Στα νεοελληνικά η λέξη «σχόλη»» που σημαίνει «ανάπαυση», «ημέρα αργίας» δεν αποδίδει καν την αρχαία έννοια της «σχολής». Αυτό γίνεται εμφανές εάν αναλογισθούμε τη λέξη «σχολείο» καθώς και πολλές ξενόγλωσσες λέξεις που αφορούν τη διανόηση, όπως «scholar» (ο λόγιος ερευνητής) και «scholarly» (επιστημονικώς), και «scholarship» (η υποτροφία).
Ο Δρ. Κώστας Καλιμτζής είναι καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στο Arcadia University και Επίτιμος Ερευνητικός Συνεργάτης στο Royal Holloway του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Έχει υπηρετήσει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Διεθνούς Εταιρείας Ελληνικής Φιλοσοφίας και έχει δημοσιεύσει πολλά ακαδημαϊκά άρθρα, μελέτες, καθώς και τρία βιβλία: “Aristotle on Political Enmity and Disease: An Inquiry into Stasis”, “Taming Anger: The Hellenic Approach to the Limitations of Reason”, “An Inquiry into the Philosophical Concept of Scholê: Leisure as a Political End”.Η έννοια της «σχολής», μας πληροφορεί ο συνομιλητής μας, προέκυψε από τα βάθη του πολιτισμού μας και δυστυχώς δεν έχουν σωθεί οι πρωτογενείς πηγές που θα έριχναν φως στην ετυμολογία της. Ένας τρόπος για την αποκάλυψη των αποχρώσεων της, πέραν της έννοιας του ελευθέρου χρόνου, είναι να επισημάνουμε μία ιδιορρυθμία που συμβαίνει μόνο στην Ελληνική γλώσσα. Η λέξη «ασχολία», δηλαδή η κατάσταση της έλλειψης ελευθέρου χρόνου, όπου κάποιος καταπιάνεται με τα «προς το ζην» έργα, σχηματίζεται με την προσθήκη του στερητικού «άλφα» ως άρνηση της θετικής κατάστασης της «σχολής». Σύμφωνα με τον Κώστα Καλιμτζή, σε καμία άλλη γλώσσα δεν υπάρχει επισήμανση της φιλόπονης εργασίας ως στέρηση των δραστηριοτήτων που συμβαίνουν στον ελεύθερο χρόνο, και αυτό το γεγονός υπογραμμίζει την υψηλή αξία που ο ελληνικός πολιτισμός είχε αποδώσει στη «σχολή». Η στέρηση γενικώς σηματοδοτεί μία σχετική απουσία κάποιας δυνάμεως, όπως η μυωπία και η τύφλωση προσδιορίζουν στερήσεις της όρασης. Σε κάθε περίπτωση όμως η πλήρως αναπτυγμένη δύναμη προηγείται της στέρησης της. Δεν ξεκινάει κανείς από την τύφλωση για να προσδιορίσει τις δυνάμεις της όρασης…
Ο.Λ.: Γενικά, λοιπόν, όπως λέτε, οι στερητικές λέξεις αποδεικνύουν αυτήν την ιδιότητα: ορίζουμε τον «άθεο» από την θετική έννοια «θεός», το «άλογον» από τις έννοιες του «λόγου» και ούτω καθεξής. Η λέξη «ασχολία» συνεπάγεται μια πολιτιστική προτεραιότητα που οι αρχαίοι έδωσαν στη «σχολή» και αυτή η προτεραιότητα δεν μπορεί να ήταν το αποτέλεσμα των αντιλήψεων ολιγάριθμων φιλοσόφων…
Κ.Κ.: Το γεγονός ότι η φύση ωθεί τους ανθρώπους να καταπιάνονται με την επιβίωσή τους πριν στραφούν στην χρήση του ελευθέρου χρόνου, αποδεικνύει ότι η προτεραιότητα που έδωσαν οι Έλληνες στη «σχολή» οφειλόταν σε μια κοινή πολιτιστική αντίληψη που απέδιδε την υπεροχή στη «σχολή» ως κάτι πιο φυσικό από τη στέρηση της. Αλλά, «φυσικό» με ποια έννοια; Ίσως με την έννοια ότι οι δραστηριότητες που χαρακτηρίζουν ή πρέπει να χαρακτηρίζουν τη «σχολή» συνδέονται με μια κατάσταση, όπου η πραγματική φύση του ελευθέρου ανθρώπου εκδηλώνεται.
