέλη, το τέλος είναι «πρότερον», με τη σημασία ότι το τέλος είναι αυτό που καθορίζει τον επιθυμητό στόχο προς τον οποίο κατευθύνεται η πορεία της στάσης. Η συγκεκριμένη επιλογή δείχνει πως ο σκοπός που τώρα κατευθύνει το δημόσιο βίο αποτελεί εκτροπή.  Όταν το τέλος είναι πράγματι η δικαιοσύνη, τότε η διανομή της εξουσίας, οι τιμές και τα οφέλη γίνονται σύμφωνα με ένα από κοινού μέτρο για το κοινό αγαθό. Όταν, όμως, το κέρδος και η τιμή αποτελούν το τέλος, το κοινό αγαθό  υποστέλλεται και τα ιδιωτικά οφέλη κυριαρχούν…

Τα Μέσα Των Στάσεων

 Ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι τα μέσα, που χρησιμοποιούνται για την πραγμάτωση του τέλους, είναι η βία και η απάτη: κινοῦσι δὲ τὰς πολιτείας ὁτὲ μὲν διὰ βίας ὁτὲ δὲ δι’ ἀπάτης, (Πολ. 1304b8)…
Μαθαίνουμε από τα παραδείγματα που αναφέρει ο Αριστοτέλης ότι οι κινήσεις, ή όπως θα λέγαμε σήμερα «τα κινήματα», αποτελούνται από διάφορα μέσα όπως η προπαγάνδα, η ύπουλη ρητορική,Το νέο-ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο βρίθει από λέξεις και φράσεις (όπως το κίνημα,  η παράταξη, το κόμμα – και άλλες πολλές) που στην κυριολεξία ή στην σημασία τους θα ήταν στην αρχαιότητα συναφής με την έννοια της πολιτικής νόσου και της φθοράς του πολιτεύματος.. Αυτές οι λέξεις, οι οποίες κατά κανόνα μεταφράστηκαν στα ελληνικά από ευρωπαϊκές γλώσσες, υποδηλώνουν ότι το σύγχρονο κράτος εξαρχής οικοδομήθηκε ως σχηματισμός «στάσης». Για παράδειγμα, ο Μάντισον έγραψε το 1787 σχετικά με το τότε προτιθέμενο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών ότι «το διαίρει και βασίλευε (divide et impera), το εξαχρειωμένο αξίωμα της τυραννίας, είναι με κάποιες επιφυλάξεις η μόνη μέθοδος με την οποία μια δημοκρατία μπορεί να διοικείται με δίκαιες αρχές» (James Madison, Federalist 10). οι συνομωσίες, η εξάπλωση του φόβου, οι δολοφονίες, οι δελεαστικές υποσχέσεις. Όλα αυτά τα διάσπαρτα μέσα τα εμπερικλείει ο Αριστοτέλης στους όρους «βία» και «απάτη».  Αλλά ο όρος «κινήσεις» έχει ευρύτερη σημασία από αυτό που αποδίδεται με τον όρο «μέσα». Τα μέσα αποκαλύπτουν κάτι σύμφυτο στη φύση της στάσης. Οι κινήσεις και τα κινήματα είναι η χαρακτηριστική μορφή της πορείας μιας πόλης, η οποία βρίσκεται σε στάση, δηλαδή, σε κατάσταση αναχαίτισης ή αναστολής των  θεσμών, όπως και η ανώμαλος αναπαραγωγή κυττάρων μπορεί να θεωρηθεί σαν χαρακτηριστική κίνηση του καρκίνου. Η αναστολή στην πραγμάτωση της ανθρώπινης εντελέχειας δεν σημαίνει ότι οι κοινωνικές διαδικασίες έχουν σταματήσει. Ο πολίτης, ή ο εν δυνάμει πολίτης, που αποχωρεί από το κοινό πλέγμα δικαιοσύνης, κινείται τώρα οπλισμένος με μια έννοια του δικαίου που ορέγεται την πραγμάτωσή του. Αυτή η  επιθυμία εκδηλώνεται σε δράση και σε κινήματα (μια λέξη, που και στη πολιτική της χρήση σημαίνει και «νεωτερισμός») που αποσκοπούν  στην ανατροπή της υφισταμένης τάξης.

