Η διαδρομή της Ελένης Γαζή είναι από εκείνες που δείχνουν πώς μια προσωπική ανησυχία μπορεί να γίνει πράξη με κοινωνικό αποτύπωμα. Γεννημένη στην Αθήνα το 1942, ακολούθησε την εσωτερική της φωνή, το κάλεσμα για προσφορά, και αγνόησε τα «πρέπει» της εποχής. Στα 84 της χρόνια διατηρεί την ορμή, το πείσμα και το πάθος μιας έφηβης. Είναι η ψυχή, η ιδρύτρια και η Επίτιμος Πρόεδρος της ΕΛΙΞ (πρώην Π.Ε.Ε.Π.), της οργάνωσης που το 1987 έφερε στην Ελλάδα τα οργανωμένα προγράμματα εθελοντικής εργασίας. Έχοντας πίσω της σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αδιάλειπτης δράσης, μιλάει στον «Ορθό Λόγο» σε μια συνέντευξη βαθιάς ενδοσκόπησης. Δεν κάνει απλώς τον απολογισμό ενός σπουδαίου έργου, αλλά ανατέμνει την ίδια την ουσία της κοινωνίας μας: τις προκλήσεις της νέας γενιάς, τις παθογένειες της εκπαίδευσης και το πώς μπορούμε, τελικά, να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας.
Το ξεκίνημα…
Πριν ιδρύσει την ΕΛΙΞ, η κυρία Γαζή είχε ήδη αφήσει ένα σημαντικό δημιουργικό στίγμα. Γραφίστρια στο επάγγελμα, με σπουδές στη Σχολή Δοξιάδη και στο Παρίσι, υπήρξε για χρόνια εικονογράφος παιδικών βιβλίων. Το 1978, μαζί με άλλες τρεις μητέρες και με έμπνευση τις ανάγκες των δικών τους παιδιών, σε μια εποχή χωρίς πολλές εναλλακτικές επιλογές, δημιούργησαν το θρυλικό, ποιοτικό παιδικό περιοδικό «Το Ρόδι».
Όταν πια τα δικά της παιδιά μεγάλωσαν και έφτασαν γύρω στα 20 τους χρόνια, άρχισε να αναρωτιέται τι ουσιαστικό θα μπορούσαν να κάνουν οι νέοι τα καλοκαίρια τους, αντί να αναλώνονται απλώς σε πολύμηνες διακοπές στις παραλίες. Η αποκάλυψη ήρθε όταν άκουσε για τα ευρωπαϊκά προγράμματα εθελοντικής εργασίας (Community Service). Σε ηλικία 45 ετών, αρνούμενη να μείνει στη θεωρία, ταξίδεψε η ίδια στην Ισπανία, έμεινε σε αντίσκηνα και συμμετείχε χειρωνακτικά σε ένα τέτοιο πρόγραμμα.
Η εμπειρία της συμβίωσης με άγνωστους νέους από διάφορες χώρες και η παραγωγή έργου με καθοδήγηση, υπήρξε καταλυτική. «Γέμισα τις μπαταρίες μου, τις ελπίδες μου, τα όνειρά μου», εξομολογείται. Επιστρέφοντας, αποφάσισε να μεταφέρει αυτή την πρακτική στην Ελλάδα. Το πρώτο βήμα έγινε στις Πρέσπες, με διεθνείς εθελοντές να εργάζονται για τη δημιουργία και συντήρηση υποδομών γύρω από έναν τοπικό βιολογικό σταθμό.
Αναλογιζόμενη τη δική της αφετηρία, αλλά και την πορεία χιλιάδων νέων που συμμετείχαν στα προγράμματά της, η Ελένη Γαζή στέκεται σε μια σπουδαία φιλοσοφική παραδοχή, δανειζόμενη τα λόγια του Πωλ Βαλερύ από το έργο του «Ευπαλίνος ή Ο Αρχιτέκτων»: «Τίποτα δεν οραματιζόμαστε, δεν σκεφτόμαστε, δεν ξεκινάμε, αν δεν υπήρχε πριν μέσα μας». Αυτή η ατάκα συμπυκνώνει τη φιλοσοφία της ζωής της. Η απόφασή της στα 45 της να αλλάξει πορεία δεν ήταν μια τυχαία επιλογή, αλλά η έκφραση μιας βαθιάς, προϋπάρχουσας εσωτερικής ανάγκης για προσφορά. Όπως επισημαίνει με συγκίνηση, ο εθελοντισμός δεν διδάσκει απλώς δεξιότητες στους νέους, αλλά λειτουργεί ως ένας καθρέφτης, ανασύροντας στην επιφάνεια τα αποθέματα καλοσύνης, αντοχής και αλληλεγγύης που κρύβουν ήδη μέσα τους, αλλά συχνά δεν βρίσκουν τον χώρο για να εκφραστούν στην πιεστική καθημερινότητά τους.