Εδώ, όμως, υπήρχε ένα πρόβλημα. Το τι είδους σχολή ταίριαζε στη ζωή του ελευθέρου ανθρώπου ήταν υπό αμφισβήτηση. Οι Έλληνες στοχαστές, έχοντας ως δεδομένο τους διάφορους τρόπους που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους, από τη φιλοσοφία μέχρι τη σαρκική ακολασία, έθεσαν το ερώτημα εάν υπήρχε κάποια μοναδική δραστηριότητα που να καθορίζει τη σχολή του ελεύθερου πολίτη ή μήπως η απλή κατοχή του ελεύθερου χρόνου που καταναλώνεται σε οποιαδήποτε ευχάριστη δραστηριότητα αρκούσε για να ισχυρισθεί κανείς ότι συμμετείχε σε μια ζωή ελευθερίας;
Η λέξη «σχολή» συνδέεται άρρητα με την ερώτηση που έθεσε ο Σωκράτης «πῶς βιωτέον;», δηλαδή «πως πρέπει να ζει κανείς; δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Σωκράτης ήταν αυτός που εισήγαγε νέες φιλοσοφικές έννοιες στη «σχολή». Πριν από τον Σωκράτη, η λέξη σήμαινε, κυρίως, ελεύθερο χρόνο και συχνά χρησιμοποιείται με αυτό το νόημα και στους διαλόγους του Πλάτωνα.
Ο.Λ.: Ποιες ήταν οι καινούργιες έννοιες; Στα Απομνημονεύματα και στο Συμπόσιο του Ξενοφώντα, ο Σωκράτης αντιπαραθέτει ηθικά τον άνθρωπο που ενδιαφέρεται μόνο για το δούναι και λαβείν με αυτόν που θεωρεί τη σχολή του ως το πιο πολύτιμο αγαθό!
K.K.: Ο ελεύθερος χρόνος δεν αποτελεί πια το πιο σημαντικό κριτήριο για τον καθορισμό της διαφοράς μεταξύ της «σχολής» και της «ασχολίας», γιατί ο Σωκράτης, τώρα, κάνει την διαφοροποίηση με βάσει τα ηθικά τους χαρακτηριστικά. Ο απασχολούμενος δύναται να έχει άφθονο ελεύθερο χρόνο, αλλά η προσήλωση του, ο «έρωτας του», λέει ο Σωκράτης, στο «χρηματίζεσθαι» τον απορροφά ψυχολογικά ακόμη και όταν βρίσκεται σε ανάπαυση.
Σε αντίθεση με τον «άσχολο» είναι το άτομο που εκτιμά τη «σχολή» του, και όπως δηλώνει ένας φιλόσοφος, φίλος του Σωκράτη ο Αντισθένης, η «σχολή» είναι «η περιουσία της ψυχής». (Ξεν. Απομνημ). Είναι η ελευθερία «να θεωρεί τα ἀξιοθέατα καὶ να ἀκούει τὰ ἀξιάκουστα», αλλά το πιο σημαντικό για τον Αντισθένη είναι το να φιλοσοφεί με τον Σωκράτη (Συμπ. 4.44.1). Αυτό που κατέχει κανείς στη «σχολή» είναι η επιθυμία και η ικανότητα που του επιτρέπει να συμμετέχει στις μοναδικές δραστηριότητες του ανθρώπινου είδους. Ο Σωκράτης εξηγεί στον «Φαίδων» ότι το κακό της «ασχολίας» είναι ότι δίνει προτεραιότητα στις ανάγκες του σώματος και δημιουργεί μέσα μας τις συνήθειες που υποβιβάζουν τον νου σε εργαλείο που υπηρετεί τις ποικίλες ανάγκες του σώματος. Παραθετικά, στον «Φαίδων» έχουμε μια δραματική επίδειξη της νίκης του Σωκράτη επί της ασχολίας: Στις τελευταίες στιγμές του, αντί να τρώει και να πίνει με τους φίλους του, πεθαίνει θαρραλέα φιλοσοφώντας μέχρι το τέλος του ἐν σχολῇ…
H «Σχολή»: Προϋπόθεση του Θεωρεῖν
Ο Κώστας Καλιμτζής μας εξηγεί πως, μετά τον Σωκράτη, ο Πλάτωνας διερεύνησε τη φύση της «σχολής». Η κεντρική του ιδέα είναι ότι η προσήλωση στις ανάγκες του σώματος δεν μας αφήνει με χρόνο για έρευνα της πραγματικής φύσης των όντων και των αιτίων.