Οι εκδηλώσεις κινημάτων δείχνουν καθαρά ότι μια νέα πορεία έρχεται να επιβληθεί στην πολιτική ζωή. Όταν όμως το τέλος είναι η ομόνοια, οι πρότερες σύμφυτες δυνάμεις κλίνουν προς την ολοκλήρωση και, παράλληλα, η μεταβολή πορεύεται με την ποικιλότητα των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τις ανθρώπινες δυνάμεις. Στην περίπτωση όμως της μιας καινούργιας στασιακής πορείας, οι κινήσεις και τα κινήματα δεν έχουν προκαθορισμένα οριακά σημεία κι αυτό διότι έχει ανασταλεί η λειτουργία της εντελέχειας. Η κίνηση δεν είναι ούτε προς τα εμπρός, ούτε προς τα πίσω, όπως χαρακτηρίζονται από την σύγχρονη πολιτική ορολογία, που ομιλεί για προοδευτικά, αντιδραστικά, αριστερά και δεξιά κινήματα. Μία πιο σωστή εικόνα θα ήταν η απεικόνιση των κινημάτων ως κινήσεις, που έχουν ξεφύγει από την κεντρική λεωφόρο, όπου αυτή έχει προγραμματιστεί να οδηγεί στον προορισμό, ενώ οι πάροδοι και οι παρακάμψεις αποτελούν ένα σύμπλεγμα φαύλου κύκλου. Στις  παρακάμψεις, όλα είναι πρόχειρα και παράφρονα. Παντού ξεφυτρώνουν οδηγοί, οι οποίοι, ενώ έχουν χαθεί, υπόσχονται σε άλλους ότι ξέρουν το δρόμο και το σημείο του τερματισμού. Μερικοί φωνάζουν ότι η αριστερή λουρίδα είναι καλή, άλλοι ότι η δεξιά είναι ακόμη καλύτερη, άλλοι λένε να προτιμηθεί η επιστροφή στο σημείο εκκίνησης, άλλοι ότι ο προορισμός βρίσκεται κάπου μπροστά, και άλλοι επιχειρούν να καταλάβουν την κεντρική λεωφόρο και διακηρύσσουν ότι αυτός είναι ο αληθινός προορισμός. Με άλλα λόγια, κίνηση υπάρχει, αλλά δεν οδηγεί πουθενά, εκτός εάν κατά τύχη κανείς ξαναβρεί την κεντρική λεωφόρο…

Οι Απαρχές Των Στάσεων

Τώρα, ας εξετάσουμε τις απαρχές των στάσεων.  Κατά τον Αριστοτέλη το ποιητικό αίτιο των στάσεων αποτελείται από 11 ειδικά αίτια, τα οποία περιγράφουν ειδικά πρότυπα, που προκαλούν τη στάση. Τα ένδεκα αίτια είναι τα εξής: κέρδος και τιμή (που οφείλεται σε φθόνο διότι βλέπει κανείς άλλους να απολαμβάνουν επιθυμητά αγαθά) και επί πλέον «διὰ ὕβριν, διὰ φόβον, διὰ ὑπεροχήν, διὰ καταφρόνησιν, διὰ αὔξησιν τὴν παρὰ τὸ ἀνάλογον…δι’ ἐριθείαν, δι’ ὀλιγωρίαν, διὰ μικρότητα, (1302b.5) διὰ ἀνομοιότητα»…  

Οι απαρχές λειτουργούν ως αίτια που σείουν το πολίτευμα ως κινητήριες δυνάμεις: Λέει ο Αριστοτέλης ότι «ἔχουσι δύναμιν» (1302b6) να προκαλέσουν τη στάση. Το «πως έχοντες» και το «τίνων ένεκεν» στερούνται τέτοιας δυνατότητας, γιατί η ψυχική διάθεση και ο τελικός σκοπός αναμένουν την πραγμάτωση τους και δεν επιφέρουν από μόνα τους την κίνηση. Τοιουτοτρόπως, η ανασυγκρότηση των πεποιθήσεων δημιουργεί μία κλίση ή μία διάθεση, αλλά το να είναι κάποιος προδιατεθειμένος δεν σημαίνει κιόλας ότι θα κινηθεί. Έχουμε δει πρόσφατα τη δύναμη της καταφρόνησης, της ύβρης, της ολιγωρίας, ως σπινθήρες βίαιων ταραχών, όπου Αφρο-Αμερικάνοι και άλλοι στράφηκαν κατά του πολιτεύματος γιατί το εξέλαβαν ως προστάτη αυτών των παραπτωμάτων. Βεβαίως, η δύναμη της «ανομοιότητας» όπως η ανεξέλεγκτη εισροή προσφύγων ισχύει και σήμερα: «στασιωτικὸν δὲ καὶ τὸ μὴ ὁμόφυλον, ἕως ἂν συμπνεύσῃ» (Πολ. 1303a25)… Επίσης, η φυλετική ανομοιογένεια είναι αιτία όχι λόγω των φυλετικών διαφορών ως έχουν, αλλά διότι απαιτείται χρόνος για να υπάρξει σύμπνοια – δηλαδή πολιτιστικά να πνέουν ομού οι νέοι έποικοι με τους ήδη εγκατεστημένους – αλλιώς θεωρούνται ως απειλή στην εύθραυστη κοινωνική συνοχή […«οὐδ’ ἐκ τοῦ τυχόντος πλήθους πόλις γίγνεται, οὕτως οὐδ’ ἐν τῷ τυχόντι χρόνῳ» (Πολ. 1303a26)…]