Γυναίκα πρωτοπόρος σε μια κοινωνία στερεοτύπων
Το να είσαι γυναίκα και να ηγείσαι μιας διεθνούς εθελοντικής ομάδας στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’80, κάθε άλλο παρά αυτονόητο ήταν. Όπως θυμάται, αντιμετώπιζε έντονη και απροκάλυπτη δυσπιστία από τους τοπικούς φορείς. «Ποια είσαι εσύ, τι είσαι; Είσαι δασκάλα; Είσαι τεχνικός;» τη ρωτούσαν, αρνούμενοι να χωνέψουν ότι μια μητέρα από την Αθήνα μπορούσε να καθοδηγεί νέους στο πώς να χτίσουν καλντερίμια ή να ματσακονίσουν την πέτρα.
Η τόλμη της, όμως, είχε ισχυρά οικογενειακά θεμέλια. Η μητέρα της, η Ζουζού Νικολούδη, σε πείσμα των καιρών και της πατρικής της οικογένειας που δεν της το επέτρεπε, ξεκίνησε να σπουδάζει χορό μετά τα 30 της χρόνια, έχοντας ήδη τέσσερα παιδιά και έχοντας βιώσει τη φρίκη του πολέμου — για να γίνει τελικά διάσημη χορογράφος. Αυτό το πνεύμα ανυπακοής απέναντι στα «πρέπει» της εποχής, κληροδοτήθηκε και στην Ελένη Γαζή. Δυστυχώς, όπως επισημαίνει με ρεαλισμό, η υποτίμηση και η δυσπιστία απέναντι στις γυναίκες, αλλά και απέναντι στους νέους που αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, δεν έχει εξαφανιστεί πλήρως από τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

Ο εθελοντισμός ως «τελετή μετάβασης»
Μέσα στα 38 χρόνια της πορείας της, η ΕΛΙΞ έχει κινητοποιήσει χιλιάδες εθελοντές από όλο τον κόσμο, δημιουργώντας μονοπάτια στη Δαδιά, συντηρώντας ξερολιθιές στις Κυκλάδες και αναδεικνύοντας τον Βοτανικό Κήπο της Αρχαίας Ολυμπίας. Ωστόσο, υπάρχει ένα βαθύτερο επίπεδο σε όλο αυτό.
«Το έργο για εμάς δεν είναι ο σκοπός. Είναι απλώς το μέσο», τονίζει. «Ο πραγματικός σκοπός είναι τα παιδιά να βγουν από το ασφαλές τους περιβάλλον (comfort zone), να αντιμετωπίσουν τις φοβίες τους και να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Μέσα στα workcamps, οι εθελοντές μαγειρεύουν μαζί, έχουν κοινόχρηστες τουαλέτες, κάνουν ντους με κρύο νερό και σκάβουν τον τόπο κάτω από τον ήλιο».
Η κυρία Γαζή παραλληλίζει αυτή τη σωματική και ψυχική δοκιμασία με τις παλιές «τελετές μετάβασης» (rites of passage) που συναντάμε σε παραδοσιακές κοινωνίες. Αναφέρει ως παράδειγμα τους Ηπειρώτες πετρομάστορες, που έπαιρναν μαζί τους τα 12χρονα αγόρια στα Βαλκάνια για να τους μάθουν όχι μόνο την τέχνη του χτισίματος, αλλά κυρίως την τέχνη της επιβίωσης και της ευθύνης. Σήμερα, αντίθετα, στερούμε από τους νέους αυτές τις βιωματικές εμπειρίες. «Οι υπερπροστατευτικοί γονείς επενδύουν υπέρμετρα σε ατελείωτα φροντιστήρια, πτυχία και μεταπτυχιακά, με αποτέλεσμα οι νέοι να φτάνουν στα 25 ή στα 30 τους χρόνια «άπραγοι», χωρίς ουσιαστικές κοινωνικές δεξιότητες και ανίκανοι να διαχειριστούν ρεαλιστικές δυσκολίες, όπως μια εργασιακή διένεξη» λέει απογοητευμένη.
Η γενιά των οθονών, το απαξιωμένο σχολείο και η ατομική ευθύνη
Η κριτική της απλώνεται συνολικά στους θεσμούς που διαμορφώνουν τους πολίτες του αύριο. Η αλόγιστη χρήση των κινητών τηλεφώνων λειτουργεί συχνά ως καταφύγιο απομόνωσης, εμποδίζοντας τη φυσική κοινωνική αλληλεπίδραση. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα φαίνεται να έχει χάσει τον προσανατολισμό του. «Το σχολείο είναι μονίμως πιο πίσω από τις κοινωνικές ανάγκες. Πάντα λαχανιάζει μένοντας πίσω…», παρατηρεί εύστοχα. Η ακραία εξετασιοκεντρική φιλοσοφία και η επικράτηση του φροντιστηρίου έναντι της σχολικής αίθουσας έχουν μετατρέψει τη γνώση σε ένα στείρο κυνήγι βαθμών, ακυρώνοντας την ουσιαστική παιδεία και την καλλιέργεια της πολιτειότητας, διευκρινίζει.