«Το χειρότερο είναι -σημειώνει- ότι, εάν εμείς βρούμε κάποια «σχολή» μακριά από το σώμα και στραφούμε προς τη μελέτη κάποιου πράγματος κατά τη διάρκεια της έρευνας παρεμβαίνοντας πάλι παντού [το σώμα] δημιουργεί θόρυβο και ταραχή και προκαλεί σύγχυση, ώστε να μην μπορούμε κάτω από την επίδραση του να διακρίνουμε καθαρά την αλήθεια . (Φαίδων, 66d3-7). Η «σχολή» για τον Πλάτωνα είναι ταυτόχρονα μια ηθική και διανοητική κατάσταση κατά την οποία ο ελεύθερος χρόνος αφιερώνεται στην «θεώρηση» της φύσης των όντων. Η θεώρηση αυτή, δηλαδή η ενέργεια του «θεωρεῖν», προϋποθέτει μια ηθική κάθαρση από τις διαταραχές του σώματος και μια απελευθέρωση από όλους τους αξιολογικούς κανόνες που έχουν ως γνώμονα την φροντίδα της
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος παύει να ενδιαφέρεται για την επιβίωση και την ευμάρεια του αλλά ότι οι καταναγκαστικές ασχολίες του οργανώνονται όχι ως αυτοσκοπός αλλά με σκοπό την ολοκλήρωση της ανθρώπινης φύσης. Δεν προτείνει ποτέ η κοινωνία να απαλλαχθεί από τις παραγωγικές δραστηριότητες της και την βιοτεχνική εκπαίδευση, γιατί αυτό θα ήταν εντελώς παράλογο. Αυτό που ισχυρίζεται είναι ότι οι πρακτικοί μόχθοι των πολιτών έχουν ως σκοπό την πραγματοποίηση των υψηλότερων δυνατοτήτων της ανθρώπινης ψυχής».

Ο.Λ.: Άρα είναι αυτονόητο ότι η «σχολή» προϋποθέτει την ενέργεια του νου. Εδώ, όμως, πρέπει να θυμηθούμε ότι κατά τον Πλάτωνα ο νους δεν είναι η απλή διανόηση, αλλά η μοναδική δύναμη που συλλαμβάνει τη φύση των όντων στην τελειότερη τους κατάσταση…
K.K.: Στον διάλογο Φαίδων ο Σωκράτης δηλώνει ότι ο νους είναι «των πάντων αἴτιος» και ότι «ο νους δημιουργώντας την τάξη διοικεί τα πάντα και φέρνει το κάθε πράγμα σε κατάσταση που θα μπορούσε να είναι η καλύτερη δυνατή» (Φαίδων, 97c2-6). Ο νους ανακαλύπτει μέσα στην ίδια τη «σχολή» ότι «το θεωρεῖν» είναι η ύψιστη ανθρώπινη δραστηριότητα στην τελειότερη ηθική της κατάσταση. Η φύση του νου γίνεται κατανοητή, όταν ο νους ερευνά τον ίδιο τον εαυτό του, κατά τη διάρκεια της «σχολής», και εν συνεχεία μέσω της ενέργειάς του αντιλαμβανόμεθα τη φύση και τον σκοπό της «σχολής». Με τη σχέση που εντόπισε ο Πλάτων μεταξύ της «σχολής» και της δραστηριότητας του νου δημιούργησε έναν άρρηκτο δεσμό ανάμεσα στα δύο, έτσι ώστε το ένα να είναι κυριολεκτικά αδιανόητο χωρίς το άλλο.