Ο Αριστοτέλης κατόρθωσε να διερευνήσει και κατατάξει τα ποικίλα γεγονότα και αίτια που παρακινούν τους ανθρώπους να δράσουν εναντίον του πολιτεύματος τους.  Περιόρισε τον αριθμό των αιτιών χρησιμοποιώντας τη μέθοδο «τῶν πρακτῶν» σε μια μικρή ομάδα πρότυπων, που επικρατούν συνήθως, αλλά όχι και πάντα. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτά τα πρότυπα  τα διετύπωσε επαγωγικά  βασιζόμενος σε  ιστορικές μελέτες άλλων στοχαστών και γενικεύσεις, που προέκυψαν από τις έρευνες του στα πολιτεύματα των Ελληνικών πόλεων.

Διερωτάται κανείς εάν, όντως, υπάρχει συνδετικός ιστός στις ένδεκα ειδικές απαρχές στάσεων; Πολλά έχουν λεχθεί επάνω σε αυτό το θέμα. Κάνω μια υπόθεση. Ίσως η ενότητα τους έγκειται στη θεώρηση των ειδικών αιτιών ως ποικίλων τρόπων που προκαλούν κάποια νόσο. Αλλά, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, γιατί ο Αριστοτέλης καταγράφει όλα τα κίνητρα που δύνανται να επηρεάσουν το κοινό έργο της πόλης και να επιφέρουν μεταβολή στο πολίτευμα. Μερικά από αυτά τα κίνητρα δεν συνεπάγονται τη στάση. Οι απαρχές «δια μικρότητα»,  «ολιγωρία», και «αύξηση παρά το ανάλογον» μπορούν να συμβούν σε μια υγιή πόλη και σε μια νοσούσα. Και όμως το κλειδί, νομίζω θα το βρούμε στη λέξη «κίνησις». Οι κινήσεις που εξετάζει ο Αριστοτέλης σε αυτό το κεφάλαιο, είναι αυτές, που σείουν και ταράσσουν το πολίτευμα. Έτσι, εξ’ άλλου, χρησιμοποιεί και ο Θουκυδίδης τη λέξη στην εξέταση των στάσεων (3.82.1.3 «τὸ Ἑλληνικὸν ἐκινήθη»).«κίνησις γὰρ αὕτη μεγίστη δὴ τοῖς Ἕλλησιν ἐγένετο…» ([Γιατί αυτός ο πόλεμος] «έφερε μεγίστη αναστάτωση στους Έλληνες…»]
Αυτές είναι μη οργανικές, ανώμαλες αλλαγές, οι οποίες προξενούν παροξυσμούς και ταραχές και φέρνουν σε κίνδυνο το μέτρο του πολιτεύματος. Βεβαίως, κατά το σύνηθες, οι διαταράξεις των πολιτευμάτων οφείλονται σε κάποια ενδογενή νόσο αλλά, εάν συμβαίνουν επίσης εξαιτίας εξωγενών παραγόντων, τότε θα ήταν σωστό να συμπεριλάβει κανείς αυτό το συγκεκριμένο αίτιο και να το πάρει σοβαρά υπ’ όψιν του για να κατανοήσει, πώς προκαλείται και πώς δύναται να περιοριστούν οι διασπαστικές του κινήσεις. Μεταφορικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι βέβαια οι σπασμοί συνήθως συμβαίνουν λόγου κάποιας ασθένειας. Αλλά μπορούν επίσης να συμβούν εάν πέσει κάποιος βράχος στο κεφάλι κάποιου. Εάν αυτό συμβαίνει με συχνότητα ή εάν μια μελέτη κάποιου ειδικού προβλέπει ότι αναμένεται να συμβεί αυτό το περιστατικό κάτω από ορισμένες συνθήκες, τότε καλό θα έκαμνε ο πολιτικός να πάρει προληπτικά μέτρα.