Ταυτόχρονα, θίγει την έλλειψη ατομικής ευθύνης, η οποία είναι εμφανής στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών κρίσεων. Διαπιστώνει με πικρία ότι η κοινωνία μας παραμένει βαθιά εγωκεντρική. Περιμένουμε διαρκώς από το κράτος ή την Ευρώπη να προσφέρουν λύσεις, ενώ εμείς αρνούμαστε πεισματικά να κάνουμε μικρές παραχωρήσεις στην άνεσή μας: από την καθημερινή χρήση πλαστικού και την άσκοπη χρήση του αυτοκινήτου, μέχρι τα απορρυπαντικά που πετάμε αβασάνιστα στην αποχέτευση. «Αφού δεν προστατεύεις το ίδιο σου το περιβάλλον με τις επιλογές σου, είναι λογικό αυτό μετά να γυρίσει μπούμερανγκ», προειδοποιεί.
Η προσφορά στους πρόσφυγες και ο νέος στόχος για τους 60+
Παρακολουθώντας τις ανάγκες της κοινωνίας, η ΕΛΙΞ διεύρυνε τα πεδία δράσης της πέρα από την περιβαλλοντική προστασία. Το 2012, θέσπισε τις «Διακοπές στο Σχολείο», προσφέροντας ποιοτική καλοκαιρινή δημιουργική απασχόληση σε παιδιά λιγότερο προνομιούχων περιοχών, όπως ο Ασπρόπυργος και η Ελευσίνα. Στη συνέχεια, κατά την κορύφωση της προσφυγικής κρίσης, η οργάνωση έστησε ένα ολοκληρωμένο σχολείο στην Πατησίων. Εκεί, μέσω του προγράμματος «Εκπαίδευση για την Ένταξη», πρόσφερε σε προσφυγόπουλα μαθήματα ελληνικών, αγγλικών και, το κυριότερο, «δεξιότητες ζωής» (life skills) για την ομαλή τους προσαρμογή.
Δυστυχώς, με τη λήξη των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, πολλά από αυτά τα σωτήρια προγράμματα σταμάτησαν. Αυτό καταδεικνύει τη συνεχιζόμενη παθογένεια της έλλειψης μακροπρόθεσμης κρατικής στήριξης προς την Κοινωνία των Πολιτών, καθώς και τη διστακτικότητα πολλών φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να επενδύσουν στην εθελοντική εργασία.
Παρ’ όλα αυτά, το βλέμμα της κυρίας Γαζή παραμένει στραμμένο στο μέλλον, σχεδιάζοντας το επόμενο, καινοτόμο βήμα της ΕΛΙΞ: τον εθελοντικό τουρισμό για άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω. Το νέο αυτό όραμα προβλέπει τη διοργάνωση προγραμμάτων (με επίκεντρο περιοχές όπως το Πήλιο ή η Ολυμπία), όπου συνταξιούχοι θα μπορούν να συνδυάζουν ήπια, αναζωογονητική εργασία στη φύση, όπως κλάδεμα ή περιποίηση βοτανικών κήπων, με πολιτιστικές εκδρομές. Στόχος είναι η καταπολέμηση της μοναξιάς, η ψυχολογική στήριξη και η ενεργή κοινωνική προσφορά σε μια ηλικία που ο άνθρωπος την έχει τεράστια ανάγκη.

Το «μαγικό ραβδί» και η εσωτερική φλόγα
Κλείνοντας τη συζήτηση, στην ερώτηση τι θα άλλαζε για πάντα αν είχε στα χέρια της ένα μαγικό ραβδί, η απάντησή της αποτελεί ένα μανιφέστο για τη νέα γενιά: «Θα ήθελα να παρέχω στους νέους μια εσωτερική φλόγα για οτιδήποτε διαλέξουν να κάνουν. Να έχουν επιμονή και να μην ξεγελιούνται από τις σύγχρονες “σειρήνες”. Η τηλεόραση, ο ψεύτικος κόσμος των social media και το κυνήγι της εφήμερης εικόνας, δεν μπορούν να σου προσφέρουν ικανοποίηση. Η αληθινή χαρά έρχεται όταν κάνεις ένα έργο και ο συνάνθρωπός σου σε κοιτάζει στα μάτια και σου λέει “γεια στα χέρια σου, ευχαριστώ”».
Η Ελένη Γαζή μάς υπενθυμίζει με τον πιο ηχηρό τρόπο πως ο εθελοντισμός δεν είναι χόμπι ούτε πολυτέλεια. Είναι σχολείο ενηλικίωσης, είναι η στέρεη γέφυρα ανάμεσα στο «εγώ» και το «εμείς», και το ισχυρότερο αντίδοτο στον κυνισμό της εποχής. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν να «χτίζουν καλντερίμια» με τα χέρια τους, έχουμε κάθε λόγο να κοιτάζουμε το μέλλον με αισιοδοξία.