Επειδή «η σχολή» είναι η κατάσταση κατά την οποία οι άνθρωποι, ως άτομα, βιώνουν το τέλειο μέσα τους, θα αναμέναμε από τον Πλάτωνα την ανάπτυξη μιας θεωρίας για την οικουμενική πραγμάτωση της. Ωστόσο, τέτοια θεωρία δεν απαντά πουθενά στα έργα του, διότι ο ίδιος είχε μάλλον κατασταλάξει στην άποψη ότι η «σχολή», ως για όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες, είναι ανέφικτη. Στους Νόμους, τον τελευταίο διάλογο του, μας λέει ότι οι πολίτες, παρά τον άφθονο ελεύθερο χρόνο, θα αφιερώνουν τη «σχολή» τους σε εορταστικές τελετές χορεύοντας και τραγουδώντας. Για να μην υπάρξει οποιαδήποτε σύγχυση θα πρέπει να σημειώσουμε, εδώ, ότι ο Πλάτων απορρίπτει τη μουσική παιδεία ως μέσο διάπλασης ομοιόμορφων χαρακτήρων που θα λειτουργούν καθώς και ως μέσο για την καλλιέργεια μιας εκλεπτυσμένης κουλτούρας προνομιούχων. Η μουσική που προτείνει για την κοινή εκπαίδευση είναι αυτή που θα φέρει το μέτρο στα πάθη του κάθε ανθρώπου. Τα παίγνια θα είναι απομιμήσεις της θείας διακόσμησης του σύμπαντος και θα κατασκευάζονται από τους ύψιστους νομοθέτες της πόλης. Το «σοβαρό» αυτό «παίγνιον», όπως το αποκαλεί ο Πλάτων, θα έχει ως στόχο την αφομοίωση του ορθού μέτρου στον αισθητικό και συναισθηματικό κόσμο του κάθε πολίτη. Έτσι, αποκτώντας τις ορθές έξεις και προτιμήσεις σχετικά με την ηδονή και τον πόνο, οι πολίτες θα επιθυμούν να διάγουν τη ζωή τους ενάρετα και σύμφωνα με τους νόμους. Η φιλοσοφία βεβαίως παρουσιάζεται ως η υψηλοτάτη μορφή της θείας μίμησης και το πιο μεγαλοπρεπές και σοβαρό παιχνίδι, αλλά προορίζεται για έναν εκλεκτό κύκλο ανθρώπων. Γενικά, η «θεωρία», ως ευρύς και κοινός στόχος «ἐν σχολῇ», δεν προτείνεται καν…
Αριστοτέλης: Η «σχολή» ως τέλος

Αυτό που εκπλήσσει, μέχρι σήμερα, είναι η τόλμη του Αριστοτέλη όταν διακηρύσσει ως πολιτικό τέλος ακριβώς αυτό που ο Πλάτωνας και όλοι οι πολιτικοί θεωρητικοί έχουν απορρίψει – δηλαδή την αντίληψη ότι στη «σχολή» η θεωρητική δραστηριότητα είναι εφικτή για όλους τους πολίτες. «Ο Αριστοτέλης, -συνεχίζει ο κ. Καλιμτζής-, επαναπροσδιόρισε τη «σχολή» ως την κατάσταση εντός της οποίας πραγματώνεται η ανθρώπινη φύση και τόνισε ότι, για εμπειρικούς και θεωρητικούς λόγους, είναι αναγκαία για την ψυχική ευδαιμονία του ανθρώπου και την επιβίωση της πόλεως. Στηριζόμενος σε εμπειρικά δεδομένα, διακήρυξε ότι η κατάρρευση ακόμη και των πιο ισχυρών πόλεων, όπως η