Ο πολιτικός έχει χρέος να προλάβει και να σταματήσει τις απαρχές των στάσεων, αλλά δεν δύναται να σταματήσει κανείς το φθαρτικό ρεύμα επικεντρώνοντας την προσοχή του στα 11 ειδικά αίτια. Και αυτό γιατί οι απαρχές είναι οι μικροί σπινθήρες που έχουν ωστόσο την ισχύ να πυροδοτήσουν τις βαθύτερες υποκείμενες αιτίες, όπως ένα σπίρτο μπορεί να πυροδοτήσει ένα βαρέλι πυρίτιδας: «Γίγνονται μὲν οὖν αἱ στάσεις οὐ περὶ μικρῶν ἀλλ’ ἐκ μικρῶν, στασιάζουσι δὲ περὶ μεγάλων» (Πολ. 1303b17-18)…

Ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι «απαρχές» αλληλεπιδρούν με τις άλλες αιτίες ήταν η θεαματική εμφάνιση αυτών των αιτιών στις ΗΠΑ, κατά την διάρκεια των τελευταίων προεδρικών εκλογών. Για πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία, η μεσαία τάξη ένιωσε ότι η χώρα τους βρισκόταν σε παρακμή και ότι οι ελίτ που επωφελήθηκαν από την παγκοσμιοποίηση και οι κυβερνήσεις που επέτρεψαν τα υπέρογκα κέρδη τους δεν ενδιαφέρονταν πια για την εξαθλίωση και ταπείνωση των πολιτών. Η ψυχολογική διάθεση αυτών των στρωμάτων οδήγησε στην απόσυρση τους από τους παραδοσιακούς θεσμούς. Καθημερινώς, η πλεονεξία των ελίτ (το λεγόμενο 1%) έγιναν επίμαχα θέματα στο διαδίκτυο. Οι νόμοι που έδωσαν ειδικά προνόμια σε παγκοσμιοποιημένες εταιρείες υφάνθηκαν με τους νόμους που έδωσαν παροχές σε λαθρομετανάστες και σ’ αυτά προστέθηκαν και πολιτισμικές πολιτικές, που ερμηνεύθηκαν ως επιθέσεις ενάντια στον παραδοσιακό τρόπο ζωής των μεσαίων. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: οι διαθέσεις των αποσυρθέντων χειραγωγήθηκαν από δημαγωγούς με αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός πολιτικού «κινήματος» το οποίο  εξελίσσεται, με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον…

Κάποιος, ίσως, μπορεί να ισχυριστεί ότι τα αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη εκ μέρους των φεμινιστριών, των μειονοτήτων, των ομοφυλόφιλων και άλλων που θεωρούνται περιθωριοποιημένοι καθιστούν τις απόψεις του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα άσχετες και ανεφάρμοστες. Αλλά, πιθανώς, οι σύγχρονοι μελετητές αγνόησαν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη σε αυτό το θέμα, λόγω της δικής τους πολιτικής ιδεολογίας και προκατάληψης. Στην Πολιτεία ο Πλάτων δείχνει πώς η δημοκρατία ολισθαίνει σε τυραννία όταν οι σκοτεινές επιθυμίες των μαζών και των ηγετών τους τροφοδοτούνται. Ο Σωκράτης περιγράφει αυτόν τον έρωτα του κατήφορου ως ανεξέλεγκτες επιθυμίες για τα περιττά, τα αφύσικα, τα άνομα, επιθυμίες που συνάδουν  με τις απολαύσεις και τις απαιτήσεις του κηφήνα. Δηλώνει ότι αυτές οι επιθυμίες υπάρχουν σε όλους μας, αλλά συνήθως τις κρατάμε υπό έλεγχο. Ωστόσο, στα όνειρα, όταν το ορθολογικό μέρος της ψυχής κοιμάται, το «κτηνώδες και άγριο μέρος της ψυχής» ζωντανεύει και «στην κατάσταση αυτή αποτολμάει τα πάντα, αχαλίνωτο καθώς είναι» και απελευθερωμένη από την ντροπή «δεν διστάζει… να επιχειρεί να σμίξει στη φαντασία του με μητέρα και με οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο, θεό ή θηρίο» (571c-d). Αυτός ο σκοτεινός έρωτας των εφιαλτών μας μπορεί να γίνει κινητήρια δύναμη, όταν εισάγεται στη δημόσια ζωή. Όταν, φυλετικά, σεξουαλικά, πολιτιστικά, οικονομικά και άλλα παράπονα εντάσσονται και  κατατάσσονται με σκοτεινές επιθυμίες και διεκδικούν εξουσία τα αίτια του Αριστοτέλη, «κέρδος και τιμή», ως τέλη, και η διάγνωση του Πλάτωνα για τη νοσούσα ψυχή μπορούν ενδεχομένως να παρέχουν ένα επεξηγηματικό πλαίσιο για την κατανόηση αυτών των φαινομένων.