Σπάρτη, συνήθως, συμβαίνει όχι σε περιόδους πολέμου και απειλής αλλά σε περιόδους νίκης και ακμής: «Το αίτιο είναι ότι ο νομοθέτης δεν είχε εκπαιδεύσει τους πολίτες ώστε να είναι ικανοί στην διαχείριση της «σχολής» τους» (Πολιτικά, 1334a6-10; 1271b3-6). Το τίμημα για αυτή την αμέλεια φαίνεται να είναι η συμπεριφορά των πολιτών, οι οποίοι στον ελεύθερο χρόνο τους επιδίδονται απερίσκεπτα στα ίδια παραπτώματα που διαβρώνουν το πολίτευμα τους. Οι ίδιες οι αξίες που δημιουργούν την παρακμή και την αποσύνθεση εξυμνούνται στη «σχολή» και όχι μόνο εθίζουν τους πολίτες σε βλαβερές απολαύσεις που απολαμβάνουν κοινωνικό κύρος, αλλά δημιουργούν και ένα αδιαπέραστο φράγμα που εμποδίζει την αναγνώριση και διόρθωση αυτών των καταστρεπτικών συνηθειών. Ο Αριστοτέλης είναι ιδιαίτερα επικριτικός στα συντάγματα που οι Έλληνες θεωρούσαν ότι τάχα ήταν τα καλύτερα: «δεν καθιέρωσαν τους νόμους έχοντας ως στόχο τους το άριστο και ούτε θέσπισαν… παιδεία με σκοπό όλων των αρετών αλλά φορτικώς απέκλιναν προς το χρήσιμο και το κέρδος» (Πολ. 1333b5–11).
Με βάση, λοιπόν, την θεωρητική κατανόηση της ανθρώπινης εντελέχειας κατέληξε στο πρωτότυπο συμπέρασμα ότι «τὸ δὲ σχολάζειν ἔχειν…τὴν ἡδονὴν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὸ ζῆν μακαρίως» (Πολιτικά, 1338a1-3). Επιπλέον μας πληροφορεί ότι η ευδαιμονία είναι «η κρατίστη» δηλαδή συνίσταται στην υψηλότερη ανθρώπινη δραστηριότητα – την θεωρητική. Ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι η «σχολή» είναι τέλος εμφυτευμένη στη βιολογία του ανθρώπινου είδους: «διὰ τὸ τὴν φύσιν αὐτὴν ζητεῖν…μὴ μόνον ἀσχολεῖν ὀρθῶς ἀλλὰ καὶ σχολάζειν δύνασθαι καλῶς. αὕτη γὰρ ἀρχὴ πάντων…» (Πολιτικά, 1337b31-33.) Στον κάθε άνθρωπο υπάρχει η ικανότητα του «θαυμάζειν» η οποία μας ωθεί να αναζητούμε τα αίτια των πραγμάτων και συνάμα μας οδηγεί στη «σχολή» εφόσον οι απορίες του «θαυμάζειν» λύνονται μόνο
Παρεμπιπτόντως, εδώ, βλέπουμε το μεγάλο χάσμα που χωρίζει τον Αριστοτέλη από τον Θορστάιν Βέμπλεν, τον πιο διάσημο σύγχρονο θεωρητικό της
Στο βιβλίο του Η Θεωρία της Αργόσχολης Τάξης θεωρεί τη «σχολή» ως ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, ένα αγαθό που προβάλλεται από τους εκάστοτε προνομιούχους με σκοπό την ταξική υποταγή. Ο Αριστοτέλης αντίθετα, τη θεωρεί ως μια φυσική κατάσταση κατά την οποία υλοποιείται η ανάγκη του ανθρώπου για εξεύρεση απαντήσεων στα «θαυμαστά».