Η στάση στην πορεία της είναι συνδυασμός όλων των αιτιών. Πεποιθήσεις ότι το πολίτευμα αδικεί δεν πρέπει να εισχωρούν στο νου και στα πάθη των πολιτών. Συνάμα όμως πρέπει και η πόλις να μην παρεκκλίνει από τους σκοπούς της, ώστε η εξουσία και το κέρδος να μην αναδεικνύονται ως κεκαλυμμένοι σαν εύλογοι στόχοι για την πολιτική.

Στα μέτρα για την παρεμπόδιση των στάσεων ο Αριστοτέλης περιλαμβάνει μέσα, όπως θεσμικά εμπόδια που σκοπεύουν στον περιορισμό της τάσης των πολιτευμάτων να προσηλώνονται στις αδυναμίες τους. Παραδείγματος χάριν, η ροπή προς αχαλίνωτη ελευθερία στις δημοκρατίες και οι νομοθετημένοι περιορισμοί για  συμμετοχή των πολιτών στα αξιώματα στις ολιγαρχίες. Επίσης, αναφέρεται και στην παιδεία (το «μέγιστον δε πάντων…πρός  τό διαμένειν τάς πολιτείας»  «τό παιδεύεσθαι πρός τας πολιτείας» (Πολ. 1310a13-15)…), τη φιλία, και τη συμμετοχή των πολιτών σε ποικίλες πολιτιστικές δραστηριότητες όπως το θέατρο και τις εορτές, μέσω των οποίων οι πολίτες διδάσκονται και συνάμα εξασκούν έλεγχο στις αξίες της πολιτείας τους. Αλλά η διεξοδική μελέτη των ιδεών για την παρεμπόδιση των στάσεων και τη σωτηρία των πολιτευμάτων συνιστά θέμα, που δεν είναι δυνατόν να εξαντλήσουμε σε ένα, έστω και μακροσκελές, άρθρο…

Το «τί ἐστι» 

Θα ήθελα, μάλλον, να εστιάσω την προσοχή μας στην απουσία του «τί ἐστι», του αίτιου που μας αποκαλύπτει τη μορφή. Αυτό είναι μάλλον παράδοξο, ειδικά,  εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας τη σπουδαιότητα της έννοιας του «τί ἐστι» για τον ορισμό της οποιασδήποτε ουσίας.  Γιατί δεν αναφέρεται; Μήπως δεν χρησιμεύει; Μήπως οι στάσεις, επειδή είναι από τη φύση τους ταραχώδεις, είναι και άμορφες; Δεν νομίζω! Ήδη, οι Ιπποκρατικοί θεωρούσαν ότι οι νόσοι είχαν δομικά χαρακτηριστικά, που επαναλαμβάνονταν, με καθορισμένα σχήματα. Η προγνωστική μέθοδος του Αριστοτέλη υποθέτει την πλέον καθολική και χαρακτηριστική ιδιότητα των στάσεων, που επαναλαμβάνεται συνεχώς. Πρόκειται για τον ιδιοτελή χαρακτήρα κάθε μορφής στάσεων.

Αυτό το σημείο, όμως, ήταν τόσο γνωστό, κοινός τόπος, θα λέγαμε, που δεν χρειαζόταν να το επαναλάβει. Συγκεκριμένα, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε κατά κάποιον τρόπο μια στάση, επιβάλλεται να θέσουμε το ερώτημα του «τί ἐστι», ώστε από τη μορφή της, είτε είναι ολιγαρχική, είτε δημοκρατική, είτε τυραννική και ούτω καθεξής, να συλλάβουμε την τροχιά της πορείας της. Οι στάσεις αλλάζουν σχηματική μορφή συνεχώς, και το μόνο σίγουρο, που μπορεί να πει κανείς για την τροχιά τους είναι ότι πίσω από τις πολύμορφες μεταβολές τους βρίσκεται διαρκώς ένα ιδιοτελές κίνητρο.

Η σημαντικότητα αυτής της θέσης είναι ιδιαίτερα έκδηλη στην κριτική που ασκεί ο Αριστοτέλης στον Πλάτωνα, ο οποίος έθεσε στην Πολιτεία του μια αντιστοιχία μεταξύ των περί δικαίου πεποιθήσεων των στασιαστών και της τροχιάς που ακολουθεί μια στάση. Οι έρευνες του Αριστοτέλη, προφανώς, τον έπεισαν ότι τέτοια αποτελέσματα σπανίως αντιστοιχούν στην όποια μορφή δικαίου υιοθετούν οι στασιαστές. Παραδείγματος χάριν, η τυραννία των Τριάκοντα επεβλήθη ως μια ολιγαρχική στάση, αλλά είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι πλούσιοι Αθηναίοι ήταν τα κυρίως θύματα των αρπαγών και των δολοφονιών των Τριάκοντα.  Εκ των 1.500  δολοφονημένων  οι περισσότεροι προήρχοντο από την τάξη των πλουσίων. Ποτέ άλλοτε, κάτω από το δημοκρατικό πολίτευμα δεν είχαν τρομοκρατηθεί και υποστεί παρόμοια απώλεια περιουσίας, όπως συνέβη κατά  τη διάρκεια της τυραννίας των Τριάκοντα. Όμως, κατά την θεωρία του Πλάτωνα, σε μια ολιγαρχική στάση οι πλούσιοι θα έπρεπε να είναι οργανωμένοι σε μια ενοποιημένη κίνηση με συναφείς αξίες, αρχές και σκοπούς. Στην ολιγαρχική μεταβολή του 404 δεν συναντάμε τέτοιες ενοποιήσεις. Αντιθέτως, η πορεία της στάσεως δείχνει πρόχειρες προσαρμογές σε εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις.

Μελετητές των επαναστάσεων συχνά κάνουν το λάθος να θεωρούν τον στασιαστή ως έναν επαναστάτη τεχνίτη, ο οποίος έχοντας στο νου του κάποια μορφή δικαιοσύνης ζητάει να επιβάλλει αυτή την έννοια του δικαίου στους πολίτες. Η άποψη του «στασιώτου» ως τεχνικού μιας επανάστασης, σύμφωνα με κάποια επιστημονική εμπειρογνωμοσύνη είναι μοντέρνα έννοια που προέρχεται από τη Γαλλική Επανάσταση και την εξαιρετική επιρροή της μηχανικής του Νεύτωνα στην κοινωνική σκέψη. Η ίδια η λέξη «revolution» είχε τις ρίζες στις θεωρίες του Κέπλερ και του Νεύτωνα που προσδιόριζαν με μαθηματική ακρίβεια την τροχιά των πλανητών και μετέπειτα μεταφέρθηκε η λέξη, με αθέμιτο τρόπο, από Γάλλους Διαφωτιστές σε κοινωνικό πλαίσιο.  Το όραμα του επαναστάτη που καθοδηγεί με επιστημονική δεινότητα το Κόμμα και τις μάζες προς μιας δίκαιας (αταξικής) κοινωνίας συνεχίζει να εμπνέει Μαρξιστές κάθε είδους.

Το σοβαρό λάθος αυτής της αναλογίας είναι ότι σφάλει όταν συσχετίζει τον καλλιτέχνη και το έργο του και τον επαναστάτη με τη δικαιοσύνη. Το παρακάτω απόσπασμα από έναν αξιοσημείωτο σχολιαστή στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη μπορεί να μας βοηθήσει για να διευκρινίσουμε τα ζητήματα που διακυβεύονται.