Η Φύση της «Σχολής»
Ο.Λ.: Η «σχολή» επομένως είναι σημάδι αληθινής ελευθερίας και όχι υποταγής και είναι διαθέσιμη σε όλους τους πολίτες, εκτός και αν υπάρχει κάποια αλλοίωση της, κάτι το οποίο, όπως αποδεικνύει ο Αριστοτέλης, συμβαίνει τακτικά στα τυραννικά καθεστώτα. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεωρία του Veblen μπορεί να εκληφθεί ως μελέτη της διαστρέβλωσης της «σχολής» και όχι της πραγματικής της φύσης.
K.K.: Ας προχωρήσουμε στη φύση που αποδίδει στη «σχολή» ο Αριστοτέλης. Κατ’ αρχάς ο προσδιορισμός της «σχολής» ως τέλους, και μάλιστα ως κατάστασης όπου πραγματοποιείται το ύψιστο τέλος, μας διευκολύνει να αξιολογήσομε διάφορα είδη δραστηριοτήτων που γεμίζουν τον ελεύθερο χρόνο. Καθετί που χρησιμοποιείται απλώς ως μέσο πρέπει να απορριφθεί. Έτσι λόγου χάρη, μπορούμε να απορρίψουμε τη δημοφιλή άποψη των χαμηλότερων τάξεων της Αθηναϊκής δημοκρατίας, που πίστευαν ότι είχαν μερίδιο στη «σχολή», όταν συμμετείχαν ενεργά στη διακυβέρνηση της πόλης τους μέσω των χορηγούμενων επιδοτήσεων της πολιτείας. Η εξουσία δεν είναι τέλος. Η εξουσία είναι μόνο το μέσο για το «εὖ ζῆν».
Η «σχολή» δεν πρέπει να συγχέεται ούτε με μορφές ανάπαυσης και χαλάρωσης. Οι κόποι της εργασίας χρειάζονται ανάπαυση, δηλαδή μια «παύση» ώστε να μπορεί κανείς «ξανά» να επιστρέψει στα επίπονα. Η ασχολία συνεπάγεται ένα σφίξιμο της ψυχής και το παιχνίδι είναι η «άνεσις» με την κυριολεκτική της έννοια, δηλαδή η κίνηση που ξελασκάρει την ψυχή. Άρα η ανάπαυση και το παίζειν είναι φάσεις της δουλειάς και όχι της «σχολής». Επίσης, οι απολαυστικές ηδονές είναι κάτι που μπορεί να επιτύχει και ένα κατοικίδιο ζώο, χωρίς, όμως, να μπορεί να βιώνει τη χαρά της νόησης, η οποία ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο.
Ο.Λ.: Ούτε και η μάθηση συνιστά «σχολή». Όσον αφορά την πνευματική καλλιέργεια ο Αριστοτέλης κατά καιρούς χρησιμοποιεί τη λέξη «διαγωγή».
K.K.: Η λέξη -που δεν έχει το ίδιο εύρος σήμερα- σημαίνει ότι κάτι «άγεται», δηλαδή, μεταφέρεται διαμέσου κάποιου ή κάτι. Έτσι, ο Ερμής που μεταφέρει τις ψυχές στον κάτω κόσμο ονομάζεται «Διαγωγεύς». Η εκμάθηση μάς «άγει» στην απέναντι όχθη όπου ο νους πια είναι ενεργός. Η «σχολή» όμως αυτή καθαυτή δεν είναι προετοιμασία, αλλά ολοκλήρωση και κτήση. Εξάλλου, η ίδια η λέξη πιθανώς ετυμολογείται από το ρήμα «έχω» (από το θέμα του αορίστου β΄ σχ-). Η μάθηση με τις δυσκολίες και τις χαρές της αναμφίβολα θα αποτελούσε μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων ενός πολιτισμού «σχολής», ωστόσο πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση από το τέλος. Επί παραδείγματι, το να μαθαίνει κανείς βιολί διαφέρει από την άρτια εκτέλεση ενός κονσέρτου βιολιού.