Η ιδέα λοιπόν, είναι ότι καθώς ο τεχνίτης ενεργεί από την τέχνη του, τα μέλη μιας κομματικής φατρίας ενεργούν με μια σύλληψη της δικαιοσύνης και όπως ένας τεχνίτης επιδιώκει να επιβάλει μορφή στα υλικά του, τα μέλη μιας κομματικής φατρίας επιδιώκουν να επιβάλουν την περί δικαίου σύλληψη τους στον πληθυσμό των πολιτών της πόλης τους.Keyt, D. (1995) “The Four Causes in Aristotle’s Politics”, Aristotelian Political Philosophy, εκδ. K. Boudouris, International Center for Greek Philosophy and Culture, σελ. 106.

Όμως, ακόμα και στην ελαττωματική θεωρία του Πλάτωνα, ο στασιώτης δεν θεωρείται ως τεχνίτης, αλλά ένα πιόνι των επιθυμιών του, οπότε αντί να διαμορφώνει ο ίδιος διαμορφώνεται από τις παρορμήσεις του. Τον παρουσιάζει ως αξιολύπητο, προβλέψιμο και άδικο. Ο πιο άδικος βέβαια είναι ο τύραννος που -όπως ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Χίτλερ και ο Μάο των εποχών μας- παρακινείται με απληστία για εξουσία και σκλαβώνεται από τον παράνομο ερωτισμό του. Το τέλος των στάσεων, ο σκοπός, δεν είναι η δικαιοσύνη, ούτε έστω και μια εσφαλμένη ιδέα περί δικαίου, αλλά μάλλον «κέρδος και τιμή». Η δικαιοσύνη είναι ένα στοιχείο του ψυχολογικής διάθεσης των αντιφρονούντων, αλλά δεν είναι κατ’ ανάγκην προσδιοριστική του τέλους ή της μορφής που θα πάρει μια στάσις. Γενικά παίρνει συγκεκριμένη μορφή από τις ρεαλπολιτίκ ανάγκες και ελιγμούς που εξελίσσονται και τους ιδιοτελείς σκοπούς των επαναστατών.

Μια στάσις δύναται να έχει ομαλή εξέλιξη στο βαθμό, που παύει πλέον να είναι στάσις και προσαρμόζεται στα τυπικά κριτήρια της δικαιοσύνης. Όσο μια στάση εμμένει σε ιδιοτελή μορφή παραμένει συνήθως ασταθής, όσο, όμως, εξελίσσεται προς διορθωτικό έργο, όπου η δικαιοσύνη γίνεται ο καθοριστικός σκοπός της, τόσο πιο ομαλή και προβλέψιμη και διαρκής είναι ως προς το αποτέλεσμα της.

Στάσις και ομόνοια

Απ’ ότι γνωρίζουμε, η περί στάσης θεωρία του Αριστοτέλη μελετήθηκε στις αρχές της εποχής μας, κυρίως, διότι προσέφερε τη διατύπωση της μεθόδου για τη λήψη προληπτικών μέτρων καταστολής ακραίων περιπτώσεων των στάσεων που συνήθως οδηγούν σε αιματηρούς εμφυλίους πολέμους. Θα μπορούσε κανείς να δείξει τι επιρροή είχαν αυτές οι ιδέες στη σύγχρονη πολιτική ζωή και πως συνέβαλαν στην εξασφάλιση πολιτικής σταθερότητας. Αλλά, μια τέτοια ιστορική ανασκόπηση δεν είναι ο σκοπός μας εδώ.