Πρέπει, επίσης, να απορρίψουμε την ιδέα ότι η «σχολή» είναι ταυτόσημη με τον ελεύθερο χρόνο που καταναλώνεται για την καλλιέργεια των αρετών. Ο Αριστοτέλης απορρίπτει αυτήν την ιδέα. Ισχυρίζεται ότι οι πρακτικές αρετές «είναι δούλοι του δεσπότη τους», του νου και της θεωρίας. Παρομοιάζει τη φρόνηση με έναν επίτροπο ενός οίκου όπου
αυτός… [ενώ] διοικεί τα πάντα, [δεν] κυβερνά τα πάντα, αλλά, ετοιμάζει τη «σχολή» για τον αφέντη, για να μην αποτρέπεται εκείνος από το να πράττει κάποιο από τα καλά και αρμόζοντα πράγματα, λόγω της εξάρτησης του από τα αναγκαία. Έτσι, κατά τον ίδιο τρόπο, η φρόνηση είναι κάτι σαν επίτροπος της σοφίας και ετοιμάζει για αυτήν τη «σχολή», [δηλαδή] την ικανότητα να πράττει το έργον της, με το να ελέγχει τα πάθη και να τα σωφρονίζει. (Μεγάλα Ηθικά 1.34.30–32.5)
Ο πρακτικός λόγος και η ηθική αρετή είναι διαχειριστές -διοικούν αλλά δεν κυβερνούν.
Ρωτάμε τον συνομιλητή μας σε τι, συνεπώς, αποβλέπει η «σχολή» και ποια είναι τα διακριτικά γνωρίσματα της. «Εν ολίγοις, -μας λέει- η «σχολή» επιδιώκει το θεωρητικό βίο και έχει ως σκοπό αυτό που ο Αριστοτέλης αποκαλεί «νόησις νοήσεως νόησις» (Μεταφυσικά, 1074b34-35). Αυτή είναι η φάση της διανόησης όπου ο νους κατανοεί τα αίτια των νοημάτων που κατέχει ως γνώση. Ο νους, όταν νοεί, κατέχει και τα αίτια, τις πρώτες αρχές, και έχει αυτογνωσία των ίδιων των μεθόδων που χρησιμοποιεί για αυτή την κατανόηση. Όταν ο νους νοεί τη νόηση του, γίνεται αυτό που το ον είναι στην φύση του.
Θα ισχυριζόταν κάποιος: «μα αυτά τα πράγματα είναι για φιλοσόφους και επιστήμονες μόνο». Ο Αριστοτέλης θα διαφωνούσε σφοδρά. Όταν ακόμη ως νέος φοιτούσε στην Ακαδημία, έγραφε στο έργο του Προτρεπτικός ότι «ἐπὶ τὸ γνῶναί τε καὶ θεωρῆσαι πᾶς ἄνθρωπος ὑπὸ τοῦ θεοῦ συνέστηκεν». Ο κάθε άνθρωπος – όχι μόνο οι φιλόσοφοι – έχουν δημιουργηθεί από το θεό για να θεωρούν και να γνωρίζουν τα αίτια.
Αυτή λοιπόν η δραστηριότητα του νου ως αυτοσκοπός, είναι το βασικό καθοριστικό χαρακτηριστικό για την αναγνώριση της «σχολής». Ακόμη και η θεωρητική ενέργεια του νου, όταν αποβλέπει σε κέρδος ή κάποια ωφέλεια ή όταν αποσυνδεθεί από τον ηθικό της σκοπό, δεν εκπληρώνει τις προϋποθέσεις της «σχολής». Όταν ο νους είναι εργαλείο χρηστικό και όχι τέλος, όσο και να θεωρεί δεν είναι νους στην εντέλεια του και ο χρόνος που αφιερώνεται στις δραστηριότητες αυτές δεν είναι σχολή, γιατί η σχολή ταυτίζεται με την ευδαιμονία και με το καλό του ανθρώπου».

Λόγω της μεγάλης έκτασης του θέματος η συζήτησή μας θα συνεχιστεί στο επόμενο τεύχος μας, διαπραγματευόμενοι πλέον την «πρακτικότητα της Σχολής» και πως ίσως θα μπορούσε να εισαχθεί στα εκπαιδευτικά μας προγράμματα.