Νομίζω όμως, ότι προέχει να επισημάνουμε, έστω και εν συντομία, κατά πόσον και σε ποία σημεία  πλεονεκτεί η θεωρία του Αριστοτέλη σε σύγκριση με τις σύγχρονες θεωρίες. Πρώτον, δεν πρόκειται για μια «θεωρία των επαναστάσεων», με την τρέχουσα  σημασία της λέξης. Η αναγνώριση των προοδευτικών αλλαγών που βελτιώνουν τη ζωή των πολιτών, ως κάτι επιθυμητό, δεν οδήγησε τον Αριστοτέλη στο να ασπασθεί τον νεωτερισμό σαν προβλητέα και αναγκαία αρετή. Η εικόνα που φέρνει στο νου το άκουσμα της λέξης  «επανάσταση», δηλαδή, η καταστροφή ενός πεπαλαιωμένου πολιτικού και οικονομικού συστήματος και η αντικατάστασή του από ένα νέο και βέλτιστο σύστημα, απουσιάζει παντελώς από την πολιτική θεωρία του.  Η κατάρρευση των παλαιών αξιών, την οποία ο σύγχρονος κόσμος εκλαμβάνει ως επιθυμητή, δεν έχει αντίστοιχη θέση στον πολιτικό πρακτικό βίο στην αρχαιότητα. Αυτό που πράγματι μετράει κατά τον Αριστοτέλη ως αξία στην πορεία των οποιοδήποτε κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών είναι η συμβολή τους στον ευδαίμονα βίο. Η Αριστοτελική ανάλυση της στάσης δεν πρέπει να ταυτίζεται με  «θεωρία περί συγκρούσεων», διότι η στάσις ως φθοροποιός εξέλιξη είναι ευρύτερη από την τελική της φάση, όπου εκδηλώνονται συγκρούσεις. Θα ήταν ανεπιτυχής, ως  ιατρός,  εκείνος που κάνει διάγνωση της νόσου περιοριζόμενος μόνο στα εμφανή συμπτώματα του τελικού της σταδίου, όταν είναι πια αργά για οποιαδήποτε θεραπεία. Και βέβαια αν η θεωρία του δεν μπορεί να καλύπτει πράξεις πέρα από τους περιορισμούς του διανεμητικού δικαίου, τότε η λύση του προβλήματος θα ίσχυε μόνο για περιπτώσεις ανακατανομής πολιτικών και περιουσιακών αγαθών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σύγχρονοι ερμηνευτές θεωρούν  την έννοια της πολιτικής δικαιοσύνης του Αριστοτέλη ως διανεμητική και ενίοτε οι ειδικοί συμβουλεύουν κυβερνήσεις προς υιοθέτηση μεθόδων αναδιανομής και επιδόματα όλων των ειδών για να επουλώσουν τις κοινωνικές δυσαρέσκειες. Την λύση αυτή ο Αριστοτέλης την απορρίπτει σχεδόν χλευαστικά στην κριτική του κατά του Φαλέα. Σοβαρές επιφυλάξεις έχει επίσης και για την άποψη του Πλάτωνος που υποστηρίζει ότι η κοινοποίηση της περιουσίας συμβάλλει στην εξασφάλιση της ομόνοιας.

Το δίδαγμα…

Η σπουδαιότητα της θεωρίας του Αριστοτέλη, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι μας καλεί να ερευνήσουμε τις πολιτικές νόσους των πολιτευμάτων, αφού βέβαια εξασφαλίσουμε τις απαραίτητες γνώσεις για το τι σημαίνει να ζει κανείς σε μια υγιή πολιτική κοινωνία.
Μας προσφέρει τα κριτήρια για να αναλύσουμε την υγεία των πολιτικών συστημάτων. Τέλος, μας προσκαλεί  να χρησιμοποιήσουμε τα όποια μέσα διαθέτουμε για να εκπολιτίσουμε την παιδεία μας και να συμβάλουμε κατά το μέγιστο δυνατό βαθμό στην κοινωνική επικράτηση της ομόνοιας.
Η αποφυγή των στάσεων δεν είναι ο απώτερος σκοπός του πολιτικού βίου, αλλά μια αναγκαία επέμβαση προς την διόρθωση των παρεκβάσεων που παρεμποδίζουν την πορεία προς την εξασφάλιση του ευ ζην. Η ομόνοια με δικαιοσύνη είναι η αρχή της πιο σημαντικής  έκφανσης του πολιτικού βίου όπου η κοινωνία του νου των πολιτών αναδεικνύεται ως ο βέλτιστος τρόπος ζωής.

Εγγραφείτε και μιλήστε!

Με την εγγραφή σας μπορείτε να συμμετάσχετε στην κουβέντα για το άρθρο, να μιλήσετε στους συντάκτες μας και να συμβάλλετε εποικοδομητικά στα άρθρα μας.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση του άρθρου πατώντας εδώ, αλλά...

... είναι μόνο χάρη των μελών/συνδρομητών που μας στηρίζουν που μπορούμε να έχουμε άρθρα.

Εάν μια εποικοδομητική δημοσιογραφία, που δεν εξαρτάται από διαφημίσεις, είναι κάτι που θέλετε να υποστηρίξετε γίνετε μέλος σήμερα.

Περιεχόμενα Τεύχους

Τεύχος 15

Ιούλ. - Αύγ. 2020

Μετάβαση στο περιεχόμενο